ΑΡΙΘΜΟΣ 832/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63714/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 187/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου με αριθμό και ημερομηνία 91/4-4-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρο 513§ 1 εδ. α' σε συνδ. προς άρθρο 476§1 εδ. α' Κ.Π.Δ., την από 29-1-2013 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, κατά της με αριθμ. 63.714/2011 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476§1α Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στον νόμο για την άσκηση της. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ'751). Από το συνδυασμό εξ άλλου των διατάξεων των άρθρων 465§1, 473§§§1, 2, 3, 474§1 και 501 §1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, είτε κατ' άρθρο 474§1 Κ.Π.Δ., ενώπιον του γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου, είτε κατ' άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ., δια δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Έτσι, ο νομοθέτης για να διευκολύνει εκείνον που καταδικάσθηκε, να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, καθορίζει υπαλλακτικό τρόπο άσκησης αυτής, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιείται εντός 20 ημερών, από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, όταν ο κατηγορούμενος ήταν στη δίκη παρών ή εντός 20 ημερών από την επίδοση αυτής στον απόντα κατηγορούμενο, πάντοτε όμως και υπό τον όρο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική (Φ. Ανδρέου: Κ.Π.Δ., έκδοση 2004, σελ. 1266). Είναι δε καταδικαστική η απόφαση, όταν δι' αυτής ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (αρθρ. 370 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. - Α.Π. 435/09, Ποιν. Δ/νη τ. 12ος 1169). Άρα, ένδικο μέσο κατά οιασδήποτε άλλης αποφάσεως, εκτός της καταδικαστικής, δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται), κατ' άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ., ν' ασκήσει ο κατηγορούμενος. Με βάση τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση, κατ' άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ., κατ' αποφάσεων που απορρίπτουν την έφεση ως εκπρόθεσμη, ως ανυποστήρικτη, ή ως απαράδεκτη, (Α.Π. 2569/08, Α.Π. 2661/08, Α.Π. 2694/08), διότι οι αποφάσεις αυτές δεν είναι καταδικαστικές. Αναίρεση κατ' αποφάσεως, που απέρριψε έφεση του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, μπορεί να ασκηθεί μόνον, κατ' αρθρ. 465§1, 473§1, 474§1, 501 § 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Αν παρά ταύτα, για τις μη καταδικαστικές αυτές αποφάσεις ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, από τον κατ' άρθρο 465§1 Κ.Π.Δ. κατηγορούμενο με δήλωση (473§2 Κ.Π.Δ.) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ., αφού αυτή ασκήθηκε, όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 474§1 Κ.Π.Δ., δηλαδή ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις (465§1, 474§1 Κ.Π.Δ.). II. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (Μεταβατική έδρα Ελευσίνας) κήρυξε ένοχο των τώρα αναιρεσείοντα και τότε ερήμην κατηγορούμενο Δ. Λ. του Κ., για παράβαση αρθρ. 71§1 Ν. 998/1979 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους (μετατραπείσα προς 10 ευρώ ημερησίως) και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ, εκδοθείσης της προς τούτο υπ' αριθμ. 9/27-1-2010 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 4182/19-4-2010 έφεση κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής απόφασης, το δε Η' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά την συνεδρίαση της 7-11-2011, απέρριψε την άνω έφεση ως ανυποστήρικτη, εκδίδοντας προς τούτο την υπ' αριθμ. 63.714/2011 απόφαση του. Η απόφαση αυτή καθαρογράφτηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών, την 13-3-12. Ο κατηγορούμενος αυτός στη συνέχεια, άσκησε την από 29-1-2013 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δια της κατ' αρθρ. 473§2 Κ.Π.Δ. δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης (63.714/2011) εκθέτοντας και τους λόγους αυτής. Σημειωτέον ότι, δεν ερευνάται το εμπρόθεσμο ή όχι της αναίρεσης, αφού προηγείται το νομότυπο αυτής. Πλην όμως, η ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Άρα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος (465§1 Κ.Π.Δ.) δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) να ασκήσει αναίρεση, κατ' άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ., κατά της ανωτέρω απόφασης. Δικαιούται να ασκήσει αυτήν, μόνο κατ' άρθρο 474§1 Κ.Π.Δ.. Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις του άρθρου 474§1 Κ.Π.Δ. και όχι οι διατυπώσεις του άρθρου 473§2 Κ.Π.Δ., αφού, ως προεκτέθηκε, η ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει, κατ' άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ., η υπό κρίση δια δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης του Δ. Λ. του Κ. κατά της μη Καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί ο ανωτέρω διάδικος, διότι αυτή ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις για την άσκηση της. Να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 29-1-2013 δήλωση αίτησης αναίρεσης (473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) του Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 63.714/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσειοντα. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1, δηλαδή από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοση της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ασκεί αίτηση αναιρέσεως, κατά της 63714/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του κατά της 9/27-1-2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Ελευσίνας) που τον καταδικάζει ερήμην σε φυλάκιση ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1.500 € για παράβαση του άρθρου 71 παρ 1 του Ν. 998/1979 όχι με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει, όπως είχε δικαίωμα, αλλά με δήλωση που επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρόλο ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση της και πρέπει, χωρίς να ερευνηθεί το εμπρόθεσμο ή όχι της αναιρέσεως, αφού προηγείται το νομότυπο αυτής, μετά την ειδοποίηση προς τούτο του αντικλήτου δικηγόρου του, σύμφωνα με την βεβαίωση του γραμματέα στον φάκελο της υποθέσεως, το Δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, αφενός να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως ως απαράδεκτη, αφετέρου να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από28-1-2013 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της 6371/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