ΑΡΙΘΜΟΣ 854/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέτα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων 1. Α. Π. του Δ., κατοίκου ... και 2. Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Παναγιώτα Ζερβομπεάκου, περί αναιρέσεως της 9299/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα: Α. Κ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χάνο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2013 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 126/13. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον, παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, 2) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη, ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και 3) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες κα παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστη ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Υπό την παραπάνω έννοια το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς Δημόσια Αρχή και πείθει έτσι αυτή να προβεί σε ενέργειες της αρμοδιότητάς της, από την οποία ζημιώνεται άλλος. Ως ζημία δε του τελευταίου θεωρείται και η μείωση της πραγματικής αξίας ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την ενέργεια της εν λόγω Αρχής αβεβαιότητα της κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του επί του στοιχείου αυτού, καθώς και η δικαστική δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί ο παθών για τη δικαστική αρχή της αβεβαιότητας αυτής. Ειδικότερα, παραπλανώμενος μπορεί να είναι και ο συμβολαιογράφος, όταν ύστερα από ψευδείς παραστάσεις του δράστη, ότι είναι κύριος ακινήτου που δεν ανήκει πραγματικά σ' αυτόν, πείθεται και συντάσσει συμβόλαιο μεταβιβάσεως της κυριότητας σε τρίτο πρόσωπο ή οποιαδήποτε συμβολαιογραφική πράξη που προσδίδει τίτλο κυριότητας που δεν ανήκει στον υπαίτιο, με συνέπεια να επέρχεται περιουσιακή βλάβη του κυρίου είτε με τη μείωση της αξίας της περιουσίας του, είτε με τον κίνδυνο αυτής από την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται και πως επήλθε. Μ'απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.21 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οικονομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για απάτη, πρέπει εκτός των άλλων, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ναπροκύψπ8τει ο δόλος του δράστης ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή αποσιώπησης και την επιδίωξή του για προσπορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τον εαυτό του ή άλλον, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανώμενου ή τρίτου. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι πρόεκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασφάλειας, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό και με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 9299/2012 απόφασης το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζονται σ' αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα ακόλουθα: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και όλα τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στο Ν. Ηράκλειο Αττικής, στις 29-6-2005, ενεργώντας από κοινού και έχοντας σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, αφού εμφανίστηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Ι. Παπαδημητρίου, την οποία κάλεσαν στην επί της οδού ... αρ. 11 ... οικία τους, προς σύνταξη και υπογραφή του κατωτέρω συμβολαίου, παρέστησαν σ' αυτήν ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας ότι η πρώτη των κατηγορουμένων απέκτησε με χρησικτησία, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή τμήμα οικοπέδου με στοιχεία ΒΓΔΖΟΒ, εμβαδού 15,59 τ.μ., όπως απεικονίζεται στο προσαχθέν τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Π., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του τέως Δήμου Κυμαίων Εύβοιας, εντός του οικισμού ..., ενώ το αληθές ήταν ότι το παραπάνω τμήμα ακινήτου ουδέποτε νεμόταν η πρώτη κατηγορουμένη, ούτε απέκτησε αυτό κατά κυριότητα, δεδομένου ότι τούτο ανήκε στον εγκαλούντα Α. