Αριθμός 880/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1. Σωματείου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΕΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο και Ιωάννη Πίκουλα, 4. Α. Π., κατοίκου ..., έως και 67. Ι. Ο., κατοίκου ... . Άπαντες οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "STANDARD CHARTERED INERNATIONAL (U.S.A) LTD" (πρώην AMERIKAN EXPRESS BANK LTD), που εδρεύει στη ..., με υποκατάστημα στην Ελλάδα, ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Πέτρο Οικονόμου και Γεώργιο - Κανάρη Λειβαδά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4111/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3825/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1000/9.12.2011 αιτήσεως για αναίρεση της 3825/14.7.2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την 8530δ/25-7-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Γεωργίου-Κανάρη Μ. Λειβαδά, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 1000/9-12-2011 αίτηση για αναίρεση της 3825/14-7-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον εκ των υπογραφόντων, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρο Νικόλαο Φιλιππόπουλο (ΚΠολΔ 143 παρ.3, 127 παρ.2) ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 7-1-2013, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (7-1-2013), κατά την οποία, εκπροσωπουμένων των με στοιχ. (4-67) αναιρεσειόντων, κατά την αρίθμηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον πληρεξούσιο αυτών δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο, αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (1-4-2013), με παράλληλη εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου, ισχύουσας στην περίπτωση αυτή της εγγραφής ως κλήτευση αυτών κατά την εν λόγω μετ' αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ4). Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο (1-4-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω με στοιχ. (4-67) αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 1000/9-12-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3825/14-7-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 214296/11962/29-12-2005 αγωγή το ενάγον και ήδη πρώτο των αναιρεσειόντων Σωματείο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ AMERICAN ΕΞΠΡΕΣ", υπέρ του οποίου προσθέτως παρενέβησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, διετείνετο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική και μη πληττομένη κατά τούτο εκτίμηση του ενδιαφέροντος την παρούσα αναιρετική διαδικασία περιεχομένου του δικογράφου αυτής, απευθυνομένης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ ΛΤΔ" και ήδη "STANTARD CHARTERED INTERNATIONAL (U.S.A.) ότι "1. Ιδρύθηκε το έτος 1979 από τους εργαζόμενους στην εναγόμενη τράπεζα με σκοπό (αρθρ. 1 καταστατικού του) την παροχή, πρωτεύοντως επικουρικής σύνταξης στους εργαζόμενους στην εν λόγω τράπεζα, οι οποίοι ήταν και μέλη του, δευτερευόντως διάφορων βοηθημάτων στους ίδιους εργαζόμενους. Από τον χρόνο ίδρυσης του ταμείου (έναρξη είσπραξης εισφορών 1.5.1982) μέχρι το Μάρτιο του 1994 όλοι ανεξαιρέτως όσοι υπηρετούσαν στην τράπεζα ήταν και. μέλη του. Η αντίδικός του, μέχρι τη δημιουργία του, ασφάλιζε συνταξιοδοτικά τους υπαλλήλους της στην "Εθνική Ασφαλιστική", πέραν της υποχρεωτικής ασφάλισης τους στο Ι.Κ.Α χωρίς δική τους οικονομική συμμετοχή και επιβάρυνση. Η εναγόμενη, πριν αυτό (ενάγον) λάβει υπόσταση με την είσπραξη εισφορών από τα μέλη του. κατέθεσε στο ταμείο προκαταβολικά ήδη από το 1980. διάφορα ποσά έναντι εργοδοτικών εισφορών, μόνο και μόνο για να φαίνεται ότι υπάρχει ταμείο και λειτουργεί, ώστε να αποτρέψει τυχόν κίνδυνο υπαγωγής του προσωπικού της στο Τ.Ε.Α.