ΑΡΙΘΜΟΣ 73/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. R. του D. και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 49/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 769/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 εδάφια β' και ζ' του ν. 3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά", με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί, μεταφέρει, ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου αυτού περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρ. 1 παρ. 2 πίνακας Α' αριθμ. 5 του ως άνω Κώδικα). Ως αγορά και πώληση των ουσιών αυτών θεωρείται η, κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική τους υπόσταση. Κατά το άρθρο 23 του ιδίου ως άνω νόμου με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη, κατά δε την διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξ άλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής εφ' όσον όμως είναι σαφείς και ορισμένοι και αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε το δικαστήριο, όπως και στην περίπτωση κατά την οποία οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Περαιτέρω ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και σε περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής τέτοιας διατάξεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου υπάρχει και όταν η εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, της κατ' επάγγελμα, αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανής και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ ως και της παραβιάσεως περιορισμών διαμονής και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών και σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών και ενός μηνός, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανάγνωση της εκκαλουμένης απόφασης και των πρακτικών αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στους τόπους και χρόνους που αναγράφονται στο διατακτικό με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α. 1. Στη Λάρισα, σε χρόνο που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς πάντως μέχρι τον χρόνο της σύλληψης του (21.6.2009), αγόρασε από άλλον ή άλλους ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, αγόρασε από άτομο ή άτομα, των οποίων τα στοιχεία δεν έχουν γίνει γνωστά, μεταξύ των οποίων και κάποιος ονόματι Τ., αλβανικής υπηκοότητας, αγνώστων λοιπών στοιχείων, κατόπιν συναντήσεως τους, ηρωίνη συνολικού βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr), αντί αγνώστου τιμήματος, την οποία κατείχε και μετέφερε κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 2, 3 κατηγορία και πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε διαδοχικά σε τρίτον κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 4 κατηγορία. 2. Στον επαρχιακό δρόμο Μαυροβουνίου Αργυροπουλίου Λάρισας, την 21.6.2009 και περί ώρα 18.00', χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 του ν. 3459/2006, κατείχε ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατείχε ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους εκατόν ένα γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) σε επιμέρους ποσότητες και δη α) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και τριακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (10,3 gr), β) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και τριακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (10,3 gr), γ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), δ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων (10 gr), ε) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), στ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), ζ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), η) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και εκατό χιλιοστών του γραμμαρίου (10,1 gr), θ) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους δέκα γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (10,4 gr) και ι) μία νάιλον συσκευασία με ηρωίνη, βάρους εννέα γραμμαρίων και εννιακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (9,9 gr), την οποία πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον Δ. Κ., αστυνομικό στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου, κατόπιν συναντήσεως τους στον ανωτέρω τόπο, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 4 κατηγορία. Τις παραπάνω ποσότητες κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και με δική του βούληση να διαθέσει αυτές. 