ΑΡΙΘΜΟΣ 868/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. σύζ. Π. Σ., το γένος Ν. Μ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου-Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9131/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1358/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την, κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, δικανική του πεποίθηση. Συνεπώς στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου απόκειται η κρίση περί ανάγκης εξετάσεως μαρτύρων που δεν έχουν κλητευθεί και εντεύθεν αναβολής της δίκης. Εάν ο κατηγορούμενος υπέβαλε τέτοιο αίτημα το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει μόνο εξ όσον το αίτημα είναι ορισμένο. Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τι8ς αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την ως άνω προϋπόθεση ότι το αίτημα είναι ορισμένο. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσας, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε, δια του συνηγόρου της, αίτημα αναβολής της δίκης, "για να κληθεί ο διευθυντής της Πολεοδομίας και της Εφορίας", αναφέροντας ότι ''η Πολεοδομία, εκ παραδρομής, βεβαίωσε δυο φορές το ίδιο πρόστιμο, το οποίο εν συνεχεία διεγράφη, όμως μόνο από τη μία εγγραφή, ενώ η άλλη παρέμεινε και μάλιστα με τις προσαυξήσεις, για δε τα υπόλοιπα οφειλόμενα ποσά έγιναν προσφυγές''. Το αίτημα αυτό της κατηγορουμένης χωρίς επίκληση των στοιχείων (ονοματεπώνυμο-διεύθυνση) των εν λόγω μαρτύρων, ήταν αόριστο και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτό. Πέραν τούτου απορρίφθηκε από το δικαστήριο, με το εξής σκεπτικό. "Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας η υπόθεση έχει ήδη αναβληθεί τέσσερις φορές προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια της εκκαλούσας-κατηγορουμένης απόφαση περί διαγραφής χρέους, τέτοια δε απόφαση, παρά τις αναβολές, κατά τις δικάσιμους στις 4-10-2011, 20-1-2012, 30-3-2012 και 7-6-2012 δεν προσκομίσθηκε. Επί πλέον υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραγραφής της αποδιδόμενης στη κατηγορούμενη πράξης, ενώ με βάση τις προσκομισθείσες αποδείξεις είναι δυνατόν να αποσαφηνιστούν πλήρως τα αφορώντα στη δικαζόμενη υπόθεση ζητήματα και να προκύψει βεβαία περί αυτής δικανική πεποίθηση". Ως εκ του σημείου της δίκης, κατά το οποίο υποβλήθηκε το ως άνω αίτημα αναβολής, ήτοι προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, η αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε, ότι δηλαδή υπήρχαν άλλα αποδεικτικά μέσα για την έρευνα της υποθέσεως, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι στο σημείο εκείνο της δίκης δεν είχαν ακόμη ερευνηθεί και αξιολογηθεί τα αποδεικτικά αυτά μέσα [τα προς ανάγνωση έγγραφα], ώστε να ανακύπτει ανάγκη για κρείσσονες αποδείξεις, με την εξέταση των προτεινομένων μαρτύρων. Εφόσον δε η αιτιολογία αυτή, η οποία αρκούσε για να στηρίξει αυτοτελώς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, οι περαιτέρω αναφορές περί επικείμενης παραγραφής της πράξεως και περί επανειλημμένων αναβολών περιελήφθησαν άνευ ανάγκης στην εν λόγω αιτιολογία. Εφόσον, εξ άλλου, εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η αναβολή της δίκης για κλήτευση και εξέταση νέων μαρτύρων, κατά τα προεκτεθέντα, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος ούτε απόλυτη ακυρότητα επάγεται, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, κατά την έννοια του άρθρου 171§1 εδ.δ' ΚΠοινΔ, ούτε έλλειψη ακροάσεως συνιστά και συνεπώς δεν ιδρύονται οι εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Α' και Β' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως. Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα του κατά το άρθρο 6§3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του κατηγορουμένου (περί του οποίου δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση) να ζητήσει να εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή τα πρόσωπα των οποίων οι δηλώσει τον επιβαρύνουν και αξιολογούνται από το δικαστήριο υπόψη του οποίου τίθενται. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιθέτως προς τα ανωτέρω πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, σχετική ακυρότητα και ελλείψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, [που αντικατέστησε την παρ.1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως είχε τροπ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α1, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του δε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του όρθρου αυτού 34 του Ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 9131/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, σε δεύτερο βαθμό, μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτήν φυλάκιση είκοσι μηνών ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο τα ακόλουθα: "... αποδείχθηκαν όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη και συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η τελευταία στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-05 έως 29-9-09 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση παραβίασε την σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής των χρεών της προς το Δημόσιο, που εισπράττονται από τις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, η καθυστέρηση δε, της καταβολής είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων μηνών και ειδικότερα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των τριακοσίων ογδόντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (382.940,38) που αφορά χρέη, τα οποία ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στη Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, όπως τα χρέη αυτά κατά το είδος φόρου, ποσό, αιτία, τρόπο και ημερομηνία υποχρέωσης καταβολής, αναφέρονται αναλυτικά στον αναγνωσθέντα πίνακα χρεών της Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης. Ο χρόνος τέλεσης καθενός από τα αναφερόμενα στον αναγνωσθέντα πίνακα χρεών χρέη είναι η ημέρα, που συμπληρώνονται τέσσερις μήνες από την έναρξη της μη καταβολής, σε ό,τι δε αφορά τα εφάπαξ χρέη η ανωτέρω προθεσμία υπολογίζεται από την ημέρα που αυτά δεν πληρώθηκαν σύμφωνα με τον αναγνωσθέντα πίνακα χρεών δηλ. από την ημέρα της μη εφάπαξ πληρωμής κατά τα αναφερόμενα στον πίνακα χρεών ανά χρέος ενώ σε ό,τι αφορά τα καταβαλλόμενα σε δόσεις η έναρξη της τετράμηνης προθεσμίας μη καταβολής τους αρχίζει από την πρώτη δόση καθενός από αυτά, όπως αυτή προσδιορίζεται ανά χρέος στον πίνακα χρεών αφού από την πρώτη μη καταβληθείσα δόση εκδηλώνεται η βούληση της κατηγορουμένης να μην πληρώσει το βεβαιωθέν ληξιπρόθεσμο σε βάρος της χρέος". Ακολούθως κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για το ότι: "Στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-05 έως 29-9-09 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παραβίασε την σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής των χρεών της προς το Δημόσιο, που εισπράττονται από τις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, η καθυστέρηση δε, της καταβολής είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων μηνών και ειδικότερα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των τριακοσίων ογδόντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (382.940,38) που αφορά ατομικά χρέη τα οποία ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στη Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, όπως τα χρέη αυτά κατά το είδος φόρου, ποσό, αιτία, τρόπο, ημέρα καταβολής, αναφέρονται αναλυτικά στον πίνακα χρεών της Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, που ακολουθεί και υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της και τον περαιτέρω συνδυασμό τους με τον πίνακα χρεών που παρατίθεται στο διατακτικό είναι η επιβαλλόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, προσδιορίζεται η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης) το είδος αυτών (πρόστιμα Πολεοδομίας. Λιμενικής Αρχής, Φ.Π.Α., πρόστιμο ΚΒΣ Δικαστική απόφαση, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης), ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ ορισμένων και σε δόσεις άλλων) και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους. Επομένως, ο αντίθετος προς τ' ανωτέρω τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 29-11-2012, αίτηση της Ε. Σ.-Μ. του Ν., περί αναιρέσεως της με αριθμό 9131/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