Αριθμός 172/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Θ. - Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Δημητρέλια, για αναίρεση της υπ' αριθ. 66354/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 372/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 476§1 και 2 ΚΠοινΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί εκπρόθεσμα. Περαιτέρω, κατά της απόφασης που απορρίπτει την Έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της Έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την Έφεση απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος αυτού τον χρόνο άσκησης της Έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας εξαιτίας της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υπεχρεωτικά είναι η επίδοση ως "αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλ. η εκκαλούσα κατηγορουμένη είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την Έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους της εκκαλούσης, της εκκαλουμένης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της έφεσής του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156§1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη εισαγγελική αρχή ή και στην αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273§1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας, διαμονής ή επαγγελματικής εγκατάστασης θεωρείται ο αναγραφόμενος στη μήνυση ή στην έγκληση. Στη προκειμένη περίπτωση με τη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 66354/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η Έφεση της εκκαλούσης αναιρεσείουσας κατά της 19037/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε ερήμην για την αξιόποινη πράξη της αυθαίρετης δόμησης του Ν. 1337/1983 σε ποινή φυλάκιση 10 μηνών. Από την με αριθμό 13196/30-11-10, έκθεση εφέσεως η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα ζήτησε την παραδοχή της Εφέσεως της και την εξαφάνιση της προσβληθείσης με αυτήν (έφεση) αποφάσεως προβάλλοντας για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμό της κατά λέξει τα εξής: "εκ προφανούς λάθους του επίδοντος με ανεζήτησαν εις το ανύπαρκτου αριθμόν 22α της οδού ... και όχι στον ορθρό αριθμό 224, καθόσον τον αριθμό 4 το εξέλαβαν ως ανοικτό α". Το Τριμελές Πλημ/κείο προκειμένου να αιτιολογήσει την απόρριψη αυτής διέλαβε στην παραπάνω απόφασή του την εξής αιτιολογία: ... Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα κατηγορουμένη καταδικάσθηκε ερήμην με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 19075/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για την πράξη της αυθαίρετης δόμησης τελεσθείσα στον ..., στις 10-2-2005 έως τις 11-4-2005. Η εκκαλουμένη απόφαση επεδόθη στην κατηγορουμένη στις 6 Μαρτίου 2008, ως αγνώστου διαμονής, κατ' άρθρο 156§1 σε συνδ. με άρθρο 155§2 του ΚΠΔ, αφού όπως εκτίθεται στο οικείο αποδεικτικό επιδόσεως, του Ειδικού Φρουρού του Α.Τ. ..., η κατηγορουμένη δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία της στην οδό ... αρ. 22α στη ... (η διεύθυνση αυτή προέκυψε κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως) όπως αναζητήθηκε και η διαμονή της ήταν άγνωστη. Η ασκηθείσα από την εκκαλούσα Έφεση έλαβε χώρα την 30.11.2010, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης, κατ' άρθρο 473§1 εδ. β ΚΠΔ προθεσμίας άσκησής της. Με τη σχετική με αριθμό 13196/2010 έκθεση εφέσεως η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εκ προφανούς λάθους του επιδόσαντος οργάνου, αυτό την ανεζήτησε στον ανύπαρκτος αριθμό "22Α" της οδού ... και όχι στο ορθό 224. Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προέκυψε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο αριθμός "22Α" της οδού ..., όπου επεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση ήταν ανύπαρκτος όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα - κατηγορουμένη άλλωστε σε τέτοια περίπτωση το επιδόσαν την εκκαλουμένη απόφαση αστυνομικό όργανο θα είχε προβεί σε σχετική βεβαίωση επί του αποδεικτικού επιδόσεως. Ενόψει των ανωτέρω ορθά επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση στην εκκαλούσα ως άγνωστης διαμονής. Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί η Έφεση ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη". Με αυτά που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλ. στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει περαιτέρω το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό επιδόσεως από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της Εφέσεως. Επίσης διαλαμβάνει τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν μεταξύ των οποίων είναι και η ληξιαρχική πράξη θανάτου του συζύγου της, όπου αναφέρεται ως τόπος κατοικίας του αποβιώσαντος η οδός ... 224, καθώς και τους λόγους που επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής αφού αυτή αναζητήθηκε στην διεύθυνση που είχε δηλωθεί στη μήνυση ως τελείται άγνωστη διαμονή και δεν βρέθηκε εκεί και δεν είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική αρχή την αλλαγή της διεύθυνσης. Τέλος το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία για τους λόγους ανωτέρας βίας αφού δεν έγινε επίκληση τέτοιων λόγω από την εκκαλούσα, ούτε είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτή διέμενε ή όχι σε άλλη διεύθυνση. Κατά συνέπεια ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 476§1 του ΚΠΔ και απέρριψε το ένδικο μέσο της Εφέσεως ως απαράδεκτο και δεν την παραβίασε. Οι δε σχετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583§1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-3-2012 αίτηση της Ε. Θ. - Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 66354/16-11-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