Μ., επειδή την 31.1.1983 ήταν υποχρεωτική η ένταξη όλων των μισθωτών στο Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. Συγκεκριμένα, κατέθεσε έναντι μελλοντικών εισφορών, α) τον Δεκέμβριο του έτους 1980 ποσό 900.000 δρχ., β) τον Δεκέμβριο του έτους 1981 ποσό 1.800.000 δρχ., γ) τον Μάρτιο τον έτους 1982 ποσό 100.000 δρχ., δ) τον Απρίλιο του έτους 1982 ποσό 800.000 δρχ. 2. Η εναγόμενη, αφού προηγουμένως πρότεινε την ίδρυση του, εν συνεχεία συμβλήθηκε μαζί του και εγγυήθηκε τη βιωσιμότητα του, δηλαδή τη δυνατότητα του να χορηγεί επικουρική σύνταξη στα μέλη του εφ' όρου ζωής τους. Η σχετική σύμβαση υπογράφηκε την 2.12.1981 μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και της εναγομένης. Σύμφωνα προς τη σύμβαση αυτή :"Άρθρο 1: Σκοπός. Στόχος της συμφωνίας είναι το να διασφαλίσει, η ΤΡΑΠΕΖΑ ότι οι υπάλληλοι που έχουν μακρά υπηρεσία όταν φθάσουν στην ηλικία αποχώρησης, θα εξασφαλίσουν μια παροχή συντάξεως που θα συμπληρώνει την σύνταξη του ΙΚΑ. Η συνταξιοδότηση του Ι.Κ.Α ή από οποιονδήποτε άλλον κρατικό φορέα δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της συντάξεως αυτής, από το ΤΑΜΕΙΟ, εφ' όσον ο/η υπάλληλος συγκεντρώνει όλους τους όρους που καθορίζονται σ! αυτή την συμφωνία". Από το άρθρο αυτό της συμφωνίας του προκύπτουν τα εξής: Οι όροι (λέξεις) "Σκοπός" και "Στόχος" είναι συγγενείς, αλλά ο δεύτερος εμπεριέχεται νοηματικά στον πρώτο και χρησιμοποιούνται "εν σειρά", για να αποδώσουν με έμφαση και απόλυτη ακρίβεια τη βούληση των συμβαλλομένων. Σκοπός ή στόχος της "συμφωνίας", δηλαδή αντικείμενο της συμφωνίας μεταξύ τράπεζας και ταμείου, επομένως σκοπός ή στόχος των "συμβαλλομένων μερών", είναι "το να διασφαλίσει η τράπεζα", ότι οι υπάλληλοι που έχουν μακρά υπηρεσία, όταν φθάσουν στην ηλικία αποχώρησης, θα εξασφαλίσουν μία παροχή σύνταξης, που θα συμπληρώνει τη σύνταξη του ΙΚΑ. Πρόκειται για τη σύνταξη, την οποία υπό τους όρους του καταστατικού του χορηγεί αυτό (ταμείο) στα μέλη του, δηλαδή για την επικουρική σύνταξη. όπως αυτή περιγράφεται και ορίζεται στο άρθρο 1 του καταστατικού του, κατά το οποίο : "Συνιστάται επαγγελματικόν σωματείον υπό την επωνυμίαν "Ταμείον Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ" με έδραν τας Αθήνας σκοπός του οποίου είναι: Α) η χορήγησις επικουρικής συντάξεως εις τα αποχωρούντα της υπηρεσίας της Τραπέζης μέλη του κυρίου, βοηθητικού και υπηρετικού προσωπικού της, λόγω γήρατος, αναπηρίας ή ατυχήματος εξ οιασδήποτε αιτίας. Β) Η χορήγηση βοηθημάτων ή εκτάκτων παροχών στα μέλη του ...". Δεδομένου ότι ο σκοπός του (ταμείου) καθορίζεται από το καταστατικό του και είναι πρωτεύοντος "η χορήγησις επικουρικής συντάξεως" στο μέλη του; η αναφορά του ίδιου σκοπού, ως σκοπού και πρώτου στόχου της ως άνω συμφωνίας (τράπεζας και ταμείου), υπογραμμίζει την εξαιρετική βούληση και ευθύνη της εναγόμενης τράπεζας να εξασφαλίσει αυτή τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης στα μέλη του. Δηλαδή, η αντίδικος του δηλώνει, συμφωνεί και αποδέχεται ως συμβατικό της σκοπό, στην ανωτέρω συμφωνία τους, το να διασφαλίσει ότι οι υπάλληλοι της που έχουν μακρά υπηρεσία, όταν φθάσουν στην ηλικία αποχώρησης από την εργασία τους, θα εξασφαλίσουν μία παροχή σύνταξης, που θα συμπληρώνει τη σύνταξη του ΙΚΑ. Επομένως, εφόσον τα μέλη του εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στο ταμείο (και πληρούν τις υπό του καταστατικού του προβλεπόμενες προϋποθέσεις), τότε η τράπεζα διασφαλίζει, ότι τα μέλη αυτά θα εισπράττουν τη σύνταξη που δικαιούνται εφ' όρου ζωής τους. Συνεπώς, αν για οποιονδήποτε λόγο (που δεν συνιστά παράβαση του Καταστατικού), το ταμείο (ενάγον) αδυνατεί να καταβάλει τις προβλεπόμενες από το Καταστατικό του συντάξεις στα δικαιούμενα μέλη του, τότε η εναγόμενη τράπεζα "διασφαλίζει" ότι τα μέλη αυτά θα έχουν εξασφαλισμένη από την τελευταία, την καταβολή της επικουρικής τους σύνταξης και συνακόλουθα αυτή θα τους καταβάλει εφ' όρου ζωής τους μέσω του ταμείου την επικουρική τους σύνταξη. 3. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πρόκειται περί μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, εγγυοδοτικού και εξασφαλιστικού περιεχομένου στην οποία δανειστής είναι αυτό (ενάγον ταμείο), οφειλέτης είναι η αντίδικος του τράπεζα και τρίτος (τρίτοι) οι υπάλληλοι της παραπάνω τράπεζας, δηλαδή τα μέλη του. Η εν λόγω υπέρ τρίτου σύμβαση του με την εναγόμενη είναι μη γνήσια, δεδομένου ότι η παροχή αφορά επικουρική σύνταξη, την οποία χορηγεί αυτό εκ του κεφαλαίου του, το οποίο προκύπτει από τις εργοδοτικές και υπαλληλικές εισφορές και τους υπόλοιπους πόρους του, καθώς και από τους κάθε φύσης καρπούς και αποδόσεις του κεφαλαίου του, το οποίο υπόκειται από το καταστατικό του στον κανόνα της - μεταξύ των μελών και δικαιούχων του - αλληλεγγύης. Δηλαδή, η εναγόμενη δεν εξοφλεί τις υποχρεώσεις της έναντι αυτού, αν δεν του καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές της ή την ίδια την επικουρική σύνταξη ενός εκάστου των μελών και δικαιούχων του (σε εφαρμογή της εγγυοδοτικής υποχρέωσης της) και καταβάλλει κατευθείαν στα μέλη και δικαιούχους του. Η ως άνω παρεχομένη από την τράπεζα εγγύηση και εξασφάλιση είναι απόλυτη, όπως αυτό καταφαίνεται από τη χρήση του ρήματος "ασφαλίζω" (στην ίδια φράση αρχικά ως "διασφαλίζω" και μετά ως "εξασφαλίζω"), Συγκεκριμένα. η τράπεζα διασφαλίζει ότι τα ασφαλισμένα μέλη του και υπάλληλοι της, θα εξασφαλίσουν, δηλαδή θα έχουν εξασφαλισμένη, την παροχή της επικουρικής τους σύνταξης, που αποτελεί τον πρώτο στόχο της ανωτέρω συμφωνίας τράπεζας και ταμείου. Η παροχή αυτής της εγγύησης από την εναγόμενη αποτελεί συνέχιση μιας ομοιόμορφα από πολλών ετών εφαρμοζόμενης πρακτικής και συνιστά επιχειρησιακή συνήθεια για όλες τις μεγάλες τράπεζες με δικαιολογητικό λόγο ότι το δικαίωμα στη σύνταξη είναι παρεπόμενο δικαίωμα της εργασιακής σχέση;. Η εγγύηση της καταβολής της επικουρικής σύνταξης των υπαλλήλων της εναγομένης και μελών του δόθηκε όχι μόνον για τα τελευταία, που αποχωρούν από την εργασία τους κατά τη συμπλήρωση του ανώτατου ηλικιακού τους ορίου (τα 60 χρόνια για τις γυναίκες κα; τα 65 για τους άνδρες), αλλά και σε εκείνα από τα μέλη του και υπαλλήλους της. οι οποίοι κάνοντας χρήση της διάταξης του άρθρου 5 του Καταστατικού του και - της επίμαχης συμφωνίας τους, συνταξιοδοτούνται, εξερχόμενοι οριστικώς της εργασίας, οι μεν γυναίκες στην ηλικία των 50 ετών. οι δε άνδρες στην ηλικία των 55 ετών. Αυτό ισχύει, κατά μείζονα λόγο, όταν αυτή την καταστατική μεν, πρώιμη όμως έξοδο των εν λόγω υπαλλήλων από την εργασία, προκαλεί η ίδια η εναγόμενη με τις αποκαλούμενες από αυτήν "εθελούσιες εξόδους" και επιπλέον, όταν αυτή αποτρέπει την εγγραφή των νέων υπαλλήλων της ως μελών του. 4. Το ύψος της επικουρικής σύνταξης που χορηγεί το ταμείο, καθορίζει το άρθρο 13 του καταστατικού του, με το οποίο ήταν σύμφωνη η αντίδικος του, οι δε καταβαλλόμενες στο σύνολο των δικαιούχων του συντάξεις σε ετήσια βάση καταδεικνύονται στον παρατιθέμενο στην αγωγή υπ' αριθ. 4 πίνακα. Οι πόροι που προορίζονται για την εξυπηρέτηση του σκοπού της χορήγησης επικουρικής σύνταξης στα μέλη του προκύπτουν από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. β άρθρου 1, παρ. 4 και 5 άρθρου 15 και άρθρου 4 του καταστατικού του και συμπίπτουν με τους αντίστοιχους όρους της από 2.12.1981 συμφωνίας και της πρόσθετης τροποποιητικής συμφωνίας της 31.1.1983, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι για κάθε υπάλληλο που πληροί τους όρους και συνεισφέρει κάθε μήνα το 3% των κύριων αποδοχών του/της, η τράπεζα θα συνεισφέρει το 6% αυτών των αποδοχών στο ταμείο. Για τη χορήγηση βοηθημάτων ή έκτακτων παροχών στα μέλη του, δεν υπάρχει συμφωνία με την τράπεζα και ισχύουν οι διατάξεις του Καταστατικού του. Ωστόσο, η τράπεζα συνεργάσθηκε με το ταμείο για την εκπλήρωση του εν λόγω δεύτερου σκοπού του, όταν θέλησε να χορηγήσει στο προσωπικό της αυξήσεις αντίθετες με την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης. Την 31.12.2004 το διαθέσιμο κεφάλαιο του ταμείου (ενάγοντος ) ήταν 9.405.973.08 6 και μέχρι την ημερομηνία αυτή είχε αντιστοίχως τις κατωτέρω εισροές και εκροές : Σύνολο Εισφορών - Εξαγορών μέχρι 31.12.2004 = 8.372.046,28 € Σύνολο καταβληθεισών συντάξεων μέχρι 31.12.2004 = 4.598.761,76 € Σύνολο επιστραφεισών εισφορών μέχρι 31.12.2004 = 495.000,18 €. Το άθροισμα όλων των εισφορών και εξαγορών, που προορίζονται για σύνταξη μέχρι την 31.12.2004 είναι 8.372.046,28 €. Από το ποσό αυτό οι εξαγορές είναι 46.676,97 € και οι πρώτες αυξήσεις είναι 608.316,08 €. Επομένως, οι εισφορές 9% (6% εργοδοτικές + 3% υπαλληλικές) της συμφωνίας είναι 7.717,054 €, δηλαδή 2.572.351,33 € των εργαζομένων και 5.144.054,67 € του εργοδότη. 