Αριθμός 70/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα. Των αναιρεσιβλήτων:1.Χ. Κ. του Π., 2. Ά. Ζ. άλλοτε συζ. Π. Κ., 3.Ε. Κ. του Π. και 4. Π. Ζ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δρακούλη Δρακουλόγκωνα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12 Οκτωβρίου 2006 και 14 Ιουνίου 2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας ως και την από 30 Απριλίου 2007 ομοία των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 304/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας, του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Μέχρι τον Οκτώβριο 2003 όλοι οι διάδικοι διέμεναν στην ίδια πολυκατοικία επί της οδού …στον …. Η ενάγουσα-εναγομένη Μ. Μ. διέμενε σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και από τους εναγομένους-ενάγοντες, οι μεν Ά. Ζ. - Κ., Χ. Κ. και Ε. Κ., μητέρα και ενήλικα τέκνα της αντίστοιχα, σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, η δε Π. Ζ., αδελφή της Α. Ζ., σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, ακριβώς πάνω από το διαμέρισμα της Μ. Μ.. Μέχρι τις αρχές του έτους 2000 οι σχέσεις των διαδίκων, συγκατοίκων στην ίδια πολυκατοικία, ήταν εντελώς τυπικές, από τότε όμως, οπότε ο σύζυγος της Ά. Ζ. Π. Κ. εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και δημιουργήθηκαν προβλήματα στην οικογένεια, η Ά. Ζ., αλλά και η θυγατέρα της Ε. Κ. επεδίωξαν να αναπτύξουν στενές κοινωνικές επαφές με τη Μ. Μ., για την οποία γνώριζαν ότι ήταν μόνη της και δεν είχε στενούς συγγενείς. Η Μ. Μ. υπολαμβάνοντας ότι η οικογένεια Κ. την είχε πλησιάσει στοχεύοντας στην απόσπαση από αυτή χρημάτων, προσπάθησε να τους κρατήσει σε απόσταση, αλλά αυτοί χολωμένοι από την αρνητική στάση της έγιναν περισσότερο φορτικοί και ενοχλητικοί, της χτυπούσαν το κουδούνι του διαμερίσματός της και της τηλεφωνούσαν ακόμη και σε ακατάλληλες ώρες, παρακολουθούσαν συνεχώς τις κινήσεις της και από το διαμέρισμα της τέταρτης εναγομένης στον τρίτο όροφο δημιουργούσαν άσκοπους και έντονους θορύβους, ώστε μονίμως να διαταράσσουν την ησυχία της και να την εκνευρίζουν. Στις 17/4/2002 και ώρα 11.15' το πρωί, καθώς η Μ. Μ. εξερχόμενη του διαμερίσματός της βρισκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας, η Ά. Ζ. μαζί με την κόρη της Ε. Κ. την ακολούθησαν, της έφραξαν την είσοδο και απρόκλητα την εξύβρισαν με τις φράσεις "γιατί ξινίζεις τα μούτρα σου όταν μας βλέπεις, εσύ είσαι που κάνεις την κυρία, ένα τίποτα είσαι", ενώ πίσω τους έτρεξε και ο Χ. Κ.ς, ο οποίος με τα χέρια του εμπόδισε τη Μ. Μ. να προχωρήσει στο δρόμο και ενώπιον των διερχομένων της φώναζε "εάν σε ξαναδώ μπροστά μου, θα σε σκοτώσω, θα σε θάψω", γεγονός που της προκάλεσε τρόμο και ανησυχία. Για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και απειλής η Μ. Μ. υπέβαλε εναντίον των αντιδίκων της Χ., Ά. και Ε. Κ. την από 22/4/2002 μήνυση, για την οποία διενεργήθηκε προανάκριση, στα πλαίσια της οποίας οι παραπάνω εγκαλούμενοι ενεχείρισαν στον πταισματοδίκη Πειραιώς το από 5/7/2002 απολογητικό υπόμνημα. Στο υπόμνημά τους αυτό ισχυρίστηκαν μεταξύ άλλων ότι "τα όσα αναφέρονται στη μήνυση είναι ψευδέστατα, αποκυήματα της νοσηρής της φαντασίας", ότι είναι παντελώς αναληθές ότι στις 17/4/2002 της επιτέθηκαν, την εξύβρισαν και την απείλησαν και ότι αντίθετα αυτή (Μ. Μ.) εξύβρισε τη δεύτερη με τις φράσεις "γιατί με παρακολουθείς μωρή ανώμαλη, που στο κάνει ο γιος σου κάθε βράδυ" και απευθυνόμενη προς τον πρώτο του είπε "έλα να σου πω για τη μάνα σου την ανώμαλη". Η τέταρτη Π. Ζ. στις 8/7/2002 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας υπεράσπισης των μηνυομένων ενώπιον του πταισματοδίκη Πειραιώς, κατέθεσε μεταξύ άλλων, αν και δεν ήταν παρούσα στο επεισόδιο, ότι η μηνύτρια χωρίς λόγο και αφορμή εξύβρισε την αδελφή της (Ά. Ζ.) με τη φράση "ανώμαλη που έχεις σχέσεις με το γιο και την κόρη σου" και ότι έβρισε τα ανίψια της και την ίδια