Αριθμός 1157/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: A) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε.", κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Σουμέλα και Αθανασίου Μακρυνιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. B) Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Σουμέλα και Αθανασίου Μακρυνιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2016 αγωγή του ήδη A αναιρεσίβλητου-B αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 714/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3893/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η Α αναιρεσείουσα με την από 1-9-2020 αίτησή της και τους από 28-12-2021 πρόσθετους λόγους αυτής και ο Β αναιρεσείων με την από ο 25-10-2021 αίτησή του και τους από 6-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εισάγονται προς συζήτηση οι: α) από 1-9-2020 αίτηση και από 28-12-2021 πρόσθετοι λόγοι της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B." και β) από 25-10-2021 αίτηση και από 6-12-2022 πρόσθετοι λόγοι του Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3893/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι τους, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι τους ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων στην ως άνω δεύτερη και αναιρεσίβλητος στην ως άνω πρώτη αναίρεση με την από 23-5-2016 αγωγή του ζήτησε για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα στην ως άνω πρώτη και αναιρεσίβλητη στη δεύτερη αναίρεση να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, αξίωση αποζημίωσής του λόγω ηθικής βλάβης και λοιπές αξιώσεις του τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 714/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και α) αναγνωρίστηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, β) υποχρεώθηκε η αντίδικος εργοδότης του να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και γ) αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή αυτής να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 46.381,81 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και ηθική του βλάβη. Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησαν εφέσεις και οι δύο διάδικοι (ενάγων και εναγομένη και ήδη αναιρεσείοντες στις ένδικες δύο αιτήσεις αναίρεσης), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3893/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν τις εν λόγω δύο εφέσεις. Α) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ και ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B.". ΙΙΙ. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Η καταγγελία όμως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012). Ειδικότερα η απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, όχι βέβαια κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μια αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, καθιστούν μη καταχρηστική τη για τους λόγους αυτούς καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζόμενου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 1486/2007, ΑΠ 643/1988). Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1192/2021, ΑΠ 272/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη από την "Ε. Τ. Τ. Ε." την 1-10-1975 ως υπάλληλος του Λογιστικού κλάδου, κατ' αρχήν με ετήσια δοκιμαστική σύμβαση, και ακολούθως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι ο Ο. Π. της Ε. Τ. προέβλεπε την αποχώρηση του προσωπικού με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας..., και οι ισχύσαντες στην προαναφερόμενη Τράπεζα Οργανισμοί Προσωπικού κατέστησαν μέρος της ατομικής του συμβάσεως. Ο ενάγων, λόγω της μη προαγωγής του, εκ μέρους της ως άνω εργοδότριάς του, στις θέσεις του Υποδιευθυντή Β και Α κατέφυγε στα Δικαστήρια και έλαβε τους ανωτέρω βαθμούς με την υπ' αριθ. 1788/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με αρχαιότητα από 1-1-1993, όσον αφορά τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β και με την υπ' αριθ. 3345/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την υπ' αριθ. 1171/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τον βαθμό του Υποδιευθυντή Α με αρχαιότητα από 1-1-2004. Κατά το χρονικό διάστημα 2004-2005, ο ενάγων κατείχε τη θέση