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κύμης Σπύρου - Αριστείδη Μάγκου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Με τις πιο πάνω παραστάσεις, που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι ότι ήταν ψευδείς, έπεισαν τη συμβολαιογράφο Δέσποινα Ι. Παπαδημητρίου να προβεί στη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../29-6-2005 συμβολαίου,στο οποίο αναγράφεται, ότι η πρώτη των κατηγορουμένων παραχωρεί, υπό μορφή δωρεάς εν ζωή, στον δεύτερα από αυτούς (κατηγορουμένους) σύζυγο της, μεταξύ των άλλων ακινήτων, και το 1/10 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου τμήματος ακινήτου εμβαδού 15,59 τ.μ., έχοντας σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού τριών χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τριών (3.663) ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του εν λόγω ακινήτου, βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία του εγκαλούντος κατά το ίδιο χρηματικό ποσό. Ειδικότερα, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου εδαφικού τμήματος αποδείχθηκαν, τα εξής: Με το υπ' αριθμ. .../8-12-1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κύμης, Αναστασίου Τσακουμάνη, που έχει νόμιμα χ μεταγραφεί, η πρώτη κατηγορουμένη απέκτησε με δωρεά εν ζωή από τον παππού αυτής και του εγκαλούντος, Α. Κ. του Π. και της Μ., την ψιλή κυριότητα, ενός ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο και απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, στο συνημμένο στο συμβόλαιο πρόχειρο σκαρίφημα, που κατάρτισε ο δωρητής και συγκεκριμένα, μία ισόγεια οικία, επιφανείας 24 τ.μ., που βρίσκεται στο χωριό ..., τέως Δήμου Κυμαίων και στη θέση "...", μαζί με το οικόπεδο και την συνεχόμενη αυλή της, καθώς και το φρέαρ (πηγάδι), που υπάρχει μέσα σ' αυτήν (αυλή), επιφάνειας του οικοπέδου και της αυλής 90 τ.μ. περίπου, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Π., βόρεια με ιδιοκτησίες Ο. Χ. (θυγατέρα του Α. Κ.) και Π. Κ. (γιου του δωρητή Α. Κ. και πατέρα του εγκαλούντος) και δυτικά και νότια με ιδιοκτησία Π. Κ.. Με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, ο δωρητής παρακράτησε, για ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του, την επικαρπία της οικίας αυτής και, όρισε ότι μετά το θάνατο του την επικαρπία θα έχει, επίσης, για όλη τη διάρκεια της ζωής της, η σύζυγος του, Ε., η οποία, όμως προαποβίωσε (στις 12-11-1982) σε σχέση με τον δωρητή. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 30-12-1992 και έκτοτε η πρώτη κατηγορουμένη κατέστη αποκλειστικά κυρία του ανωτέρω ακινήτου, μετά τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα. Το ακίνητο αυτό, μετά από νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση του, έχει επιφάνεια 116,56 τ.μ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία Α1, Α2, Α3, Α4, Α5, Α6, Α7, Α8, Α9, Α1 στο από Σεπτέμβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από Οκτώβριο 2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε η πραγματογνώμονας Σ. Μ., στα πλαίσια αστικής δίκης μεταξύ των κατηγορουμένων και του πολιτικώς ενάγοντος, σε ολόκληρο δε, σχεδόν, το μήκος της βόρειας πλευράς του, συνορεύει με την επίδικη εδαφική έκταση, επιφανείας 15,65 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία ΕΑ4Α5Α6ΔΓΒΕ στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το εδαφικό αυτό τμήμα μεταβιβάστηκε στην πρώτη κατηγορουμένη με άτυπη δωρεά εν ζωή, από το δωρητή -παππού της (Α. Κ.), το έτος 1982, έκτοτε δε η ίδια ασκώντας επ1 αυτού πράξεις νομής, προσμετρώντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου της, στον οποίο είχε περιέλθει το επίδικο με κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1930 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Κύμης Ευάγγελου Κανιάστα, που δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας στις 8-5-1930, έχει καταστεί κυρία τούτου με έκτακτη χρησικτησία. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Αντίθετα, προέκυψε ότι το επίμαχο τμήμα αποτελούσε μέρος του προς βορράν ευρισκομένου ακινήτου της Ο. συζύγου Ν. Χ., θυγατέρας Α. και Ε. Κ., που είχε μεταβιβάσει σ' αυτήν ο Α. Κ. του Π. και Μ. (παππούς της κατηγορουμένης και του εγκαλούντος), δυνάμει του υπ' αριθμ. .../16-7-1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κύμης, Αναστασίου Τσακουμάνη, νόμιμα μετεγγραμμένου και το οποίο (ακίνητο) ορίζεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ως το μισό προς ανατολάς μιας ισόγειας οικίας που αποτελείται από ένα δωμάτιο και βρίσκεται στο χωρίο ..., στη θέση "..." μαζί με την αυλή που αντιστοιχεί στη μισή αυτή κατοικία και η οποία (αυλή) φθάνει μέχρι τους σταλαγμούς της οικίας του Α. Κ., δηλαδή την οικία που μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στην κατηγορουμένη. Εφόσον δε το ακίνητο της Ο. Χ. έφθανε "μέχρι των σταλαγμών", της οικίας του Α. Κ., πρόδηλο είναι ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελούσε μέρος του ακινήτου αυτής (Ο. Χ.), η οποία απεβίωσε το έτος 1970 και κληρονομήθηκε, εξ αδιαθέτου, από το σύζυγο της, Ν. Χ. και τον ανήλικο τότε γιό της, Α. Χ.. Στη συνέχεια ο σύζυγος της Ο. Χ., ενεργώντας τόσο για τον εαυτό του, ατομικά, όσο και ως ασκών την πατρική εξουσία στο ανήλικο τέκνο του, μεταβίβασε άτυπα-το ακίνητο αυτό στον Π. Κ. του Αντωνίου και της Ελένης (πατέρα του εγκαλούντος), ο οποίος ακολούθως το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον εγκαλούντα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../9-3-2002 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κύμης, Σπύρου - Αριστείδη Μάγκου, νόμιμα μετεγγραμμένου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε η άσκηση από την κατηγορουμένη πράξεων νομής στο επίδικο τμήμα, που να φανερώνουν, τη βούληση της για ιδιοποίηση. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το ως άνω αναγνωσθέν με ημερομηνία 20-9-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Β., που συντάχτηκε απ1 αυτόν με εντολή της κατηγορουμένης και κατόπιν των υποδείξεων της, προκειμένου να το υποβάλλει στο Πολεοδομικό γραφείο Κύμης, για την έκδοση οικοδομικής αδείας στο ακίνητο της, δεν συμπεριλαμβάνει σε αυτό και το επίδικο τμήμα, επιφανείας 15,65 τ.μ., όχι βέβαια από κάποιο λάθος, αλλά γιατί γνώριζε ότι τούτο ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα της ιδιοκτησίας της, δεδομένου ότι τόσο ο τίτλος κτήσης αυτής (νότια από το επίδικο), όσο και το συνημμένο τοπογραφικό δεν επιτρέπουν κανένα περιθώριο λάθους. Το ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα των 15,65 τ.μ. δεν ανήκει στην κατηγορουμένη Κ. Π. δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 41/15-7-2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κύμης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αυτής, κατά του ήδη εγκαλούντος, Α. Κ. και της συζύγου του, Ε. Μ., που συζητήθηκε στις 9-6-2005, δηλαδή λίγες ημέρες πριν από τη σύνταξη του επίμαχου συμβολαίου, καθώς και η υπ' αριθμ. 132/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (αναγνωσθείσα), με την οποία απορρίφθηκε έφεση της πρώτης των κατηγορουμένων κατά της αμέσως προαναφερόμενης πρωτόδικης απόφασης. Σύμφωνα δε με το σκεπτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το επίμαχο εδαφικό τμήμα "διαχωρίζεται σαφώς από την ιδιοκτησία της αιτούσας (ήδη κατηγορουμένης), η οποία είναι επακριβώς καθορισμένη από το έτος 1980 που περιήλθε σ' αυτήν. Το ίδιο δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 4563/2011 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (αναγνωσθείσα), που κήρυξε αθώο τον ήδη εγκαλούντα, για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κρίνοντας αβάσιμο τον ισχυρισμό της ήδη κατηγορουμένης (τότε πολιτικώς ενάγουσας) ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα παραχωρήθηκε σ' αυτήν από τον παππού της Α. Κ. το έτος 1982 και ότι έκτοτε το νεμόταν η ίδια. Η τελευταία απόφαση, μάλιστα, δέχεται στο σκεπτικό της, ότι ο παππούς της Κ. Γ. (ήδη κατηγορουμένης), όταν μεταβίβασε σ' αυτήν το ανωτέρω ακίνητο με το .../1980 συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν μεταβίβασε και το επίδικο τμήμα, γιατί δεν το θεωρούσε δικό του, όπως τούτο προκύπτει και από το ίδιο το συμβόλαιο, στο οποίο, ως βόρειο όριο της μεταβιβαζόμενης ιδιοκτησίας του, δεν αναφέρει και ακίνητο της ιδιοκτησίας του, αλλά μόνο Ο. Χ. και Π. Κ., προς τους οποίους ο ίδιος είχε ήδη μεταβιβάσει την βορείως ευρισκόμενη οικία του και αυλή. Επίσης, στο ίδιο συμπέρασμα, περί μη άσκησης πράξεων νομής από μέρους της πρώτης των κατηγορουμένων και ύπαρξης εμπράγματου δικαιώματος αυτής επί του επιδίκου, κατέληξε και η υπ' αριθμ. 