Αριθμός 1638/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Ε. Δ. Δ. Η. Ε. Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Β. του Ι., κατοίκου Σ., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 980/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4042/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 1.2.2022 και αριθ. κατάθ. 853/76/4.2.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4042/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει τα ποσά αυτά. Εξάλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για του όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι και στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ` αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 246/2022, 910/2015, 876/2014, 81/2013). Εξάλλου, γενικά μέτρα ασφάλειας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες, καθορίζονται με το Ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, ενώ στο άρθρο 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων, μεταξύ των οποίων και ο εξοπλισμός ατομικής προστασίας. Αναφορικά δε με τον εξοπλισμό ατομικής προστασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ΠΔ 396/1994 "1. Οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι σύμφωνοι προς τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την κατασκευή τους, από πλευράς ασφάλειας και υγείας. Σε κάθε περίπτωση οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει: α) Να είναι κατάλληλοι για τους κινδύνους που πρέπει να προλαμβάνονται και να μη συνεπάγεται η χρήση τους νέους κινδύνους. Β) Να ανταποκρίνονται στις συνθήκες που επικρατούν στο χώρο εργασίας. Γ) Να έχουν επιλεγεί με πρόνοια για τις εργονομικές ανάγκες και τις ανάγκες προστασίας της υγείας των εργαζομένων. Δ) Να έχουν υποστεί τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να ταιριάζουν στο χρήστη. 2)...., 3)....., 4)....., 5)......, 6) Οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας χορηγούνται από τον εργοδότη δωρεάν στους εργαζόμενους και πρέπει να προορίζονται για προσωπική χρήση. 7)....., 8)......., 9)......., 10) Ο εργοδότης εξασφαλίζει την εκπαίδευση καθώς επίσης και την οργάνωση, ενδεχομένως, ασκήσεων για τη χρησιμοποίηση των εξοπλισμών ατομικής προστασίας". Ειδικότερα περί εργασίας σε εγκαταστάσεις ευρισκόμενες υπό τάση, αναλόγως της τιμής τάσης και των καθοριζόμενων με βάση αυτή περιοχών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 158/1975 "1. Εργασίαι επί ηλεκτρικών εγκαταστάσεων της πρώτης περιοχής τάσεως (0- 750 V) επιτρέπεται να εκτελώνται άνευ διακοπής της τάσεως αυτών, υπό τας κάτωθι προϋποθέσεις : α) Δια περιοχήν τάσεως 50 - 750 V. Οι εργαζόμενοι δέον, α. Να έχουν άδειαν Ηλεκτροτεχνίτου ή Αρχιτεχνίτου ή Εργοδηγού ειδικότητος αναλόγου προς την περίπτωσιν β. Να φέρουν μονωτικά χειρόκτια. Γ. Να χρησιμοποιούν εργασία χειρός (λαβίδας, κοχλιστρόφια κλπ) φέροντα μονωτικάς λαβάς. Δ. Να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα προστασίας (επικάλυψιν αγωγών και μονωτήρων δια μονωτικών σωλήνων ή καλυμμάτων ή χωρισμάτων) οσάκις η διάταξις των αγωγών της εγκαταστάσεως, λόγω του πολυσυνθέτου αυτής, επιβάλη ταύτα", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 5 του ίδιου ως άνω νόμου "Εργασίαι υπό τάσιν εις την τρίτην περιοχήν τάσεως 35000V και άνω απαγορεύονται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται να γίνονται εργασίες καθαρισμού μονωτήρων υπό τάση στην τρίτη περιοχή, εφόσον αυτές γίνονται από τον αέρα με ελικόπτερο". Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ΠΔ 108/2013 περί καθορισμού ειδικοτήτων και βαθμίδων επαγγελματικών προσόντων για την επαγγελματική δραστηριότητα της εκτέλεσης, συντήρησης, επισκευής και λειτουργίας ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής από φυσικά πρόσωπα "Ο αρχιτεχνίτης ηλεκτρολόγος Α' Ειδικότητας είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο υπό την εποπτεία του εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου Α' Ειδικότητας ή του έχοντος το προς τούτο δικαίωμα, υλοποιεί τη μελέτη της ηλεκτρικής εγκατάστασης, όπου αυτή απαιτείται, κατασκευάζει, επισκευάζει, ελέγχει και συντηρεί την ηλεκτρολογική εγκατάσταση.......". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον αναιρετικό έλεγχο : "Στις 27.7.2018 και περί ώρα 13.00, συνεργείο επισκευής βλαβών του δικτύου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της εναγόμενης, αποτελούμενο από τους εργαζομένους σ' αυτήν, εργοδηγό Γ. Π. και ηλεκτροτεχνίτες Ι. Φ., Σ. Δ. και Ι.- Α. Β. (υιό της ενάγουσας), μετέβη στην περιοχή "Μ. Γ." Σ… προς αποκατάσταση βλάβης στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος του καταναλωτή Α. Η.. Όταν διαπιστώθηκε το είδος της βλάβης και ο Ι. Φ. ξεκίνησε τις εργασίες αποκατάστασης (αλλαγή μικροαυτόματου στο ρολόι παροχής), ο ίδιος καταναλωτής ενημέρωσε τα μέλη του συνεργείου ότι στον στύλο παροχής ρεύματος πλησίον της οικίας του, όταν υπάρχει υγρασία, ακούγεται θόρυβος και φαίνεται σπινθηρισμός. Τότε ο εργοδηγός Γ. Π. έδωσε εντολή στον Ι.- Α. Β. (αρχιτεχνίτη ηλεκτρολόγο Α' Ειδικότητας) να προβεί σε οπτικό έλεγχο συνδεσμολογίας, αναρριχώμενος στον ανωτέρω στύλο, με χρήση του προβλεπόμενου εξοπλισμού. Έπειτα ο Γ. Π. και Σ. Δ., αναχώρησαν για το βλαβοληπτικό κέντρο Σ…. Στη συνέχεια ο Ι.- Α. Β., χωρίς να ζητήσει ή προβεί σε διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ώστε να εργασθεί εκτός τάσης (σημειωτέον ότι πρόκειται για δίκτυο χαμηλής τάσης 220 V), αναρρηχήθηκε στο στύλο και ξεκίνησε οπτικό έλεγχο, ενημερώνοντας για όσα διαπίστωνε τον Ι. Φ., ο οποίος παρέμεινε στο έδαφος διατηρώντας οπτική επαφή μαζί του, παράλληλα όμως επισκευάζοντας τη βλάβη στο ρολόι παροχής του καταναλωτή. Αρχικά ο Ι.- Α. Β. ανέφερε στον Ι. Φ. ότι είναι εντάξει το καλώδιο και ο ουδέτερος, καθώς και ότι, αν χρειαστεί, θα συσφίξει τους κοχλιοσυνδετήρες. Σημειωτέον ότι, βασική λειτουργία των κοχλιοσυνδετήρων είναι ότι συνδέουν το καλώδιο παροχής του καταναλωτή με τον αγωγό του δικτύου της εναγόμενης, η δε σύσφιξή τους είναι απαραίτητη ώστε να αποκλειστεί περίπτωση θορύβων και σπινθηρισμών λόγω κακής ηλεκτρικής επαφής. Ακολούθως ο Ι.- Α. Β. ανέφερε στον Ι. Φ., ότι η 1η και 2η φάσεις είναι εντάξει (δηλαδή δεν διαπίστωσε χαλαρή ηλεκτρική επαφή) και στη συνέχεια, φορώντας τα δερματοπάνινα γάντια εργασίας που δεν παρέχουν μόνωση από το ηλεκτρικό ρεύμα (παρόλο που είχε στον σάκο εργασίας του πλαστικά μονωτικά γάντια, χορηγηθέντα από την εναγόμενη), με χρήση καστάνιας χωρίς μονωτική λαβή (εργαλείο που δεν του χορηγήθηκε από την εναγόμενη) προσπάθησε να συσφίξει τον κοχλιοσυνδετήρα της 3ης φάσης, όμως συνάντησε δυσκολίες, καθώς το καρυδάκι της καστάνιας σφηνώθηκε σε οξειδωμένο παξιμάδι του κοχλία στην 3η φάση. Ενόσω ο Ι. - Α. Β. εκτελούσε την παραπάνω εργασία, φορώντας τα δερματοπάνινα γάντια (άνευ μονώσεως) και κρατώντας με τα δύο χέρια του τη καστάνια τοποθετημένη στο παξιμάδι του κοχλία της 3ης