τις επόμενες ημέρες. Ακολούθως, κατά την εκδίκαση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης ενώπιον τον Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το οποίο και καταδίκασε τους κατηγορουμένους σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών και δέκα (10) ημερών τον καθένα με την υπ' αριθ. 13503/2004 απόφασή του, αυτοί απολογούμενοι ισχυρίστηκαν για τη μηνύτρια, χωρίς να είναι αναγκαίο για την υπεράσπισή τους, ο πρώτος ότι "πιθανολογείται ότι υπήρξε ερωτική σχέση με τον πατέρα μου", η δεύτερη ότι "είχε ερωτική σχέση με τον άνδρα μου, την είδα με τα μάτια μου" και η τρίτη ότι "έχουμε δει τη μηνύτρια με τον πατέρα μας". Τα παραπάνω επίμαχα περιστατικά, που περιέχονται στο από 5/7/2002 κοινό απολογητικό υπόμνημα και τα όσα ισχυρίστηκαν στις απολογίες τους οι Χ. Κ.ς, Ά. Ζ. και Ε. Κ. και η Π. Ζ. στην από 8/7/2002 ένορκη εξέτασή της, είναι ψευδή, καθόσον στο επεισόδιο που έγινε στις 17/4/2002 η Μ. Μ. ήταν αυτή που δέχθηκε την χωρίς λόγο εξυβριστική και απειλητική επίθεση, τρομοκρατήθηκε από τις πράξεις αυτές και διασύρθηκε δημόσια, η ίδια δεν εξύβρισε την Ά. Ζ. "ανώμαλη που στο κάνει ο γιος σου κάθε βράδυ", ούτε τα τέκνα της Χ. και Ε. και ουδέποτε διατηρούσε ερωτική σχέση με τον σύζυγο και πατέρα αυτών αντίστοιχα Π. Κ., όλοι δε οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας τους με σαφή πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας Μ. Μ. και να μειώσουν την προσωπικότητά της, ενώ με τις αναφερόμενες δυσμενείς εκφράσεις και χαρακτηρισμούς, όπως "ψευδέστατα αποκυήματα της νοσηρής της φαντασίας" επιχειρούν να εμφανίσουν την παθούσα ως άτομο ψυχικά διαταραγμένο με νοσηρή φαντασία, που δεν διστάζει να υποβάλει ψευδείς μηνύσεις σε βάρος αθώων ανθρώπων, προσβάλλοντας και με τον τρόπο αυτό την προσωπικότητά της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι το επίμαχο περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης της Π. Ζ. και του απολογητικού υπομνήματος των τριών πρώτων εναγομένων δεν είναι συκοφαντικό και εξυβριστικό (εκτός από το χαρακτηρισμό "ψευδομηνύτρια") έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα Μ. Μ. με τον πρώτο λόγο έφεσης, ενώ ορθά απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος που ερευνήθηκε, την αντίθετη από 30/4/2007 αγωγή των Χ. Κ.., Ά. Ζ.-Κ., Ε. Κ.. και Π. Ζ., αφού το περιεχόμενο της από 12/10/2006 αγωγής της Μ. Μ. είναι αληθές και τα ιστορούμενα γεγονότα δεν αποτελούν εξύβριση, ήταν δε αναγκαία για την προστασία των κινδυνευόντων συμφερόντων της ενάγουσας, απορριπτόμενου ως αβασίμου του δεύτερου λόγου έφεσης των παραπάνω εναγόντων. Από όλη την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων (εξύβριση, απειλή, συκοφαντική δυσφήμηση) η ενάγουσα Μ. Μ., η οποία είναι καθηγήτρια φιλολογίας και εξαιτίας της οργανωμένης επίθεσης και των προπηλακισμών που δεχόταν από τους εναγομένους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το δικό της διαμέρισμα και να μισθώσει για κατοικία της άλλο διαμέρισμα στον …, υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας πρέπει να προσδιοριστεί σε 8.000 ευρώ σε βάρος κάθε εναγομένου από τους τρεις πρώτους και σε 4.000 ευρώ σε βάρος της τέταρτης, ποσά τα οποία κρίνονται εύλογα ενόψει των συνθηκών που τελέστηκαν σε βάρος της οι κατά συρροή αδικοπραξίες, του βαθμού του πταίσματος κάθε εναγομένου, του είδους και του μεγέθους της προσβολής και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών. Η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ότι το εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης, που δικαιούται η ενάγουσα Μ. Μ. από καθένα των τριών πρώτων εναγομένων, για τους οποίους δέχθηκε εν μέρει την από 12/10/2006 αγωγή, ανέρχεται σε 15.