10/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κύμης (αναγνωσθείσα), που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί αγωγής των ήδη κατηγορουμένων, κατά του πολιτικώς ενάγοντος, της συζύγου του τελευταίου Ε. Μ. και του υιού τους Π. Κ., με την οποία αυτοί (κατηγορούμενοι) ζητούσαν να αναγνωριστούν συννομείς και συγκύριοι, κατά ποσοστό 90% και 10% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, του επίμαχου εδαφικού τμήματος, επικαλούμενοι τον ίδιο τρόπο κτήσης (έκτακτη χρησικτησία η πρώτη και δωρεάς εν ζωή κατ' ιδανικό μερίδιο 10% εξ αδιαιρέτου από την πρώτη, ο δεύτερος των κατηγορουμένων), που προβάλουν με τον ως άνω ισχυρισμό τους. Με την παραπάνω απόφαση η αγωγή τους απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εξάλλου, και η πραγματική κατάσταση, που υπάρχει σήμερα αναφορικά με το επίδικο, επιβεβαιώνει, ότι τούτο δεν συμπεριλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της κατηγορουμένης, ούτε αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο πράξεων νομής της τελευταίας. Συγκεκριμένα, η νότια του επιδίκου κείμενη ιδιοκτησία της κατηγορουμένης, δεν είχε πρόσβαση από βόρεια σε δημοτικό δρόμο και ο μόνος τρόπος, με τον οποίο θα μπορούσε, να συνδεθεί με κοινόχρηστο δρόμο είναι μέσω του επίδικου τμήματος που εφάπτεται κατά την ανατολική του πλευρά εν μέρει με κοινόχρηστο δρόμο. Παρά το γεγονός, όμως, ότι η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι νέμεται το επίδικο από το έτος 1982, δεν φρόντισε να διαμορφώσει είσοδο μέσω αυτού, αν και θα ήταν συνεπές και προς τις πολεοδομικές διατάξεις, αλλά ούτε παράθυρα του σπιτιού της άφησε προς αυτό, ούτε προέβη σε κάποια άλλη διαμόρφωσή του (κατασκευή βεράντας, εξάλειψη υψομετρική διαφοράς μεταξύ του επιδίκου και της ιδιοκτησίας της κλπ). Τέλος, οι κατηγορούμενοι διατείνονται ότι σε κάθε περίπτωση, η αξία του ιδανικού μεριδίου που μεταβιβάστηκε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο στον δεύτερο από αυτούς ανέρχεται το πολύ σε τριακόσια εβδομήντα τέσσερα (374) ευρώ και για το λόγο αυτό η αποδιδόμενη πράξη θα έπρεπε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να είναι αυτή της απάτης με προξενηθείσα ζημία ευτελούς αξίας. Με δεδομένο δε ότι το αδίκημα αυτό διώκεται κατ' έγκληση (άρθρο 387 σε συνδ. με αρθρ. 377 ΠΚ), η οποία εν προκειμένω υποβλήθηκε από τον εγκαλούντα στις 24-11-2005, δηλαδή μετά την πάροδο τριμήνου από την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου και, συνεπώς, εκπρόθεσμα, πρέπει να απαλλαγούν από την κατηγορία, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης. Ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η αξία του επίδικου εδαφικού τμήματος, κατά το χρόνο κατάρτισης του υπ' αριθμ. .../29-6-2005 συμβολαιογραφικού εγγράφου, με βάση τις κρατούσες στις συναλλαγές συνθήκες και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι τούτο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης ιδιοκτησίας του εγκαλούντος, στην οποία εντάσσεται κατ' αξία και λειτουργικά, δεν υπολείπεται των 3.663 ευρώ, η δε αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε στον εγκαλούντα από την ως άνω πράξη των κατηγορουμένων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευτελούς αξίας. Με βάση τα προαναφερθέντα, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στο Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ, στις 29-6-2005 από κοινού ενεργούντες και έχοντας σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και πιο συγκεκριμένα, στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο προσελθόντες από κοινού ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Δέσποινας Ι. Παπαδημητρίου, η οποία εδρεύει επί ... αρ. 2 και έχοντας σκοπό να αποκομίσουν το παράνομο περιουσιακό όφελος των 3,663 ευρώ, έβλαψαν την περιουσία του εγκαλούντος Α. Κ. του Π. κατά το ανωτέρω χρηματικό ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου, πείθοντας τη Συμβ/φο Δέσποινα Ι. Παπαδημητρίου να προβεί σε πράξη ήτοι να συντάξει το υπ'αριθμ. .../29-6-2005 συμβ/κό έγγραφο επί του οποίου ανεγράφετο ότι η πρώτη κατηγορουμένη παραχωρούσε υπό μορφή δωρεάς εν ζωή στο δεύτερο κατηγορούμενο και σύζυγό της μεταξύ των άλλων ακινήτων και τμήμα ακινήτου οικοπέδου με στοιχεία ΒΓΔΖΟΒ εμβαδού 15,59 τ.μ. ως τούτο απεικονίζεται στο προσαχθέν τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. Μηχανικού Α. Π., κείμενο στη θέση ... του τέως Δήμου Κυμαίων και εντός του χωρίου ..., παριστάνοντας προς την ανωτέρω συμβ/φο ψευδώς και εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθινά ήτοι ότι η πρώτη κατηγορουμένη απέκτησε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το ανωτέρω τμήμα ακινήτου εκ χρησικτησίας ενώ το αληθές ήταν ότι το ανωτέρω τμήμα ακινήτου ουδέποτε το ενέμετο ως τούτο πιθανολογείται στην υπ' αριθμ. 42/2005 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Κύμης ουδέ κέκτηται αυτό κατά κυριότητα δεδομένου ότι τούτο ανήκε στον εγκαλούντα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαιογραφικού εγγράφου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κύμης Σπύρο-Αριστείδη Μάγκου. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 193 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, αφού υπάρχει ασάφεια και αοριστία ως προς την έκθεση των περιστατικών αυτών. Ειδικότερα, ενώ καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για απάτη σε βάρος του εγκαλούντος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί κατά τρόπο σαφή ποια ήταν η περιουσιακή βλάβη και πως επήλθε στην περιουσία του τελευταίου. Συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι αναιρεσείοντες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στη συμβολαιογράφο, ότι η πρώτη εξ αυτών είναι κυρία και ενός τμήματος ακινήτου, εμβαδού 15,59 τ.μ., το οποίο όμως στην πραγματικότητα ανήκε στον εγκαλούντα, και έτσι η συμβολαιογράφος πείστηκε και συνέταξε το συμβόλαιο δωρεάς του τμήματος αυτού στο δεύτερο αναιρεσείοντα με αποτέλεσμα να υποστεί ο εγκαλών περιουσιακή βλάβη ύψους 3.663 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία του ως άνω τμήματος, με αντίστοιχη ωφέλεια των αναιρεσειόντων. Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, ο εγκαλών δεν απώλεσε την κυριότητα του ως άνω τμήματος αλλά η βλάβη του μπορεί να συνίσταται στη μείωση της αγοραίας αξίας της εναπομείνασας έκτασης του ακινήτου του συνεπεία της δημιουργηθείσης από την απάτη αμφισβητήσεως της κυριότητάς του εγκαλούντος και πραγματικού κυρίου ή και στη ζημία του από την εμπλοκή του σε μακροχρόνιους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες για την ακύρωση του συμβολαίου δωρεάς και την αναγνώριση της κυριότητάς του επί της άνω εδαφικής εκτάσεως των 15,59 τ.μ. Εκτός όμως των ανωτέρω, υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης ως προς το ποσοστό της μεταβιβασθείσης δια της συμβολαιογραφικής πράξεως εδαφικής εκτάσεως, καθόσον κατά μεν το αιτιολογικό μεταβιβάσθηκε το 1/10 εξ αδιαιρέτου τμήματος ακινήτου, εμβαδού 15,59 τ.μ. κατά δε το διατακτικό μεταβιβάσθηκε ολόκληρη η εδαφική έκταση των 15,59 τ.μ. Και στις δύο δε περιπτώσεις, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η βλάβη που επήλθε στον εγκαλούντα ανέρχεται σε 3.663 ευρώ. Συνεπεία των ως άνω ασαφειών, ελλείψεων και αντιφάσεων ως προς τη βλάβη που επήλθε στον εγκαλούντα αλλά και σε τι συνίσταται αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται, της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΠΚ λόγοι της υπό κρίση αίτησης και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9299/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