5. Μέχρι το έτος 1994 υπάρχει μια αύξουσα πορεία των εισφορών με μέγιστη τιμή το έτος 1994 στο ποσό των 198.412.088 δρχ., μετά δε το έτος αυτό η εναγόμενη προέβη σε αλλαγή της πολιτικής της, αρχικά με την παρότρυνση προσκείμενων στη Διοίκηση υπαλλήλων να φύγουν από το ταμείο (ενάγον) (1995) και στη συνέχεια με την εφαρμογή των προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου. Έτσι, αρχίζει η φθίνουσα πορεία των εισφορών, που από 582.280,52 € (198.412.088 δρχ.) το 1994, καταλήγουν σε 267.251.39 € το έτος 2004. Συγκεκριμένα, λόγω των εθελούσιων εξόδων αυξάνονται ραγδαία τα ποσά των συντάξεων και από το έτος 2001 οι ετήσιας συντάξεις είναι μεγαλύτερες από τις ετήσιες εισφορές, με κατάληξη το έτος 2004 οι ετήσιες συντάξεις να είναι κατά 343,60% μεγαλύτερες από τις ετήσιες εισφορές (συντάξεις 918.282,65 €-Εισφορές 267.251,396). Από την 1.4.1994 και εντεύθεν οι Γενικοί Διευθυντές του ταμείου δεν είναι μέλη του και "πείθουν" τους νεοπροσλαμβανόμενους υπαλλήλους να μη γίνουν μέλη του, αφού η αντίδικος του ανακάλυψε ότι έχει ωφέλεια αν αποτρέψει τον υπάλληλο της να εγγραφεί σ' αυτό και να τον εγγράψει στο Τ.Ε.Α.Μ.. διότι στο τελευταίο πληρώνει εργοδοτική εισφορά 3% και σε ορισμένο ύψος αποδοχών (πλαφόν), ενώ στο ταμείο πληρώνει 6% επί του συνόλου των μεικτών αποδοχών του υπαλλήλου. Επιπλέον, η εναγόμενη προέβη και σε άλλες ενέργειες εναντίον του. όπως : α. Αποχώρηση τον Μάρτιο του έτους 1995 ομάδας 30 στελεχών από το ταμείο και δικαστική επιδίωξη επιστροφής των εισφορών που κατέβαλαν απεμπολώντας τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα και καταστρατήγηση του νόμου για την υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση από το 1983 και εφεξής, αφού τον ασφαλισμένο τους χρόνο 1983-1995 τον εξαφάνισαν αναλαμβάνοντας με δικαστικές αποφάσεις τις εισφορές τους. β. Έναρξη από το έτος 1996 της διαδικασίας των εθελούσιων εξόδων και μέχρι το έτος 2003 αποχώρησαν 173 μέλη του, δηλαδή το 73,06% των συνταξιούχων (σύντομα οι συνταξιοδοτούμενοι δικαιούχοι θα γίνουν 245, έναντι 82 μελών εν ενεργεία υπαλλήλων). Ενδεικτικά των επιπτώσεων των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου είναι ότι το έτος 2003 καταβλήθηκε το ποσό των 750.460,27 € για συντάξεις έναντι 918.282,65 € του 2004 και εισπράχθηκαν εισφορές 325.304,40 € έναντι 267.251,39 € του 2004. Τα προγράμματα της εθελουσίας εξόδου εφαρμόσθηκαν τα έτη 1996, 1999, 2000. 2001, 2002 και 2003. γ. Προσπάθεια το έτος 1999 δημιουργίας νέας τράπεζας υπό την επωνυμία "American Express (Hellas) Bank", με σκοπό την αποδυνάμωση του, αφού με τη νέα τράπεζα θα απαλλασσόταν από το παλαιό προσωπικό της και τα βάρη του, ενώ αυτό (ενάγον) θα έμενε χωρίς μέλη. (Κατόπιν αντίδρασης του συλλόγου των υπάλληλων διάφορων υπουργείων το αίτημα αυτό της αντιδίκου του δεν ικανοποιήθηκε και τελικά όταν δόθηκε άδεια λειτουργίας της νέας τράπεζας από την Τράπεζα της Ελλάδος, η Διοίκηση της εναγομένης δεν την αξιοποίησε, αλλά προσέλαβε 30 υπαλλήλους, χωρίς να τους εγγράψει στο ταμείο). δ. Κατασυκοφάντηση των μελών του Δ.Σ. του ταμείου (ενάγοντος) για δήθεν κακοδιαχείριση, καίτοι η ίδια η εναγόμενη από το έτος 1982 μέχρι το έτος 1994 ασκούσε ουσιαστικώς τη διοίκηση του. 6. Την 31.12.2004 η εναγόμενη είχε 101 υπαλλήλους, από τους οποίους μέλη του είναι μόνον οι 82, ενώ αυτό θα έχει 245 συνταξιοδοτούμενους δικαιούχους. Για την εξυπηρέτηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των δικαιούχων κατά το έτος 2004 κατέβαλε το ποσό των 918.282,65 €, ενώ κατά το ίδιο έτος (2004), εισέρευσαν στο ταμείο του, 267.251,39 € από εισπραττόμενες εργοδοτικές και υπαλληλικές εισφορές. Με τα δεδομένα αυτά, τα αποθεματικά του δεν θα