του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής (από το 1998) και ακολούθως τη θέση του Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αθηνών, του Συμβούλου Διοίκησης σε θέματα Διοικητικής Μέριμνας και Συντονισμού Εργασιών των 7 Διευθύνσεων που εποπτεύονταν από τον τότε Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και ήταν Αναπληρωτής Διευθυντής στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων Εμπλοκών έως 20-7-2012. Η έγερση των ως άνω αναφερομένων αγωγών κατά της "Ε. Τ." είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί ένα κλίμα αν όχι εχθρικό, σίγουρα όχι ιδιαίτερα καλής συνεργασίας μεταξύ των ανωτέρω, η οποία κατέληξε, περί το έτος 2012, στην αποτoποθέτηση του ενάγοντος από την προαναφερόμενη θέση, με την αιτιολογία ότι είχε χαμηλή βαθμολογία στα δελτία αξιολόγησης και δεν ήταν επαρκής, με αποτέλεσμα ο ενάγων να καταστεί απλός υπάλληλος με μείωση και του μισθού του. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε εγγράφως και μετά την άσκηση της αγωγής κατά της εργοδότριάς του με αντικείμενο την βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, επί της από 1-9-2012 αιτήσεώς του, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η με αριθμό 5554/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η "Ε. Τ. ΑΕ" να προβεί στα ακόλουθα, όπως αναφέρει ειδικότερα η απόφαση: Υποχρεώνει την πρώτη καθ' ης να αποδέχεται προσωρινά τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του αιτούντος στη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή Καθυστερήσεων-Εμπλοκών, καταβάλλοντας σε αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές της θέσης αυτής, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της από 4-10-2012 αγωγής του. Καταδικάζει την πρώτη καθ' ης σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς την προηγούμενη διάταξη, στην καταβολή χρηματικής ποινής ποσού 200 ευρώ υπέρ του αιτούντος για κάθε ημέρα που δεν αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του στην ως άνω θέση. Απειλεί σε βάρος του δευτέρου καθ' ου υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των καθ' ων προσωπική κράτηση δέκα ημερών για κάθε ημέρα αρνήσεως της πρώτης των καθ' ων να συμμορφωθεί στην ανωτέρω υποχρέωσή της. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε καταρχήν στην "Ε. Τ. ΑΕ", στις 31-5-2013, με επιταγή προς εκτέλεση και ειδικότερα προς εκούσια συμμόρφωση και η τελευταία αποκατέστησε, σύμφωνα με το ανωτέρω διατακτικό, τον ενάγοντα και τον συμπεριέλαβε στο οργανόγραμμά της στο βαθμό και τη θέση που αυτός κατείχε πριν την αποτοποθέτησή του, που άλλωστε οδήγησε και στην έκδοση της ανωτέρω απόφασης αλλά και στην άσκηση της αγωγής και επίσης εφάρμοσε την απόφαση και ως προς το ύψος των αποδοχών του. Ακολούθως, από τις 28-6-2013, η ανωτέρω "Ε. Τ. ΑΕ" συγχωνεύτηκε, λόγω απορροφήσεως, από την εναγομένη τράπεζα με την επωνυμία "Α. Τ. ΑΕ", η οποία κατέστη καθολική της διάδοχος και υποκαταστάθηκε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της "E. Τ. ΑΕ" και επομένως υπεισήλθε στην εργασιακή σχέση του ενάγοντος και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πήγαζαν από αυτή. Μετά την συγχώνευση, ο ανωτέρω τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων Λιανικής Τράπεζας της εναγομένης, πλην όμως, επί της ουσίας, η ανωτέρω τοποθέτηση δεν υλοποιήθηκε ποτέ μέχρι που, στις 17-7-2013, η Εντεταλμένη Γενική Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργανώσεως της εναγομένης Π. Κ. δήλωσε στον ενάγοντα ότι δεν έχει καμία θέση να τον απασχολήσει στην συγκεκριμένη Διεύθυνση και του πρότεινε να αποχωρήσει από την υπηρεσία, με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Ο ενάγων δεν δέχθηκε και τόνισε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να ανταποκριθεί στις απορρέουσες από την 5554/2013 απόφαση υποχρεώσεις της, πλην όμως η ως άνω Διευθύντρια παρέμεινε σταθερή στην άποψή της, που εξέφραζε και την άποψη της εναγομένης. Κατόπιν τούτου ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη, στις 2-8-2013, εξώδικη διαμαρτυρία με την οποία της ζητούσε εντός δέκα ημερών να του γνωστοποιήσει αν σκοπεύει να εφαρμόσει την ως άνω απόφαση. Η εναγομένη, επίσης με εξώδικη δήλωση, δήλωσε ότι τελεί σε γνώση της αντιδικίας και ότι σέβεται τη δικαστική κρίση