φάσης, το δεξί πόδι του ακούμπησε στο μεταλλικό πλαίσιο του στύλου, με αποτέλεσμα να διέλθει ηλεκτρικό ρεύμα στο σώμα του ως άνω εργαζόμενου (λόγω της ταυτόχρονης επαφής αυτού, αφενός με τον αγωγό της 3ης φάσης- διαμέσου των μη μονωμένων γαντιών και καστάνιας- και αφετέρου με το "ουδετερογειωμένο" πλαίσιο του στύλου), ο οποίος υπέστη ηλεκτροπληξία και εκ της αιτίας αυτής απεβίωσε αμέσως (παρά τις προσπάθειες των συναδέλφων του συνεργείου, οι οποίοι αμέσως μετά διέκοψαν τη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή και επιχείρησαν να του παράσχουν πρώτες βοήθειες). Οι παραπάνω συνθήκες του εργατικού δυστυχήματος επιβαβαιώνονται από (α) την υπ' αρ. πρωτ. … ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής της ιατροδικαστή Ε. Λ., (β) την υπ' αρ. πρωτ. …. αναγγελία εργατικού ατυχήματος της εναγόμενης, (γ) την υπ' αρ. πρωτ. …. έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας /ΤΕΑΥΕ Σ…, (δ) το από 22.10.2018 πόρισμα της διερευνητικής επιτροπής, που συγκροτήθηκε από την εναγόμενη σχετικά με το εργατικό δυστύχημα, (ε) τις φωτοτυπίες φωτογραφιών, τόσο του τόπου δυστυχήματος, όσο και εξοπλισμού εργασίας του θανόντος, ειδικότερα δε (ι) του αριστερού εκ των δερμοτοπάνινων γαντιών που φορούσε, το οποίο βρέθηκε στο έδαφος μετά το δυστύχημα, (ιι) των μονωτικών γαντιών που του παρασχέθηκαν, αλλά δεν τα φόρεσε, (ιιι) και της καστάνιας, χωρίς μονωτική λαβή, που χρησιμοποίησε στην εργασία του, (στ) τις από 27…, 27…., 27…., 31…. και 1… ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων.......ενώπιον του Α.Τ. Σ… και (ζ) τις από 3… ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων..... ενώπιον της διερευνητικής επιτροπής της εναγόμενης. Για την πρόκληση του παραπάνω εργατικού δυστυχήματος είναι συνυπαίτιοι, καθώς δεν επέδειξαν την προσοχή και επιμέλεια, που οφείλουν και μπορούν να καταβάλλουν, υπό τις ίδιες συνθήκες, ο μέσος συνετός εργαζόμενος, υπεύθυνος δικτύου και εργοδηγός, αντίστοιχα, αυτή δε η συμπεριφορά τους τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το θανατηφόρο αποτέλεσμα : (α) κατά ποσοστό 50% ο θανών εργαζόμενος, διότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τον (χορηγηθέντα από την εναγόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 396/1994) εξοπλισμό ατομικής προστασίας, ήτοι πλαστικά μονωτικά γάντια (ενώ είχε επαγγελματική πείρα και έλαβε σχετική εκπαίδευση στη χρήση μέσων ατομικής προστασίας), αλλά φορούσε δερματοπάνινα γάντια που δεν παρείχαν μόνωση από το ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς να ζητήσει την διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, με αποτέλεσμα- σε συνδυασμό με τη χρήση καστάνιας χωρίς μονωτική λαβή και την απρόσεκτη επαφή του δεξιού ποδιού του στο μεταλλικό πλαίσιο του στύλου - να υποστεί ηλεκτροπληξία (γενομένης εν μέρει δεκτής, ως νόμιμης κατ' άρθρο 300 ΑΚ και ουσιαστικώς βάσιμης, της προβληθείσας από την εναγόμενη ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος) και (β) κατά ποσοστό 50% οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης- εργοδότριας, (ι) Μ. Κ. και Ν. Ρ., αντίστοιχα, διευθυντής και τομεάρχης δικτύου της περιοχής Σ…, καθώς δεν παρείχαν στον εν λόγω εργαζόμενο κατάλληλο εξοπλισμό εργασίας, ήτοι καστάνια με πιστοποιημένη μονωτική λαβή, δεδομένου ότι η εναγόμενη δεν προσκομίζει- όπως πράττει για τα μονωτικά γάντια- σχετικό δελτίο χορήγησης υλικού, ούτε έγγραφα του βλαβοληπτικού κέντρου Σ… εκ των οποίων να προκύπτει η ύπαρξη επαρκούς, για όλους τους εργαζόμενους ηλεκτροτεχνίτες, αποθέματος με τα συγκεκριμένα εργαλεία, κατά παράβαση του άρθρου 3 παρ. 1 Π.