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης των εναγομένων. Περαιτέρω, στην από 14/6/2007 αγωγή, την οποία ως συναφή με τις δύο προηγούμενες ορθά συνεκδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της δίκης (αρθρ. 246 ΚΠολΔ), η ενάγουσα Μ. Μ. διατείνεται ότι μετά το επεισόδιο που δημιούργησαν σε βάρος της οι εναγόμενοι στις 17/4/2002, τις συνεχιζόμενες απειλές και τον εκφοβισμό της, η συγκατοίκηση στην ίδια πολυκατοικία ήταν γι' αυτή αφόρητη, καθόσον καθημερινά διαταρασσόταν η ψυχική της ισορροπία και κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα, γι' αυτό αρχικά αποφάσισε να πωλήσει το διαμέρισμά της, το οποίο είχε αγοράσει με δάνειο, τελικά όμως δεν προέβη στην πώλησή του, αλλά εκμίσθωσε αυτό σε τρίτους και από το Νοέμβριο 2003 η ίδια διαμένει σε άλλη μισθωμένη κατοικία, για την οποία καταβάλει μηνιαίο μίσθωμα 458 ευρώ. Ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι την εξανάγκασαν να σκεφτεί να πωλήσει το δικό της διαμέρισμα και τελικά να το εγκαταλείψει μισθώνοντας άλλο, ζημιώθηκε συνολικά 80.056,68 ευρώ, που αφορά τόκους δανείων, επιστροφή φόρου, έξοδα μετακόμισης, μισθώματα τρέχοντα και μελλοντικά, έξοδα μεταβίβασης για την μελλοντική πώληση του διαμερίσματός της και φθορές σε έπιπλα και σκεύη. Το παραπάνω ποσό ζήτησε να της επιδικαστεί ως αποζημίωση, καθώς και 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ενόψει, όμως, των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και της επικαλούμενης περιουσιακής ζημίας, καθόσον η απόφαση της ενάγουσας να πωλήσει το διαμέρισμά της και για το λόγο αυτό να υποβληθεί σε δαπάνες ήταν δική της επιλογή άσχετη με τις παράνομες ενέργειες των εναγομένων και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε εξ αρχής να το εκμισθώσει και με το εισπραττόμενο μίσθωμα να μισθώσει άλλο ανάλογο διαμέρισμα, όπως στη συνέχεια έπραξε, χωρίς περαιτέρω οικονομική επιβάρυνσή της, όσο αφορά δε τα επικαλούμενα έξοδα μετακόμισης και φθορές επίπλων, ανεξαρτήτως της αοριστίας των κονδυλίων αυτών, δεν αποδεικνύονται, ενώ δεν κρίνεται ότι η ενάγουσα με τα περιστατικά της προκειμένης αγωγής υπέστη περαιτέρω ηθική βλάβη, ώστε να δικαιούται πέραν της επιδικασθείσας για την προηγούμενη αγωγή επιπλέον χρηματική ικανοποίηση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που αν και με εν μέρει διαφορετική και πιο συνεπτυγμένη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με τις παραπάνω σκέψεις, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 14/6/2007 αγωγή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα Μ. Μ. με το δεύτερο λόγο έφεσης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν συντρέχει λόγος αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, αίτημα το οποίο επαναφέρεται με την από 12/3/2010 έφεση, πρέπει να γίνουν δεκτές οι εφέσεις ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που έκρινε επί της από 12/10/2006 αγωγής της Μ. Μ., να κρατηθεί η υπόθεση κατά τούτο προς κατ' ουσίαν εκδίκαση (αρθρ. 535 ΚΠολΔ) και να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή, βάσει της οποίας πρέπει να υποχρεωθούν ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα 8.000 ευρώ ο καθένας με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωριστεί ότι η τρίτη και η τέταρτη των εναγομένων οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα 8.000 ευρώ και 4.000 ευρώ αντιστοίχως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ Α) όσον αφορά την από 12-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε κατά ένα μέρος τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή αυτή και το μεν υποχρέωσε τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν εις ολόκληρο στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ το δε αναγνώρισε ότι η τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων οφείλουν να καταβάλουν στην ίδια ενάγουσα εις ολόκληρο τα ποσά των 8.000 και 4.000 ευρώ αντίστοιχα με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ενώ και Β) όσον αφορά την από 14-6-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η εν λόγω αγωγή ως αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914,932,297,298 Α.