Αριθμός 1782/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαχαιριώτη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Παπουτσάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2510/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1461/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/5/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 22/3/2010 αίτηση της Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε." κατά του Δ. Μ. περί αναιρέσεως της 1461/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του δευτέρου από τους λόγους αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 διεθνούς συμβάσεως εργασίας με αριθμό 95, προκύπτει ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή που δίδεται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό, συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από το μισθωτό εργασία. Δεν έχουν, όμως, το χαρακτήρα μισθού οι παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως, από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή βούληση αμφοτέρων των μερών να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία. Τις παροχές αυτές, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως "οικειοθελείς" και δεν δημιουργούν αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζόμενου, ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να τις διακόψει οποτεδήποτε και να παύσει να τις χορηγεί, ιδίως όταν έχει επιφυλάξει υπέρ αυτού μια τέτοια ευχέρεια. Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος, 141 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με το ν. 3001/2002 (πρώην άρθρο 119) και 288 ΑΚ αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση, όταν προβαίνει για οποιοδήποτε λόγο σε οικειοθελή παροχή προς τους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτήν κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Ολ. ΑΠ 348/1985, Ολ. ΑΠ 1191/1983). Η υποχρέωση αυτή, όμως, δεν εξικνείται πέραν του χρονικού σημείου, κατά το οποίο ο εργοδότης αποφασίζει τη διακοπή της χορήγησης της οικειοθελούς παροχής προς οιονδήποτε εργαζόμενο χωρίς διάκριση. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, τα στοιχεία που απαιτούνται για να είναι ορισμένη η αγωγή που έχει ως αίτημα την επιδίκαση οικειοθελούς παροχής προς αποκατάσταση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων, είναι εκτός από την επίκληση της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, αφ' ενός ο προσδιορισμός του είδους της παροχής και των περιστάσεων που προσδίδουν σ' αυτή το χαρακτήρα του "οικειοθελούς" και αφ ετέρου οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες χορηγείται η παροχή στους εργαζόμενους που τη λαμβάνουν και η ομοιότητα αυτών με τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες βρίσκεται ο εργαζόμενος που τη διεκδικεί. Αν τα γεγονότα αυτά εκτίθενται ατελώς στην αγωγή, το άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔ παρέχει στον ενάγοντα μισθωτό τη δυνατότητα να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει, με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως, τους περί αυτών ισχυρισμούς, στην έκταση που πρόκειται για ελλείψεις ως προς την περιγραφή ή την εξειδίκευση πραγματικών γεγονότων (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία), όχι, όμως, και για στοιχεία που απαιτούνται αναγκαίως, κατά νόμο, για την παραγωγή του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή (νομική αοριστία). Όταν η αγωγή δεν περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία, είναι απαράδεκτη (άρθρ. 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, στο άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) εξέθετε ότι συνδεόταν με την αναιρεσείουσα (εναγομένη) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι αποχώρησε πρόωρα από την υπηρεσία της, δυνάμει ειδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος που αυτή εφάρμοζε στο προσωπικό της, ότι η αναιρεσείουσα χορηγούσε στο προσωπικό που αποχωρούσε πρόωρα μια πρόσθετη αποζημίωση, ίση με το "συντάξιμο μισθό" έξι (6) μηνών, ο οποίος προσδιοριζόταν στην αγωγή, ότι η αποζημίωση αυτή που αποτελούσε οικειοθελή παροχή, καταβαλλόταν σε όλους τους αποχωρούντες υπαλλήλους, όπως οι υπ' αυτού ενδεικτικώς αναφερόμενοι, μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2006 και ότι θα έπρεπε να καταβληθεί και σ αυτόν, που αποχώρησε την 30-5-2006, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων. Το ιστορικό αυτό ήταν σαφές και πλήρες, διότι ως μόνη προϋπόθεση για τη χορήγηση της πρόσθετης αποζημίωσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, αναφερόταν η πρόωρη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο του ειδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος (με τη συμπλήρωση συγκεκριμένης ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας, που επίσης, αναφέρονταν στην αγωγή). Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε πλήρως ορισμένη την ένδικη αγωγή. απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής λόγω μη περιγραφής σ αυτή των συνθηκών, υπό τις οποίες βρίσκονταν αφ' ενός οι υπάλληλοι που έλαβαν την πρόσθετη αποζημίωση και αφ' ετέρου ο αναιρεσίβλητος που δεν την έλαβε, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, αφού η μόνη ενδιαφέρουσα περίσταση ήταν η πρόωρη αποχώρηση απάντων και η υπαγωγή αυτών στο Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα, περιστατικά που αναφέρονταν στην αγωγή. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ (που αφορά σε ποσοτική αοριστία της αγωγής), είναι αβάσιμος. Κατά το διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1461/2009 απόφασης, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία την 17-9-1979, είχε προσλάβει τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως τεχνολόγος ηλεκτρονικός στο τμήμα υποστήριξης των πελατών αυτής. Ο ενάγων εργάσθηκε ως την 30-5-2006, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, σε ηλικία 59 ετών και με χρόνο υπηρεσίας 32 ετών και 7 μηνών, υπαχθείς σε ειδικό Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα που εφάρμοζε η εναγομένη στο προσωπικό της. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα αυτό, πέραν των λοιπών, νομίμων κοινωνικών ασφαλιστικών παροχών, ο ενάγων έλαβε ισόβια, ετήσια σύνταξη και εφάπαξ ποσό, ανάλογο προς το 75% της αποζημιώσεως, την οποία θα λάμβανε κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920 λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (ως προς το κεφάλαιο περί του υπολογισμού του εφάπαξ ποσού, ο οποίος είχε αμφισβητηθεί με την αγωγή, δεν προσβάλλεται η 1461/2009 απόφαση του Εφετείου, διότι δέχθηκε τις απόψεις της αναιρεσείουσας). Εκτός, όμως, από το ως άνω εφάπαξ ποσό, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2003 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2006, η εναγομένη κατέβαλε σε όλους τους υπαλλήλους, που είχαν συμπληρώσει 28 έτη απασχόλησης στην υπηρεσία της και συνταξιοδοτούνταν πρόωρα, μια πρόσθετη αποζημίωση, ίση με το "συντάξιμο μισθό" έξι (6) μηνών, η οποία αποτελούσε οικειοθελή παροχή. Την εν λόγω πρόσθετη αποζημίωση, η οποία καταβλήθηκε στους υπαλλήλους Γ. Μ., Σ. Ζ., Ν. Φ. και Ε. Τ., που αποχώρησαν μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2006, η εναγομένη αρνήθηκε να την καταβάλει προς τον ενάγοντα, που αποχώρησε στο τέλος Μαΐου 2006, καθώς και σε άλλους υπαλλήλους αυτής, που αποχώρησαν μεταγενέστερα. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο η καταβολή της αποζημίωσης προς τους ως άνω υπαλλήλους έγινε, κατά περίπτωση, με ειδική ατομική συμφωνία, η οποία απέβλεπε στην εκούσια αποχώρηση εργαζόμενων που λόγω ασθενείας ή άλλων προσωπικών δυσχερειών εμφάνιζαν μειωμένη απόδοση στην εργασία τους, δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Εφετείου, διότι στα ιδιωτικά συμφωνητικά που τέθηκαν υπ όψη του αναφερόταν μεν ότι "η οικειοθελής παροχή δίδεται στον υπάλληλο βάσει ειδικής (...) συμφωνίας", αλλά δεν διαλαμβανόταν τίποτε περισσότερο "για τους λόγους και τους όρους της συμφωνίας αυτής". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η μη καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης προς τον αναιρεσίβλητο αποτέλεσε δυσμενή μεταχείριση αυτού σε σύγκριση με τους υπαλλήλους της αναιρεσείουσας, οι οποίοι, έχοντας τις ίδιες προϋποθέσεις για πρόωρη συνταξιοδότηση, είχαν αποχωρήσει μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2006 κα είχαν λάβει την πρόσθετη αποζημίωση ως οικειοθελή παροχή. Κατόπιν, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει την πρόσθετη αποζημίωση κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων (σε ποσό μικρότερο από εκείνο, στο οποίο την είχε υπολογίσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Με τα όσα δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την αποκατάσταση της ισότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, αν και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλλε στους αποχωρούντες υπαλλήλους αυτής την πρόσθετη αποζημίωση μόνο μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2006 και ότι δεν την κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, που αποχώρησε την 30-5-2006 και σε άλλους υπαλλήλους που αποχώρησαν μεταγενέστερα, δεν διέλαβε παραδοχές ως προς το αν υπήρξαν υπάλληλοι που έλαβαν την πρόσθετη αποζημίωση σε χρόνο παράλληλο με τον αποχώρηση του αναιρεσίβλητου ή μετά από αυτήν, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ως επιλεκτική υπήρξε αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1461/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