Δ. 395/1994, που ορίζει ότι : "......" και (ιι) Γ. Π. επειδή, ως εργοδηγός και εγκαταστάτης ηλεκτρολόγος Α' Ειδικότητας, παρέλειψε να ελέγξει τον εξοπλισμό εργασίας του Ι.- Α. Β., ώστε να διαπιστώσει την έλλειψη μόνωσης της καστάνιας που έφερε μαζί του (παραβαίνοντας ο ως άνω εργοδηγός την ίδια διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΠΔ 395/1994) και για το λόγο αυτό να δώσει εντολή διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή, προκειμένου να εκτελεσθεί με ασφάλεια η εργασία που ο ίδιος ανέθεσε στον εν λόγω εργαζόμενο (όπως υποχρεούνταν ο εν λόγω προστηθείς της εναγόμενης- εργοδότριας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 158/1975, που ορίζει ότι : ".....", καθώς όφειλε να προβλέψει, ότι δεν αρκούσε μόνον οπτικός έλεγχος των φάσεων του στύλου, αλλά θα χρειαζόταν και σύσφιξη των κοχλιοσυνδετήρων με χρήση καστάνιας, ως εκ της φύσεως της βλάβης (θόρυβος- σπινθηρισμοί), επομένως όφειλε να ασκήσει εποπτεία, μη περιοριζόμενη στην παροχή οδηγιών και τηλεφωνική προσβασιμότητα, αλλά με φυσική παρουσία του μέχρι να διαπιστώσει ότι θα πραγματοποιηθεί με ασφάλεια και με τα κατάλληλα εργαλεία η ανωτέρω εργασία (όπως ορίζει το άρθρο 4 παρ. 2 του ΠΔ 108/2013 : "......), ενήργησαν έτσι οι ανωτέρω προστηθέντες της εναγόμενης κατά παράβαση του άρθρου 662 ΑΚ (που ορίζει ότι : "...."), για το πταίσμα των οποίων η προστήσασα εναγόμενη υπέχει αντικειμενική αστική ευθύνη (άρθρο 922 ΑΚ)......". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποίαν είχε γίνει δεκτό ότι ο θανών εργαζόμενος ήταν αποκλειστικώς υπαίτιος, χωρίς καμία υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγόμενης, για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του συγγενούς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη από 28.12.2019 και αριθ. κατάθ. 115720/3186/2019 αγωγή, την οποίαν δέχτηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 90.000 ευρώ, ως, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297, 298, 300, 330 του ΑΚ και 1 και 16 του Ν. 551/1915, 4 του ΠΔ 396/1994, 2 του Ν. 158/1975, 4 παρ. 2 του ΠΔ 108/2013, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 662 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας της μη λήψης προς τούτο από τους προστηθέντες αυτής των αναγκαίων και επιβαλλόμενων από τον νόμο μέτρων ασφαλείας, και του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψής τους αυτής στο ένδικο εργατικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του άνω συγγενούς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που την καθιστούσαν υπόχρεη στην αποκατάσταση, με χρηματική ικανοποίηση, της ψυχικής οδύνης της τελευταίας, ανεξάρτητα του οικείου πταίσματος του θανατωθέντος. Ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγόμενης, θεμελιώνεται στην, από αμέλεια, παράβαση της απορρέουσας από το άρθρα 662 ΑΚ γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας του εργαζόμενου, με βάση τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις σε συνδυασμό με τις απορρέουσες από τα προαναφερόμενα άρθρα 4 του ΠΔ 396/1994, 2 του Ν. 158/1975, 4 παρ. 2 του ΠΔ 108/2013, ειδικότερες υποχρεώσεις αυτού για την παροχή του κατάλληλου εξοπλισμού, ούτως ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στην υγεία ή τη ζωή του τελευταίου, συνισταμένη