Κ. ούτε και άλλες ενώ παράλληλα δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στηρίζουν το διατακτικό χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες. Ειδικότερα δε και σε σχέση με την κριθείσα απορριπτέα από 14-6-2007 αγωγή, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα με πληρότητα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία α) η απόφαση της ενάγουσας να πωλήσει το διαμέρισμά της και οι εντεύθεν δαπάνες της ήταν δική της επιλογή άσχετη με τις παράνομες ενέργειες των εναγομένων δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε εξ αρχής να το εκμισθώσει και με το εισπραττόμενο μίσθωμα να μισθώσει άλλο ανάλογο διαμέρισμα όπως στη συνέχεια έπραξε χωρίς περαιτέρω επιβάρυνσή της β) δεν αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα έξοδα μετακόμισης και φθορών επίπλων και γ) δεν υπέστη η ενάγουσα περαιτέρω ηθική βλάβη ώστε να δικαιούται πέραν της επιδικασθείσας με βάση την από 12-10-2006 αγωγή επιπλέον χρηματική ικανοποίηση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και παραδοχής της εν λόγω αγωγής. Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος, δεύτερος, και τέταρτος κατά το σχετικό τους μέρος από τους αριθ. 19 ο πρώτος και 1 και 19 οι λοιποί του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά την ειδικότερη αιτίαση περί αντιφατικότητας αιτιολογιών είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενες ως αντιφάσκουσες αιτιολογίες ανάγονται σε διαφορετικά κεφάλαια. Ο πρώτος λόγος κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.Α.Π. 6/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το επιδικασθέν σ' αυτή ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη είναι μικρό σε σχέση με την επελθούσα προσβολή της προσωπικότητάς της. Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος καθώς και ο πρώτος και τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το λοιπό τους μέρος είναι απαράδεκτοι διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας - εναγομένης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και οι υπ. αριθ. 2016/6-8-2007, 3028/13-8-2007 και 6807/10-9-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη αλλά και σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στο Δικαστήριο αυτό. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται επικουρικά η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των ίδιων ως άνω αποδεικτικών μέσων είναι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη προεχόντως απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη παραδοχή της έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμος. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ο οποίος και μόνο προσήκει όχι δε και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο έφεσης που άσκησε η ενάγουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης σύμφωνα με τον οποίο παραπονέθηκε ότι εσφαλμένα σε σχέση με την από 12-10-2006 αγωγή της, επιβλήθηκε προσωπική κράτηση διάρκειας 3 μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης ενώ έπρεπε να απαγγελθεί προσωπική κράτηση μεγαλύτερης διάρκειας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος διότι υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς ( άρθρο 1047 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) σύμφωνα με το οποίο προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται για απαίτηση μικρότερη των τριάντα χιλιάδων ( 30.000) ευρώ, δεν μπορεί να εκτελεσθεί και απόφαση που απαγγέλλει προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη του ποσού τούτου όπως είναι και η κατά τ' ανωτέρω επιδικασθείσα. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση της Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 304/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