πλην όμως θα προβεί σε αξιολόγηση της εργασίας του, σύμφωνα και με τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν μετά τη συγχώνευση. Στη συνέχεια όμως, η εναγομένη δεν εφάρμοσε ποτέ την ανωτέρω απόφαση αλλά ανέθετε στον ενάγοντα εργασίες, τις οποίες όταν αυτός τις αποδεχόταν δεν προχωρούσε η ίδια στην υλοποίησή τους, ή δεν του ανέθετε κανένα έργο και σε καμία περίπτωση δεν του ανέθεσε καθήκοντα ανάλογα αυτών που όριζε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και ήδη του είχε αφαιρεθεί και το δικαίωμα Α υπογραφής, που ο ενάγων κατείχε στην αρχική του εργοδότρια από το έτος 1992, ενώ ακολούθως αφαιρέθηκε από αυτόν, το κινητό εταιρικό τηλέφωνο το οποίο είχε από το 2001, καθώς και η χρήση στάθμευσης την οποία είχε από το έτος 1991. Εξάλλου, ενδεικτικό της απαξιωτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, είναι το γεγονός ότι στις 14-10-2013 όλο το προσωπικό της ως άνω Διεύθυνσης, όπου ανήκε ο ενάγων, μετακινήθηκε στη Διεύθυνση Απαιτήσεων Ειδικού Χειρισμού Λιανικής Τραπεζικής, εκτός από τον ενάγοντα, και από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2013 , όλο το προσωπικό μετακινήθηκε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στον Άγιο Στέφανο Αττικής, πλην του ενάγοντος, ο οποίος παρέμεινε μόνος του στον 7ο όροφο του κτιρίου της οδού Αιόλου στην Αθήνα, μαζί με δύο κλητήρες, που ακολούθως μετακινήθηκαν και αυτοί, και ο ενάγων παρέμεινε τελείως μόνος, χωρίς εργασιακό αντικείμενο μέχρι την 3-2-2014, οπότε μετακινήθηκε και αυτός. Κατόπιν, με την από 24-4-2014 εξώδικη δήλωσή του προς την ανωτέρω αναφερόμενη Π. Κ., διαμαρτυρήθηκε για τις ως άνω ενέργειες, ζήτησε εκ νέου την εφαρμογή της 5543/2013 αποφάσεως και διαμαρτυρήθηκε για την απαξιωτική προς αυτόν συμπεριφορά της εναγομένης , αλλά πάλι δεν έλαβε ουδεμία απάντηση. Ακολούθως ο ενάγων απέστειλε και πάλι εξώδικες δηλώσεις και κατέθεσε εναντίον της εναγομένης την από 27-10-2014 αγωγή, η οποία εκδικάστηκε στις 2-10-2015, προκειμένου να του καταβάλει η τελευταία το ποσό των 200 ευρώ ημερησίως για την μη εφαρμογή της αναφερόμενης ανωτέρω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων καθώς και την από 12-5-2015 αγωγή, της οποίας μετ' αναβολή η συζήτηση ορίστηκε για τις 13-5-2016 προκειμένου να του καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 200 ευρώ ημερησίως, προφανώς για διαφορετικό χρονικό διάστημα και κατόπιν άσκησε και την από 26-5-2015 αγωγή, η οποία συζητήθηκε στις 8-12-2015 προκειμένου η εναγομένη να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του, όπως όριζε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Η αποστολή των εξώδικων από τις διάδικες πλευρές αλλά κυρίως η άσκηση των ως άνω αγωγών όξυνε το κλίμα μεταξύ των διαδίκων, ήδη δε από το έτος 2011 με αφορμή την περί ης ο λόγος αντιδικία, ο ενάγων είχε ασκήσει και μηνυτήριες αναφορές κατά στελεχών της εναγομένης. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι εξαιτίας όλων των ανωτέρω κλονίσθηκε η σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή πλέον η μεταξύ τους εύρυθμη συνεργασία γεγονός που οδήγησε στην απόλυση του ενάγοντος την 25-2-2016 με καταγγελία της εργασιακής του σχέσεως, η οποία είχε καταστεί αορίστου χρόνου πλέον. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης δεν ευσταθεί στην προκειμένη περίπτωση και τούτο διότι από την επίδοση προς αυτήν της 5543/2013 απόφασης που την υποχρέωνε να απασχολήσει τον ενάγοντα μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της αγωγής του, άφησε να παρέλθουν τρία ολόκληρα χρόνια, χωρίς να ζητήσει την ανάκληση ή την μεταρρύθμιση της εν λόγω αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων και χωρίς να επιταχύνει την έκδοση αποφάσεως επί της αγωγής, επικαλούμενη ακριβώς αυτή την αδυναμία συνεργασίας, δεδομένου μάλιστα ότι ισχυρίζεται μετ' επιτάσεως ότι ο ενάγων δεν ήταν ικανός υπάλληλος και για αυτό το λόγο είχε αποτοποθετηθεί από την Ε. Τ. από τη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή, προτίμησε με διαφόρους τρόπους να μην εφαρμόζει την ανωτέρω απόφαση ώστε να αναγκάσει τον ενάγοντα να παραιτηθεί, πλην όμως ο τελευταίος προτίμησε να ξεκινήσει τον δικαστικό αγώνα που αναφέρεται ανωτέρω διεκδικώντας τα δικαιώματά του. Πράγματι δε είναι αλήθεια, ότι σε παρόμοιες