επαρκέσουν για τη χορήγηση σύνταξης στους ασφαλισμένους του μέχρι τέλους του βίου τους. Με σταθερές τιμές και με προσδόκιμο όριο επιβίωσης τα 84 χρόνια για τις γυναίκες και τα 82 χρόνια για τους άντρες, θα χρειασθεί (το ενάγον ταμείο) για την καταβολή επικουρικής σύνταξης το ποσό των 13.908.949.27 €. Με βάση την ανωτέρω από 2.12.1981 συμφωνία τους, το ως άνω ποσό των 13.908.949,27 6 (ή όσο μεγαλύτερο αποδειχθεί στην πραγματικότητα) οφείλει να του το καταβάλλει η εναγόμενη, αφού αυτή εγγυήθηκε και υποσχέθηκε με την εν λόγω συμφωνία τους να εξασφαλίσει την ισόβια εκ μέρους του καταβολή στα μέλη του της επίδικης επικουρικής συντάξεως-", πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελίωνε την φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή του ποσού 13.908.949,27 Ευρώ. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 4111/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αξιολογήθηκε, κατά τούτο (ως και τα λοιπά αιτήματα αυτής) ως μη νόμιμη και για το λόγο αυτό απορρίφθηκε, ως και οι πρόσθετες παρεμβάσεις και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 10618/14-11-2008 έφεση του ενάγοντος και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντων, υπέρ του οποίου παράλληλα παρενέβησαν κατά την δευτεροβάθμια δίκη με τα 400/12-5-2009 και 162/10-3-2010 αντίστοιχα δικόγραφα οι συνδικαλιστικές οργανώσεις "ΟΤΟΕ" και "ΓΣΕΕ", η 3825/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν επ' αυτών κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της κατ' ακριβή κατά του τούτο αντιγραφή της, "Α.Η συμβατική σχέση, που βασίζεται στο άρθρο 1 της επίδικης από 2-12-1981 σύμβασης και που- κατά το ενάγον- αποτελεί την κύρια νομική βάση για την άσκησή της εν λόγω αγωγής, δε μπορεί να χαρακτηρισθεί εγγύηση (ΑΚ 647) η εγγυοδοτική σύμβαση (ΑΚ 361) ή μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410) και συνακόλουθα δεν μπορεί να θεμελιωθεί ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης με βάση το ιστορούμενο περιεχόμενο της αγωγής. Τούτο διότι: α. Ως προς τη σύμβαση εγγύησης. α.α. Η από 2-12-1981 συμφωνία δεν πληροί τις προϋποθέσεις και τα γνωρίσματα της σύμβασης εγγύησης, διότι η εναγόμενη δεν ανέλαβε έναντι του ενάγοντος δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή του έναντι τρίτου. ββ. Η σύμβαση εγγύησης ως παρεπόμενη προϋποθέτει την ύπαρξη κύριας σύμβασης, την οποία πρέπει να εξασφαλίσει. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει άλλη κύρια σύμβαση, την οποία εξασφαλίζει η από 2.12.1981 συμφωνία των διαδίκων. γγ. Αν οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εγγύησης λόγω του αυστηρού και τυπικού χαρακτήρα του συμβατικού αυτού τύπου αυτό θα αναφερόταν ρητά στη συμφωνία τους. β. Ως προς την εγγυοδοτική σύμβαση. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς η εναγόμενη είναι ο εγγυοδότης τρίτος, τα μέλη του ενάγοντος ως δικαιούχοι της επικουρικής σύνταξης θα ήταν στη θέση του δανειστή, δηλαδή του εγγυολήπτη, και το ενάγον ο οφειλέτης. Ωστόσο, το σχήμα αυτό δεν ανταποκρίνεται στην κρινόμενη περίπτωση ως προς τα συμβληθέντα πρόσωπα και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί και λειτουργήσει ως εγγυοδοτική σύμβαση, αφού για να χαρακτηρισθεί ως εγγυοδοτική σύμβαση η από 2.12.1981 συμφωνία αυτή θα έπρεπε να συναφθεί μεταξύ της εναγομένης ως εγγυοδότη και του δανειστή, μελών του ενάγοντος ως εγγυολήπτη. πλην, όμως. στην προκείμενη περίπτωση καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος. γ. Ως προς τη μη γνήσια σύμβαση τρίτου Το ενάγον ερμηνεύοντας την από 2.12.1981 συμφωνία, την οποία χαρακτηρίσει μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, εγγυοδοτικού και εξασφαλιστικού περιεχομένου, θεωρεί ότι, αα) το ίδιο έχει τη θέση του δανειστή δέκτη της υπόσχεσης, ββ) η αντίδικός του τράπεζα είναι οφειλέτης, γγ) οι υπάλληλοι της παραπάνω τράπεζας δηλαδή τα μέλη του, είναι τρίτος (τρίτοι). Βάσει αυτού του σχήματος της τριγωνικής σχέσης είτε πρόκειται, για μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου είτε για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, το ενάγον θα έπρεπε να ζητεί την εκ μέρους της εναγομένης καταβολή απευθείας στους τρίτους και όχι στο ίδιο, δοθέντος ότι στη σύμβαση υπέρ τρίτου ο οφειλέτης καλείται να εκπληρώσει την παροχή πάντα και μόνο στον τρίτο. Ωστόσο, το ενάγον τόσο στο αιτητικό της αγωγής του όσο και στη σελίδα 7 αυτής, ανακόλουθα προς τον μηχανισμό της σύμβασης υπέρ τρίτου αιτείται, σαφέστατα την προς αυτό το ίδιο καταβολή (όχι προς τους "δικαιούχους" τρίτους). Β. Μοναδική οικονομική υποχρέωση της εναγομένης προς το ενάγον ταμείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συμφωνίας, είναι η εισφορά εκ μέρους της πρώτης στο δεύτερο ποσοστού 6% των κύριων αποδοχών κάθε υπαλλήλου της που πληροί τους όρους, είναι μέλος του Ταμείου και συνεισφέρει κάθε μήνα το 3% των κύριων αποδοχών του/της στο Ταμείο. Τούτο, αναφέρεται ρητά από το καταστατικό του ενάγοντος και την επίμαχη συμφωνία ότι "η τράπεζα δεν θα έχει άλλες, πρόσθετες οικονομικές υποχρεώσεις προς το ταμείο". Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι με την από 2.12.1981 έγγραφη σύμβαση συμφωνήθηκε η εκ μέρους της εναγομένης καταβολή εργοδοτικής εισφοράς στο ενάγον (το οποίο παρέχει επικουρική σύνταξη και πρόσθετα βοηθήματα στα μέλη του) και έγινε συμφωνία εγγυημένων ή προκαθορισμένων εισφορών, δηλαδή η εναγόμενη εγγυήθηκε την καταβολή της συμφωνημένης εργοδοτικής της εισφοράς προς το αλληλοβοηθητικό ταμείο". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες (ενάγον και προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντες κατά την πρωτοβάθμια δίκη) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 410 ΑΚ " αν κάποιος δεχθεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί ν' απαιτήσει να. καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε". Σύμβαση υπέρ τρίτου γεννάται εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να επέλθει κάποιο νομικό αποτέλεσμα υπέρ τρίτου προσώπου, που δεν μετέσχε στην κατάρτιση της σύμβασης, τούτο δε πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση. Πρόκειται επομένως για τριμερή (τριγωνική) συμβατική σχέση. Στη σύμβαση υπέρ τρίτου ονομάζεται υποσχεθείς αυτός που δεσμεύεται να προβεί σε κάποια παροχή (που μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη) προς τον τρίτο, δέκτης της υπόσχεσης το άλλο μέρος της σύμβασης (αντισυμβαλλόμενος) που δέχεται την υπόσχεση του πρώτου για παροχή και τρίτος αυτός στον οποίο οι δύο πρώτοι συμφωνούν να γίνει η καταβολή της παροχής. Η σχέση που συνδέει τον υποσχεθέντα με τον δέκτη της υπόσχεσης ονομάζεται σχέση κάλυψης, ενώ η σχέση μεταξύ του τρίτου και του δεκτή της υπόσχεσης, σχέση αξίας. Η οποιαδήποτε υποσχετική σύμβαση (αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής) μπορεί να καταρτιστεί με τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου, δηλαδή με κάποια από τις παροχές να κατευθύνεται προς τρίτο μη συμβαλλόμενο μέρος. Ανάλογα αν κατά το περιεχόμενο της σύμβασης υπέρ τρίτου θα αποκτήσει ο τρίτος άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα, μπορώντας να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας εκπλήρωση της παροχής, ή μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης θα μπορεί να αξιώσει από τον υποσχεθέντα την παροχή προς τον τρίτο, διακρίνεται η σύμβαση υπέρ τρίτου σε γνήσια και μη γνήσια. α. Μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ή νόθος ή ατελής, καταχρηστική ή εξουσιοδοτική) υπάρχει όταν μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την εκπλήρωση της συμφωνημένης παροχής στον τρίτο. Ο τρίτος δεν αποκτά κανένα άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και συνεπώς δεν μπορεί να εγείρει ευθέως αξιώσεις κατά του υποσχεθέντος. Ο υποσχεθείς αυτή τη δέσμευση αναλαμβάνει και καταβάλλοντος στον τρίτο εκπληρώνει την υποχρέωση του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του και ελευθερώνεται. Το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης δεν προϋποθέτει απόδειξη δικού του συμφέροντος για την εκπλήρωση στον τρίτο. Οι σχέσεις του δέκτη της υπόσχεσης με τον τρίτο όχι μόνο δεν επηρεάζουν τον υποσχεθέντα, αλλά δεν απαιτείται καν να τις γνωρίζει ο τελευταίος. Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της παροχής, ο δέκτης της υπόσχεσης δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση της παροχής στον τρίτο με όποιο περιεχόμενο αυτή έχει (δηλαδή και με τις δευτερογενείς απαιτήσεις) και συνεπώς μπορεί να ζητήσει αποζημίωση λόγω υπερημερίας ή αδυναμίας παροχής ή να απαιτήσει το περιελθόν και γενικά να ασκήσει όλα τα από το νόμο αναγνωρισμένα σχετικά δικαιώματα. β. Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άλλως τέλεια ή δικαιωματική), η οποία είναι και το αντικείμενο της ρύθμισης των ΑΚ 410 επ,, υπάρχει όταν ο τρίτος αποκτά άμεσα και αυτοτελώς δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή. Άρα, εκτός από το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης να απαιτήσει την καταβολή προς τον τρίτο, υφίσταται και ένα ανεξάρτητο δικαίωμα του ίδιου του τρίτου να απαιτήσει την καταβολή από αυτόν που υποσχέθηκε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης είναι η ενοχή του εγγυητή ότι θα εκπληρωθεί η παροχή του πρωτοφειλέτη προς τον δανειστή του, αν ο πρωτοφειλέτης την παραλείψει. Ο οικονομικός και δικαιοπρακτικός σκοπός της εγγύησης συνίσταται στην ενίσχυση και εξασφάλιση μιας άλλης (κύριας) ενοχής και. δη της ενοχής τρίτου προσώπου. Η σύμβαση εγγύησης είναι ετεροβαρής, αφού κύρια υποχρέωση προς παροχή αναλαμβάνει μόνον ο εγγυητής. Η εγγύηση είναι σύμβαση αιτιώδης, καθώς έμμεσος νομικός σκοπός της είναι η εξασφάλιση του δανειστή για αλλότριο χρέος, κατά τρόπο επικουρικό και παρεπόμενο, δηλαδή για την περίπτωση που ο κυρίως οφειλέτης δεν θα πληρώσει χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη. Ως εγγυοδοτική (ή εγγυητική) σύμβαση, ορίζεται η αυτόνομη υπόσχεση που δίνεται από ένα πρόσωπο (εγγυοδότη) προς έναν τρίτο (εγγυολήπτη) ότι θα ευθύνεται απέναντι του για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος που αφορά τον εγγυολήπτη. Η υπόσχεση του εγγυοδότη έχει ειδικότερα το περιεχόμενο ότι ο εγγυοδότης θα ανορθώσει τη ζημία που θα υποστεί ο εγγυολήπτης από την πραγμάτωση του κινδύνου. Από τον παραπάνω ορισμό της εγγυοδοτικής σύμβασης συνάγεται ότι βασικό της στοιχείο είναι η έννοια του κινδύνου. Ο κίνδυνος, για την πραγμάτωση του οποίου αναλαμβάνει ο εγγυοδότης την ευθύνη, αφορά την επέλευση ή τη μη επέλευση ενός νομικού ή πραγματικού αποτελέσματος. Για το αποτέλεσμα αυτό πρέπει ο εγγυοδότης να μην ευθύνεται από άλλη αιτία (π.χ. νόμο), δηλαδή πρέπει αυτό να αφορά και να βρίσκεται στη σφαίρα του εγγυολήπτη. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ευθύνη του εγγυοδότη έχει κατ' εξοχήν αποζημιωτικό χαρακτήρα. Ο εγγυοδότης δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση να αποτρέψει ο ίδιος την επέλευση του κινδύνου. Η ευθύνη του συνίσταται στο να φέρει τον εγγυολήπτη στην κατάσταση που θα βρισκόταν, αν δεν είχε πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, αλλά είχε επέλθει το εξασφαλιζόμενο πραγματικό ή νομικό αποτέλεσμα. Η εγγυοδοτική σύμβαση είναι συνδεδεμένη με κάποιον έμμεσο σκοπό, που αποτελεί την αιτία της και δεν μπορεί να υπάρξει πέρα και ανεξάρτητα από τον σκοπό αυτόν. Ο σκοπός αυτός συνίσταται στην εξασφάλιση του εγγυολήπτη (δανειστή). Έτσι, αποτελεί πάντα περιεχόμενο της εγγυοδοτικής σύμβασης η, έστω και συνοπτική, αναφορά σε ορισμένη παροχή που οφείλεται στον εγγυολήπτη από ορισμένον τρίτο, τον κίνδυνο της μη εκπλήρωσης της οποίας καλύπτει ο εγγυοδότης. Η εγγυοδοτική σύμβαση και η εγγύηση διαφέρουν κατά το ότι στην εγγυοδοτική μεν σύμβαση των μερών είναι η υποχρέωση του εγγυοδότη να έχει αυτόνομο, μη παρεπόμενο χαρακτήρα, στη δε εγγύηση να υπάρχει παρεπόμενη ευθύνη. Εγγυοδοτική σύμβαση, υπάρχει, όταν από τη συμφωνία των μερών συνάγεται η βούληση τους, η ευθύνη του εγγυοδότη να είναι από νομικής άποψης ανεξάρτητη από την ασφαλιζόμενη απαίτηση και