Αριθμός 293/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Oκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", ως καθολικού διάδοχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάια Ελισάβετ Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Αθανασά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23-11-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια - Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 27-9-2022 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 23.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 174/23.11.2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 72/13.7.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 5.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας 382/10.11.2009 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 17/1.9.2009απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και, αφού δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της από 3.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης 14/5.12.2008 αγωγής του ενάγοντος-εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου, αναγνώρισε ότι ο τελευταίος δικαιούται το αιτούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που αφορά στη χρονική περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 23.2.2007 και του επιδίκασε το χρηματικό ποσό των 8.800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση κατά της 17/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπρόθεσμα και παραδεκτά, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας στις 23.11.2011 και σύμφωνα με τη σημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Δ. Γ.. Χ. που έχει τεθεί στο πρώτο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στο αναιρεσείον στις 25.10.2011 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ` του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και στο προσωπικό του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων, που λάμβανε το ως άνω προσωπικό λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Με την παρ. Β -1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό Κέντρα Υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των Κέντρων Υγείας. Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους". Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου ( δηλαδή του ν. 2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες, ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από Ν.Π.Δ.Δ ή από Ν.Π.Ι.Δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα Κέντρα Υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι: α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας, ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας, ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη, ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003, όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα Κέντρα Υγείας (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014). Σημειώνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 1389/2019). Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α` του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος. Με την υπ' αριθ. 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και που αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β` 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ` ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ` ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993. Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993. Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α` της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του Π.Δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014). Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1) και Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα Κέντρα Παιδοψυχικής Υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3).Επίσης, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου π.δ. 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο: α) την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ ....., Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Γ. Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ .....). Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1312/2017). Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1.Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: (α) Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, (β) Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, (γ) Τον οικογενειακό προγραμματισμό, (δ) Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, (ε) Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, (στ) Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, (ζ) Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, (η) Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5.[...]". Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.". Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.2.2004) οπότε ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα Κέντρα Υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από τις 18.2.2004 νόμο 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ. Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Επομένως στην περίπτωση αυτή, (δηλαδή μετά την εφαρμογή τουΝ. 3235/2004) η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη εφαρμογής του Ν.3235/2004 (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018). Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε πριν την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 313/2017), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Επομένως η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, ήτοι ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 1870/2013, 901/2013). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011). Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1389/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 3.12.2008 (με αριθμό κατάθεσης 14/5.12.2008) αγωγή στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας, επικαλείτο ότι συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Μισθωτών (ΙΚΑ -ΕΤΑΜ)" με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ότι συγκεκριμένα απασχολείτο στο Περιφερειακό Υποκατάστημα του αντιδίκου του στην …ως οδοντίατρος προ της 01.01.2003 και μέχρι τις 23.02.2007, ασκώντας τα συναρτώμενα με την ειδικότητά του καθήκοντα και ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας του δικαιούταν το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ. Α του ν. 2470/1997 και από το άρθρου 8 παρ. 5 περ. Α του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο αρνείται να του καταβάλει το εναγόμενο- αναιρεσείον και ζητούσε κυρίως με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και το ν. 3205/2003, επικουρικώς δε με βάση τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, α) να αναγνωρισθεί ότι δικαιούται την ένδικη ειδική μηνιαία παροχή και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο -αναιρεσείον να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.800 ευρώ ως νοσοκομειακό επίδομα που αφορά στη χρονική περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 23.2.2007, με το νόμιμο τόκο από την 1η και τη 16η ημέρα κάθε μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 17/2009 οριστική του απόφαση δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής. Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε, αναγνώρισε ότι ο ενάγων δικαιούται το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα και του επιδίκασε το ποσό των 8.800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως δικαιούμενο και μη καταβληθέν νοσοκομειακό επίδομα της χρονικής περιόδου από 1.1.2003 μέχρι 23.2.2007. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 5.11.2009 (και με αριθμό κατάθεσης 382/10.11.2009) έφεση. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα εξής: "Ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), είναι συμβασιούχος οδοντίατρος υπάλληλος του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Περιφερειακό Υποκατάστημα Καλαμάτας) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έχει δε προσληφθεί σε αυτό προ της …και έπαυσε να ασχολείται στο τελευταίο στις…. [...] ο εφεσίβλητος δεν έλαβε από το εκκαλούν το ανωτέρω "νοσοκομειακό" επίδομα για το χρονικό διάστημα από …έως …[...]. Το εκκαλούν αρνείται να καταβάλει στον εφεσίβλητο το επίδομα αυτό, ισχυριζόμενο [...] ότι δικαιούχοι του νοσοκομειακού επιδόματος είναι όσοι εργάζονται με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε νοσηλευτική μονάδα, όπου παρέχεται νοσηλευτικό έργο ολόκληρο το 24ωρο και στο οποίο παραμένουν ασθενείς για νοσηλεία, ήτοι σε μονάδα κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης και συνεπώς οι εφεσίβλητοι (εννοείται ο εφεσίβλητος) δε δικαιούται να λάβει το νοσοκομειακό επίδομα, αφού εργάζεται σε Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας του ΙΚΑ, στην οποία παρέχεται πρωτοβάθμια περίθαλψη και οι ασθενείς δεν παραμένουν σε αυτή για νοσηλεία. Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού [...] το νοσοκομειακό επίδομα χορηγείται όχι μόνο στο προσωπικό των νοσοκομείων, ήτοι μονάδων κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης, αλλά και στο προσωπικό των μονάδων του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ. (δηλαδή μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης), καθώς και στους υπηρετούντες στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των ν.π.δ.δ. του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής φροντίδας ανοικτής περίθαλψης του Π.Ε.Σ.Υ.Ε. Κατόπιν αυτών, [...] λαμβανομένου υπόψη ότι οι γιατροί οι υπηρετούντες με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ ασκούν όμοια καθήκοντα και τελούν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας κατά την παροχή της εργασίας τους με τους γιατρούς που υπηρετούν σε άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως το ΕΚΑΒ, τα Κέντρα Υγείας και τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ., καθώς και με εκείνους που υπηρετούν στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των Ν.Π.Δ.Δ. του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής φροντίδας ανοικτής περίθαλψης των Π.Ε.Σ.Υ.Ε., που λαμβάνουν το επίδομα αυτό, κρίνει ότι η μη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος που προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, και για τους υπηρετούντες στις μονάδες αυτές (ΕΚΑΒ, Κέντρα Υγείας κ.λ.π.) στον εφεσίβλητο, ο οποίος [...] κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσε ως οδοντίατρος- υπάλληλος του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ…), προσφέροντας υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους της μονάδας αυτής, αντίκειται στην [...] αρχή της ισότητας, διότι εισάγει για τον εφεσίβλητο οδοντίατρο της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ …δυσμενή διάκριση επί κατάστασης ουσιωδώς όμοιας προς τις ανωτέρω [...] περιπτώσεις, μη δικαιολογούμενη εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, ο εφεσίβλητος δικαιούται κατά το επίδικο διάστημα να λάβει το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 και από 18.2.2004 του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Σύμφωνα με τις σκέψης αυτές, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της [...].". Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία. Ειδικότερα με ορθή αιτιολογία κατέληξε ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα που δεν καταβαλλόταν στον αναιρεσίβλητο κατά το επιμέρους ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι και 17.2.2004το δικαιούται και αυτός με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Αντίθετα, προκειμένου να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. Α-5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα για το επιμέρους χρονικό διάστημα από 18.2.2004 μέχρι 23.2.2007, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3235/2004, με την οποία οι Νομαρχιακές (και οι Τοπικές) Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα Κέντρα Υγείας και του άρθρου 16 αυτού, ως προς το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3235/2004 (18.2.2004), αλλά προσέφυγε στη συνταγματική αρχή της ισότητας κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο διότι η προσφυγή στην ως άνω συνταγματική ρύθμιση δεν ήταν αναγκαία, ούτε υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής για τις επίδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου που αφορούν στη χρονική περίοδο από 18.2.2004 μέχρι 23.2.2007, ήτοι περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3235/2004 (18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ. Α -5 του ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με Κέντρα Υγείας Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο, αφού πρόκειται για απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου δικάσαντος ως Εφετείου) πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 8 παρ. 7 και 10 του ν. 2470/1997, 8 παρ. Α- 5, 43 παρ. 1-2, 44 και 55 παρ. 2 του ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 του ν. 3235/2004 και επεκτατικά τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την αιτίαση ότι το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα δικαιούται μόνο οι ιατροί του, που απασχολούνται σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) και όχι οι ιατροί που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης. όπως ο αναιρεσίβλητος, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις νομικές της αιτιολογίες, που αφορούν την επιδίκαση του νοσοκομειακού επιδόματος στον αναιρεσίβλητο για το χρονικό διάστημα μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3235/2004 (ήτοι από 18.2.2004 μέχρι 23.2.2007), καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι διέλαβε εσφαλμένες αιτιολογίες και έτσι κατέστη αναιρετέα κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη,ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν προβλέπεται κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, όταν η αίτηση για αναίρεσή τους, όπως εν προκειμένω, έχει ασκηθεί πριν την 1.1.2016.Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 23.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 174/23.11.2011 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 72/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ", παρότι ηττήθηκε, δεν πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, διότι κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσίβλητος παρέστη δια της πληρεξουσίας Δικηγόρου του, η οποία κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να μην έχει διατυπώσει αίτημα περί καταδίκης του αναιρεσείοντος στη δικαστική του δαπάνη (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 174/23.11.2011 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 72/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