υποθέσεις δεν ασκούνται ούτε τόσες αγωγές ούτε μηνυτήριες αναφορές, από τους υπαλλήλους προς τον εργοδότη τους προς διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων, πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ίδια η εναγομένη, εμμέσως, με το να μην προβαίνει ούτε σε εφαρμογή της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ως προς την οποία είχε νομική υποχρέωση να την εφαρμόσει, ούτε σε οποιαδήποτε ενέργεια να ανατρέψει αυτήν ή να φροντίσει να συζητηθεί εντός συντόμου χρονικού διαστήματος η αγωγή του ενάγοντος, υποδαύλισε την ήδη οξυμένη κατάσταση με αποτέλεσμα ένα διαρκή και δυσανάλογο σε σχέση με τις περισσότερες περιπτώσεις δικαστικό αγώνα. Η έκβαση των δικών ή των μηνυτήριων αναφορών του ενάγοντος, αλυσιτελώς προβάλλεται από την εναγομένη , αφού οι δύο αντίδικες πλευρές σε άλλες δίκες κέρδισαν σε άλλες έχασαν. Επομένως, αν η εναγομένη ήθελε να απαλλαγεί από ένα υπάλληλο με τον οποίο δεν μπορούσε να συνεργαστεί, θα έπρεπε να ενεργήσει σε πολύ πιο σύντομο διάστημα και μάλιστα με νόμιμο τρόπο, αφού πρώτα θα έπρεπε να εφαρμόσει την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και κατόπιν να ακολουθούσε τις νόμιμες ενέργειες που θεωρούσε αναγκαίες. Επίσης, αλυσιτελώς προβάλλεται και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν είχε στο οργανόγραμμά της, θέσεις αναπληρωτή Διευθυντή, διότι αν πράγματι συνέτρεχε τέτοιος λόγος θα έπρεπε να ζητήσει την ανάκληση ή την μεταρρύθμιση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων πράγμα που δεν έκανε. Επομένως, είναι προφανές ότι η απόλυση του ενάγοντος οφείλεται σε εμπάθεια και εχθρικότητα της εναγομένης προς το πρόσωπό του, γιατί παρά τις παράνομες ενέργειές της δεν υποχώρησε αλλά συνέχισε να διεκδικεί τα εργασιακά του δικαιώματα και επομένως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη και η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας. Σχετικά με το ύψος του μισθού υπερημερίας προκύπτουν τα ακόλουθα:.... Ο δεύτερος λόγος εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την υποχρέωσε να απασχολεί τον ενάγοντα είναι απορριπτέος, διότι το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να υποχρεώσει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με το άρθρο 61 του νόμου 4139/2013 και επομένως το πρωτοβάθμιο δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και την εκτίμηση του νόμου. Επίσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω απορριπτέοι είναι και οι λοιποί λόγοι έφεσης της εναγομένης αλλά και του ενάγοντος και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθούν οι από 3-7-2017 συνεκδικαζόμενες εφέσεις κατά της 714/2017 αποφάσεως....". Με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη της ένδικης από 25-2-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (εργαζόμενου) εξαιτίας του επικαλουμένου από την εναγομένη (εργοδότη) κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης και του δημιουργηθέντος μεταξύ τους κλίματος οξύτητας (εχθρικού) συνεπεία των αναφερομένων επανειλημμένων και διαρκών δικαστικών και μη διεκδικήσεων και λοιπών ενεργειών εκ μέρους του ενάγοντος. Οι ως άνω δε αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 281 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων ως υπάλληλος από το 1975 του λογιστικού κλάδου της "Ε.. Τ.. Τ. Ε. Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η εναγομένη, είχε λάβει τις θέσεις του Υποδιευθυντή Β' και Α' με δικαστικές αποφάσεις, μετά την άσκηση αγωγών εκ μέρους του και σχετικές δίκες που διεξήχθησαν κατά το χρονικό διάστημα 2000-2008, με συνέπεια τη δημιουργία ενός κλίματος, αν όχι εχθρικού, οπωσδήποτε όχι ιδιαίτερα καλής συνεργασίας μεταξύ τους, που κατέληξε περί το έτος 2012 στην αποτοποθέτησή του από την προαναφερόμενη θέση, με την αιτιολογία ότι είχε χαμηλή βαθμολογία στα δελτία αξιολόγησης και δεν ήταν επαρκής. Επίσης, δέχεται ότι μετά την έκδοση της αναφερόμενης υπ' αριθ. 554/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται προσωρινά τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος στη θέση του Διευθυντή Καθυστερήσεων-Εμπλοκών, ο τελευταίος ξεκίνησε νέο δικαστικό αγώνα με την άσκηση τριών νέων αγωγών κατά τα έτη 2015 και 2016 για την εφαρμογή της προαναφερόμενης απόφασης. Επιπλέον, δέχεται ότι