3. Στον επαρχιακό δρόμο Μαυροβουνίου Αργυροπουλίου Λάρισας, την 21.6.2009 και περί ώρα 18.00', χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 του ν. 3459/2006, μετέφερε ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατά γενόμενο νομοτύπως έλεγχο από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, διαπιστώθηκε ότι μετέφερε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του E. M., που οδηγούσε σε χρόνο πριν τη σύλληψη του, τις αναφερόμενες στην υπό στοιχείο 2 κατηγορία ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης). 4. Στον επαρχιακό δρόμο Μαυροβουνίου Αργυροπουλίου Λάρισας, την 21.6.2009 και περί ώρα 18.00' πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε σε τρίτον ναρκωτικές ουσίες, ήτοι τεχνητές και φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές, που απαγορεύονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον Δ. Κ., αστυνομικό στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου, κατόπιν συναντήσεως τους, ηρωίνη συνολικού βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) αντί τιμήματος 1400 €. Στις ανωτέρω δε πράξεις της αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών προέβη κατ' επάγγελμα, καθόσον προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ενόψει της ιδιάζουσας ευχέρειας με την οποία, προμηθεύτηκε τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ηρωίνης, καίτοι άνεργος και αφού κατένειμε μεθοδικά σε επιμέρους συσκευασίες, ήτοι δέκα συσκευασίες, προς περαιτέρω διάθεση, θα πωλούσε συστηματικά σε τρίτους, όπως και έπραξε, με παντελή απουσία ηθικών αναστολών και μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος προς βιοπορισμό από την εμπορία ναρκωτικών, με τη χρήση δύο συσκευών κινητής τηλεφωνίας για την αποτελεσματικότερη επικοινωνία με τους αγοραστές. Β. Στη Λάρισα, από την 22.11.2007 μέχρι και την 21.6.2009, παραβίασε τους περιορισμούς που του είχαν επιβληθεί νόμιμα στην ελευθερία της διαμονής και τις σχετικές υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, παραβίασε την με αριθμό 6634/1/802864/Γ/21.6.2007 απόφαση του Διευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρισας, με την οποία αποφασίσθηκε η απέλαση του από την Ελλάδα και η εγγραφή του στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (Ε.Κ.Α.Ν.Α.) και στο σύστημα πληροφοριών Schengen μέχρι την 21.6.2012, παρότι απορρίφθηκε η ενδικοφανής προσφυγή του επί της ανωτέρω απόφασης με την με αριθμό 6634/1/1118-α/6.7.2007 απόφαση του Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή της Περιφέρειας Θεσσαλίας και παρότι απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής επί αιτήσεως ακυρώσεως με χρονολογία κατάθεσης 23.7.2007 με την με αριθμό 298/22.11.2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας - Τμήμα Β' Τριμελές, και παρέμεινε μέχρι και τον χρόνο σύλληψης του (21.6.2009) στην Ελλάδα. Τα περιστατικά αυτά από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας που περιέχεται στα πρωτόδικα πρακτικά, τα οποία και αναγνώστηκαν κατ' άρθρο 502 παρ.1 ΚΠοινΔικ. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο στοιχείο. Αντίθετα ενισχύονται και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και ιδίως τις εκθέσεις κατάσχεσης, ζύγισης, χημικής εξέτασης. Ενισχύονται δε και από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος εμμέσως πλην σαφώς ομολογεί τις πράξεις του αυτές. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος αυτών και του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ, καθόσον, όπως προέκυψε, έως τον ως άνω χρόνο έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Απορριφθεί δε ο ισχυρισμός του περί τοξικομανίας, καθόσον δεν προηγήθηκε ο επιβαλλόμενος εργαστηριακός και κλινικός έλεγχος του κατηγορουμένου αλλά αντίθετα ο πραγματογνώμονας στηρίχτηκε στις πληροφορίες που του έδωσε ο κατηγορούμενος, χωρίς να αναφέρει στην έκθεσή του αυτή για αντικειμενικά ευρήματα. Τέλος απορριφθεί και το αίτημα για χορήγηση του ελαφρυντικού της μεταμέλειας καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτή είναι ειλικρινή". Με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με τις πράξεις της αγοράς, της πωλήσεως, της μεταφοράς και της κατοχής της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνη, (δεν πλήττεται με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το μέρος που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη της παραβιάσεως περιορισμών διαμονής), διέλαβε το Εφετείο στην ως άνω απόφασή του την από το Σύνταγμα και το νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελιώνουν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 του Π.