να μην εξαρτάται από αυτήν ούτε κατά τη γέννηση της ούτε κατά τη διάρκειά της ούτε κατά την ενεργοποίηση της. Η βούληση αυτή των μερών υπέρ ή κατά του παρεπομένου θα πρέπει να διαγιγνώσκεται με βάση το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης συμφωνίας, χωρίς να υπάρχει απόλυτη προσκόλληση στις λέξεις, ωστόσο οι χρησιμοποιούμενες στη σύμβαση εκφράσεις και όροι θα αποτελούν κατ' αρχήν ενδείξεις υπέρ της εγγύησης ή της εγγυοδοτικής σύμβασης. Τέλος, στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγύησης, αλλά οι γενικές διατάξεις (αρθρ. 361 ΑΚ) περί συμβάσεων, καθόσον αυτή είναι αρρύθμιστη στο νόμο και αποτελεί δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά την ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, και ιδία εκείνης ότι κατά το ιστορούμενο περιεχόμενο αυτής η συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, η οποία απέρρεε από τη συνομολογηθείσα από 2-12-1981 επίμαχη σύμβαση, ήταν εκείνη της εισφοράς της προς το αναιρεσίβλητο ταμείο εργοδοτικής εισφοράς σε ποσοστό 6/100 επί των κυρίων αποδοχών εκάστου μέλους του, ορθώς αιτιολογήθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και για τον λόγο αυτό απορρίφθηκε. Επομένως η προσβαλλόμενη με το α' σκέλος του τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβάσεως των εν λόγω διατάξεων και ιδίαν εκείνης του άρθρου 361 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμη. II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα από παραβίαση δικονομικής διατάξεως σε αντιδιαστολή εκείνης ουσιαστικού δικαίου. Κατά την ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ο (αξιολογούμενος ως διατυπούμενος κατά τρόπο γενικό και αόριστο) ισχυρισμός του πρώτου των αναιρεσειόντων ότι η επίμαχη σύμβαση εντάσσεται στο κρατούν κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα και ότι οι παροχές της αναιρεσίβλητης συνίστανται σε παροχές κοινωνικοασφαλιστικής φύσεως προβλήθηκε το πρώτον με την έφεση, κατ' ανεπίτρεπτη, προεχόντως, μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής (ΚΠολΔ 527 περ.1, 224 εδ. 1) και ορθώς κατ' αποτέλεσμα αξιολογήθηκε ως απαράδεκτος, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι πρόκειται για μεταβολή της νομικής βάσεως της αγωγής, η οποία δεν υπόκειται στον κατά το άρθρο 224 εδ. 1 ΚΠολΔ περιορισμό, αντικαθιστάμενη με τις παρούσες (ΚΠολΔ 578). Επομένως υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προσβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη. Όμοια αρνητικά αξιολογούντα, προεχόντως ως απαράδεκτες, οι διατυπούμενες με τους απομείνοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11γ, 1, 19 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) της μη λήψεως υπόψη των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων (1ος λόγος), (β) της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ερμηνευτικούς κανόνες στους οποίους παρέλειψε να προσφύγει η προσβαλλόμενη απόφαση (4ος λόγος) και (γ) της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω αναφερομένων με στοιχ. Ι' της παρούσης διατάξεων (β' σκέλος 3ου λόγου), που προϋποθέτουν, ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά την αποδιδόμενη δι' αυτού πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της, υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, περίπτωση η οποία προφανώς δεν συντρέχει επί αξιολογήσεως της αγωγής ως μη νόμιμης. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι προσήκουν στη χαρακτηριζόμενη με στοιχ. Β επάλληλη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της οποίας, η μόνη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης ήταν η καταβολή της συμφωνημένης εργοδοτικής εισφοράς προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων Ταμείο, οι οποίοι αλυσιτελώς προβάλλονται, δοθέντος ότι, η κύρια αυτής αιτιολογία περί αξιολογήσεως της αγωγής ως μη νόμιμης, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1000/9-12-2011 αίτηση για αναίρεση της 3825/14-7-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