στην, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) μη εξασφάλιση εκ μέρους των προστηθέντων της εναγόμενης- εργοδότριας Μ. Κ. και Ν. Ρ., διευθυντή και τομεάρχη δικτύου της περιοχής, αντίστοιχα, αυτής, του κατάλληλου εξοπλισμού του εργαζόμενου, ήτοι καστάνιας με πιστοποιημένη μονωτική λαβή, ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας, β) παράλειψη ελέγχου εκ μέρους του προστηθέντος Γ. Π., εργοδηγού και εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου Α' Ειδικότητας αυτής, του εξοπλισμού εργασίας του εργαζόμενου, ώστε να διαπιστώσει την έλλειψη μόνωσης της καστάνιας που έφερε μαζί του ο τελευταίος, και γ) παράλειψη του ίδιου ως άνω προστηθέντος να δώσει εντολή διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή, καθώς και να ασκήσει εποπτεία με φυσική παρουσία μέχρις ότου εκτελεσθεί με ασφάλεια και με τα κατάλληλα εργαλεία η εργασία, που ο ίδιος ανέθεσε στον εργαζόμενο. Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της, κατά τα άνω, παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (θάνατος του εργαζόμενου με ηλεκτροπληξία) θεμελιώνεται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο γεγονός ότι όταν ο εργαζόμενος, εκτελώντας αναρριχημένος στον στύλο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος την ανατεθείσα σ' αυτόν εργασία με τη χρήση καστάνιας χωρίς μονωτική λαβή, χωρίς διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και της φυσικής παρουσίας του εργοδηγού, ακούμπησε με το δεξί του πόδι στο μεταλλικό πλαίσιο του στύλου, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν φορούσε τα κατάλληλα γάντια, που του είχε προμηθεύσει η εναγόμενη, με αποτέλεσμα να διέλθει ηλεκτρικό ρεύμα στο σώμα του, λόγω της ταυτόχρονης επαφής αυτού, αφενός με τον αγωγό της 3ης φάσης, διαμέσου των μη μονωμένων γαντιών και καστάνιας, και αφετέρου με το "ουδετερογειωμένο" πλαίσιο του στύλου. Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εν λόγω παραλείψεις αποτέλεσαν πράγματι και την αιτία του θανάτου του οικείου της ενάγουσας, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο περί του αντίθετου, λόγος της αίτησης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά ότι με τη χρήση εργαλείου με μονωμένη λαβή θα αποφευγόταν το ένδικο ατύχημα ή με ποιον τρόπο θα αποτρεπόταν αυτό με ένα τέτοιο εργαλείο, καθότι, δεδομένης, σύμφωνα με τις παραδοχές της, και της μη χρήσης από τον θανόντα των χορηγηθέντων σ' αυτόν πλαστικών μονωτικών γαντιών, εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, κατά τα προεκτεθέντα, οι παραλείψεις των προστηθέντων οργάνων της εναγόμενης, που παραβίασαν τις προαναφερόμενες διατάξεις και συντέλεσαν στην επέλευση του θανάτου του εργαζομένου της. Κατά συνέπεια οι επικαλούμενες ως άνω ελλείψεις δεν στοιχειοθετούν ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαιτιότητας των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, ως προς την παράλειψη αυτών να λάβουν τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονταν και για την ίδια από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, και συνδέονταν αιτιωδώς με την επέλευση του ως άνω ζημιογόνου αποτελέσματος, δικαιολογούσαν δε την παραδοχή της ένδικης αγωγής, και ως προς αυτήν, από νομικής και ουσιαστικής απόψεως. Κατ` ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.2.2022 και αριθ. κατάθ. 853/76/4.2.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4042/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