Κ. και εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 2 πίνακας Α αριθμ. 5, 20 παρ. 1 περ. β', ζ', 2 και 23 Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή αντιφατικών, ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση του δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση κατά τις παραδοχές της, εκτίθενται τα περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση της πράξεως της τετελεσμένης πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας, με τη μνεία των στοιχείων του εμφανισθέντος ως αγοραστή αστυνομικού και του ήδη αναιρεσείοντος ως πωλητού και τη συμφωνία για την πώληση στον πρώτο, ως ενδιαφερόμενο να την αποκτήσει, από τον δεύτερο ηρωίνης συνολικού βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) αντί τιμήματος 1400 ευρώ. Η πώληση, που δεν προϋποθέτει την κατοχή των ναρκωτικών και, κατά το άρθρο 20 του ν. 3459/2006, προβλέπεται και τιμωρείται ως αυτοτελής και διακρινομένη από την κατοχή τέτοιων ουσιών πράξη, είναι δυνατό να συντελεσθεί με τη διάθεση του ναρκωτικού και τη συμφωνία για το αντάλλαγμα χωρίς να απαιτείται και η πραγματική καταβολή του τιμήματος. Κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πραγματώθηκε εξ ολοκλήρου στην περίπτωση του αναιρεσείοντος η εκ μέρους του πώληση ναρκωτικής ουσίας και ειδικότερα ηρωίνης βάρους εκατόν ενός γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (101,4 gr) με την περιέλευση της ποσότητας που αφορούσε η συμφωνία περί πωλήσεως τους στον αγοραστή και μετά την δια της παραδόσεως αντί τιμήματος 1400 ευρώ, ολοκλήρωση της εμπράγματης δικαιοπραξίας για την πώληση της άνω ποσότητας ηρωίνης. Κατά συνέπεια δεν στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος όσον αφορά την πράξη της πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας, σε συμπεριφορά του δράστη που να υποδηλώνει μόνον αρχή εκτελέσεως, όπως η ενοχική απλώς συμφωνία για την πώληση ηρωίνης σε συναλλαγή με μυστικό αστυνομικό, άνευ οποιασδήποτε πράξεως παραδόσεως του ναρκωτικού για να θεωρηθεί μόνον ως απόπειρα πωλήσεως της ηρωίνης η πράξη του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στερείται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας και ότι ως προς την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών οι παραδοχές της αποφάσεως δεν δικαιολογούσαν καταδίκη του για τετελεσμένη πράξη, καθώς και ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 περ. β' του Κώδικα Νόμων Ναρκωτικών, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και την ιδιότητα του εμφανισθέντος ως αγοραστού αστυνομικού ολοκληρώθηκε πλήρως η εκποιητική δικαιοπραξία για την πώληση των ναρκωτικών, αντί να δεχθεί ότι μόνον αρχή εκτελέσεως της πωλήσεως ναρκωτικών συνιστούσε η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και μπορούσε μόνον ως απόπειρα αυτής να τιμωρηθεί. Συνεπώς το Πενταμελές Εφετείο που δέχθηκε ότι ολοκληρώθηκε πλήρως η εκποιητική δικαιοπραξία για την πώληση των ναρκωτικών, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω αιτιολογείται και η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πωλήσεως ναρκωτικών κατά το άρθρο 23 ν. 3459/2006, με την παραδοχή ότι προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, διότι εκτίθεται η παραδοχή ιδιάζουσας ευχέρειας, παρ' ότι άνεργος, με την οποία προμηθεύτηκε τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ηρωίνης, η οποία προϋποθέτει οργάνωση, η παραδοχή μεθοδικής κατανομής σε επιμέρους δέκα συσκευασίες που διευκολύνουν την περαιτέρω διάθεση σε τρίτους, όπως και η παραδοχή της χρήσεως δύο συσκευών κινητής τηλεφωνίας για την αποτελεσματικότερη επικοινωνία με τους αγοραστές. Συνεπώς το Πενταμελές Εφετείο που δέχθηκε τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς, κατοχής, μεταφοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ' του ΠΚ και 23 ν. 3459/2006 και διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠοινΔ. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του Κώδικα Νόμων Ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός τοξικομανίας του, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήτοι της αποκτήσεως της έξης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δε μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 30 του ν. 3459/2006. Για να είναι σαφής και ορισμένος ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, αρκεί να αναφερθεί ότι "τυγχάνει τοξικομανής, μη δυνάμενος να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών". Το δικαστήριο, αν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό οφείλει να αιτιολογήσει ιδιαίτερα την απόρριψή του και να