ο ενάγων, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αντιδικίας του με την εναγομένη, εκτός από τις αναφερόμενες αγωγές, είχε υποβάλει και μάλιστα από το έτος 2011 και μηνυτήριες αναφορές κατά στελεχών της εναγομένης, ενώ είχε αποστείλει προς αυτήν και εξώδικες δηλώσεις του. Δεν διευκρινίζεται όμως ούτε προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αριθμός, το περιεχόμενο, ο χρόνος και η εξέλιξη των εν λόγω ενεργειών του ενάγοντος κατά της εναγομένης, ώστε να μπορεί να κριθεί η βασιμότητα ή μη του προβαλλομένου από την τελευταία λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, οφειλομένης στην εξαιτίας των ενεργειών του πρώτου κλονισμού της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον δυνατή η μεταξύ τους εύρυθμη συνεργασία, γεγονός που αποκλείει την καταχρηστικότητα της σχετικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Μάλιστα, η ως άνω απόφαση σε άλλο σημείο εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι είναι αληθές ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν ασκούνται ούτε τόσες αγωγές ούτε μηνυτήριες αναφορές από τους υπαλλήλους προς τον εργοδότη. Εξάλλου, στη συνέχεια η ίδια απόφαση με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες καταλήγει στο ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ευσταθεί ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την αναφερόμενη καθυστέρηση της εναγομένης να ενεργήσει ώστε να επισπευστεί ο πιο πάνω δικαστικός αγώνας καθώς και από τη συμπεριφορά αυτής, η οποία "υποδαύλισε" την ήδη οξυμένη κατάσταση, παρά το ότι η δικαστική κρίση για το αν επήλθε η επικαλουμένη από τον εργοδότη απώλεια και κλονισμός της εμπιστοσύνης και αδυναμίας εύρυθμης συνεργασίας μεταξύ τους γίνεται κατ' αντικειμενική και όχι υποκειμενική εκτίμηση. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τους σχετικούς πρώτο και τρίτο λόγους του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος τους. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων του κύριου δικογράφου καθώς και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα αυτής, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Β) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ του Κ. Π.. Με την από 25-10-2021 αίτηση και τους από 6-12-2022 πρόσθετους λόγους του Κ. Π. ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 3893/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για τους αναφερόμενους λόγους ως προς τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρονται στην αναγνώριση υποχρέωσης της εναγομένης για την καταβολή στον ενάγοντα των αναφερόμενων ποσών (επιπλέον των ήδη γενομένων δεκτών) για μισθούς υπερημερίας, άλλως για διαφορά αποζημίωσης απολύσεως, για μη καταβληθείσες αποδοχές αδείας, για αναλογία δώρου Πάσχα 2016, για επίδομα αδείας 2016, καθώς και για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ζητήματα για τα οποία η κρίση έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την κρίση για το ζήτημα της εγκυρότητας ή μη της επίδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Ενόψει τούτων και κατόπιν των όσων εκτέθηκαν για τη βασιμότητα των ως άνω λόγων της πιο πάνω πρώτης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως ως προς την εγκυρότητα της επίδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και την αναίρεση για τους λόγους αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελείς οι λόγοι του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της δεύτερης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσως και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: α) την από 1-9-2020 αίτηση και τους από 28-12-2021 πρόσθετους λόγους της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B." και β) την από 25-10-2021 αίτηση και τους από 6-12-2022 πρόσθετους λόγους του Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3893/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 1-9-2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B.". ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3893/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-10-2021 αίτηση και τους από 6-12-2022 πρόσθετους λόγους του Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3893/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