αντικρούσει το τυχόν αντίθετο πόρισμα σχετικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι ο αναιρεσείων είναι τοξικομανής από εικοσαετίας και δεν δύναται να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις. Το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ετύγχανε τοξικομανής με την προπαρατεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία διέλαβε και ειδική σκέψη, στην οποία στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα περί της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως μη τοξικομανούς, διότι δέχεται ότι ως προς αυτόν δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα περί της ιδιότητάς του ως τοξικομανούς και το αντίθετο πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνον στους ισχυρισμούς του ιδίου του αναιρεσείοντος. Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις της ΥΑ Α2β/οικ. 3982 της 7.10/4.11.1987 "ενιαία επιστημονικά κριτήρια για τη διάγνωση της εξάρτησης" και διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠοινΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 476 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά του μέρους της ποινικής αποφάσεως σχετικά με την απόδοση ή τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων έκρινε η απόφαση. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 ν. 3459/2006 ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 20 έως και 24 το δικαστήριο, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου, διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων, τα οποία προήλθαν από την πράξη, του τιμήματός τους, των κινητών και ακινήτων που αποκτήθηκαν με το τίμημα αυτό, καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων, τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμέτοχους ή ακόμα και σε τρίτους που δεν συμμετείχαν στο έγκλημα, εφόσον γνώριζαν ότι τα αντικείμενα αυτά προορίζονταν για την τέλεση του εγκλήματος. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Σύμβασης Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών που κυρώθηκε με το ν. 1990/1991 (ΦΕΚ 193 Α) και ιδίως εκείνες του άρθρου 5 αυτής αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων". Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για την πράξη της αγοράς, πωλήσεως, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, την οποία δέχθηκε ότι τέλεσε αυτός χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι για πράξεις περιλαμβανόμενες στο άρθρο 20 παρ.1β' και ζ ν. 3459/2006, και αφού τον καταδίκασε γι' αυτή σε ποινή καθείρξεως 10 ετών, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση του κατασχεθέντος κατά την προδικασία ποσού των 1900 ευρώ, με την αιτιολογία "σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 38 του ν. 3459/2006 και 76 του ΠΚ πρέπει... να διαταχθεί η δήμευση χρηματικού ποσού 1900 ευρώ". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το ποσό αυτό προήλθε από την τέλεση των παραπάνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν διέλαβε στην αιτιολογία του σκέψεις, με βάση τις οποίες διέταξε την ανωτέρω δήμευση και συγκεκριμένα τη σχέση του δημευθέντος χρηματικού ποσού με τις αξιόποινες πράξεις του κατηγορουμένου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως, το ποσό των 1.900 ευρώ είχε κατασχεθεί στην οικία του αναιρεσείοντος με την από 21 Ιουνίου 2009 έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατασχέσεως του Α/Β Κ. Π., "ως προερχόμενο από ναρκωτικά" αλλά αυτός καταδικάσθηκε για άλλη πώληση, προς τον Δ. Κ., αστυνομικό στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου, αντί τιμήματος 1.400 ευρώ, ποσό το οποίο και κατασχέθηκε με την από 21 Ιουνίου 2009 έκθεση κατασχέσεως του ανθυπαστυνόμου Χ. Α.. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως του ως άνω ποσού. Κατά το άρθρο 35 παρ. 2 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ. 1 (για την απαγόρευση διαμονής σε ορισμένους τόπους). Για την εκτέλεση της απελάσεως εφαρμόζεται το άρθρο 74 του ΠΚ, με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της μ' εκείνη του άρθρου 74 του ΠΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού, υπηκόου Κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει την ισόβια απέλασή του από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή του σ' αυτήν. Ενόψει αυτών, η απόφαση που διατάσσει την απέλαση κατ' εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου, έχει κατά τούτο την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρει ότι πρόκειται για αλλοδαπό μη υπήκοο Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αν δε προβληθεί απ' αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την παραμονή του στη Χώρα, η αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να εκτείνεται και στην εν λόγω απόρριψη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της ποινής, ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, προέβαλε και εγγράφως, τον ισχυρισμό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του σοβαροί λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν τη μη απέλασή του από την Χώρα, επικαλούμενος ότι "Είμαι νόμιμος κάτοχος αδείας εργασίας στην Ελλάδα και ως εκ τούτου και σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ 2 του ν. 3459/2006, ισχύουν δια την περίπτωση μου σπουδαίοι οικογενειακοί λόγοι μη απελάσεως μου, αφού η οικογένεια μου κατοικεί από το έτος 1993 στην Ελλάδα και η απέλασις μου από αυτήν θα επιφέρει τον διαμελισμό της οικογενείας μου. Από την όλη προσωπική και οικογενειακή μου κατάσταση, η παραμονή μου στην Ελλάδα επιβάλλεται για λόγους επιβίωσης των ίδιων του παιδιού μου, το οποίο συντηρώ και στην ουσία εγώ μεγαλώνω με τα εισοδήματα της εργασίας μου. Τούτο επιβάλλει την παρουσία μου στην Ελλάδα γιατί από την Αλβανία δεν είναι δυνατόν όχι μόνο εισοδήματα για την ανατροφή να εξασφαλίσω, ούτε καν συνθήκες μόρφωσης και ανεκτό επίπεδο διαβίωσης για τα ίδια μπορώ να παράσχω. Η δική μου δηλαδή απέλαση θα τα αναγκάσει είτε στην φτώχεια στην Ελλάδα είτε να έλθει μαζί μου στην Αλβανία και φυσικά να καταδικασθεί το μέλλον τους. Επίσης η διάσωση της ενότητας της ίδιας οικογένειας μου γίνεται μόνο με την παραμονή μου στην Ελλάδα, αφού αν αναγκαστώ σε απέλαση και φύγω στην Αλβανία δεν πρόκειται αυτή να διατηρηθεί, η γυναίκα μου θα αναγκαστεί να μείνει στην Ελλάδα μόνη της και εγώ θα αδυνατώ ακόμη και να επικοινωνώ με το παιδί μου, αφού θα απαγορεύεται να έλθω στην Ελλάδα και αυτά δεν θα μπορούν να έλθουν στην Αλβανία. Επιπροσθέτως η κόρη μου πάσχει από σοβαρή οφθαλμολογική πάθηση όπως άνω έχω αναφέρει και χρήζει ειδικής ιατρικής φροντίδας, παρεχομένης μόνον στην Ελλάδα. Συντρέχει συνεπώς σπουδαίος λόγος μη απελάσεως μου από την Ελλάδα". Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί της απελάσεως, δέχθηκε το Εφετείο ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και δη υπήκοος Αλβανίας, η οποία δεν είναι κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Περαιτέρω, εν σχέσει με τον απορριφθέντα ως άνω ισχυρισμό, διέλαβε τα εξής: "Από τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού, που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων, που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Το ίδιο ισχύει και όταν η απέλαση επιβλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόμενη ποινή. Τέλος το Δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει την απέλαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού, στον οποίο επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71 και 72, στην περίπτωση δε αυτή η απέλαση μπορεί να διαταχθεί σε αντικατάσταση αυτών των μέτρων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος που καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και ενός (1) μήνα και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, είναι αλλοδαπός υπήκοος και συγκεκριμένα υπήκοος Αλβανίας. Συνεπώς συντρέχει περίπτωση απελάσεώς του από τη Χώρα και το Δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, που αναφέρθηκε ότι αποδείχθηκαν ότι πρέπει να διαταχθεί η απέλαση αυτού από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε". Κατ' ακολουθία τούτων διέταξε την ισόβια απέλασή του, μετά την έκτιση της επιβληθείσης ποινής. Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλομένη δεν έχει την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν αιτιολογεί γιατί τα προβληθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα ως διακωλυτικά της απελάσεώς του ως άνω περιστατικά δεν δικαιολογούν τη μη απέλασή του από την Χώρα, με συνέπεια να πάσχει το συνταχθέν απορριπτικό του αυτοτελούς του ισχυρισμού συμπέρασμα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη και κατά την διάταξή της περί απελάσεως του αναιρεσείοντος από τη Χώρα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 49/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης μόνο κατά την περί δημεύσεως ποσού χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ διάταξή της και τη διάταξή της περί απελάσεως του αναιρεσείοντα από την Χώρα. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8.6.2012 αίτηση του S. R. του D. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