Αριθμός 953/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Xαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Θ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τεντόμα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7681/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Κ. Σ., κάτοικο ... και 2) Ν. Ν., κάτοικο ..., οι οποίοι εμφανίστηκαν και δήλωσαν ότι δεν έχουν πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 10/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 515 παρ.1 ΚΠοινΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά τη σημερινή εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως, εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Βασίλειος Τεντόμας και υπέβαλε αίτημα αναβολής, διότι ο αναιρεσείων δεν του έχει καταβάλει την αμοιβή του, είναι άπορος και για το λόγο αυτό έχει υποβάλει αίτηση για διορισμό συνηγόρου στο Πρωτοδικείο. Ο επικαλούμενος, όμως, λόγος δεν συνιστά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή και πρέπει το ως άνω αίτημα να απορριφθεί. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την 7681/2012 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συρροή σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων που τη θεμελιώνουν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει, ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση των πολιτικώς ενάγοντων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι, στο ..., στις 2-2-2005, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν έμπορος αυτοκινήτων, διατηρώντας για την άσκηση της εμπορίας του έκθεση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, επί της συμβολής των οδών ... και ... της άνω περιοχής, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία, παρέστησε ψευδώς στους εγκαλούντες Κ. Σ. και Ν. Ν., που ενδιαφέρονταν να αγοράσει ο καθένας τους μεταχειρισμένο Ι.Χ επιβατικό αυτοκίνητο, ότι έχει δικά του έτοιμα προς πώληση αυτοκίνητα και συγκεκριμένα τα υπ' αριθμ. ... και ..., αντίστοιχα, ΙΧΕ αυτοκίνητα, μάρκας HYUNDAI SANTA FE (Τζιπ). Με τις ως άνω παραστάσεις, που γνώριζε ότι ήταν καθ' ολοκληρία ψευδείς, αφού τα εν λόγω αυτοκίνητα δεν ανήκαν στην κυριότητα του, αλλά ήταν μισθωμένα με leasing, ο κατηγορούμενος έπεισε τους εγκαλούντες γα του καταβάλουν, ως προκαταβολή τιμήματος για τα αυτοκίνητα αυτά, ο μεν Κ. Σ., στις 14-5-2005, το ποσό των 13.000 ευρώ, ο δε Ν. Ν., στις 21-2-2005, 11.000 ευρώ. Αποτέλεσμα ήταν οι τελευταίοι να ζημιωθούν κατά τα ανωτέρω ποσά, με αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου, καθόσον αυτός δεν τους παρέδωσε τα αυτοκίνητα, ούτε τους επέστρεψε τα εν λόγω ποσά, όταν δε οι εγκαλούντες μετέβησαν στην επιχείρηση του, για να παραλάβουν τα συμφωνηθέντα ως άνω αυτοκίνητα, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι τους γνώριζε, καθώς και ότι συνήψε με αυτούς οποιαδήποτε συμφωνία αγοραπωλησίας αυτοκινήτου και ότι εισέπραξε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Κατ' ακολουθίαν, ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της απάτης, κατά συρροή, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του για τον άνω αναιρεσείοντα την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 και 386 παρ.1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, (έγγραφα, μάρτυρες κ.λπ.) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος με την οποία υποστηρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων (άρθρα 139, 510 παρ.1 περ.Δ ΚΠοινΔ) και συγκεκριμένα σε σχέση με το αποδεικτικό μέσο της από 14 Σεπτεμβρίου 2010 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Χ. Γ., που διενεργήθηκε κατόπιν αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διότι αυτό δεν αναφέρεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ούτε λήφθηκε υπόψη για την περί της ενοχής κρίση του Δικαστηρίου είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η παραπάνω πραγματογνωμοσύνη αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο, με τη γενική δε αναφορά ότι το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε μεταξύ άλλων και "στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά" ως αναγνωσθέντα, υποδηλώνεται χωρίς αμφιβολία, ότι για το σχηματισμό του πορίσματος αυτού αξιολογήθηκαν όχι μόνο τα κατά δικονομική κυριολεξία έγγραφα αλλά και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού και αυτή αναγνώσθηκε στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ εγγράφων και συνεκτιμήθηκε και αυτό, αφού δεν εξαιρέθηκε. Δεν ήταν δε αναγκαία η αναφορά αυτής ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου, αφού η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη δεν έχει άμεση σχέση με το αντικείμενο της δίκης, συνιστάμενο στην τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τον αναιρεσείοντα και όχι εκείνου της πλαστογραφίας εγγράφου, περί της οποίας το πόρισμα του πραγματογνώμονος είναι αντίθετο με αυτό που εδέχθη το Εφετείο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την έκθεση του αποδεικτικού αυτού μέσου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ.1, 3 και 4 ΚΠΔ, μετά την παραδοχή τυπικά της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του Εφετείου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και το Εφετείο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας στην Πρωτοβάθμια δίκη και συνακόλουθα δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Β ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται έλλειψη ακροάσεως και παραβιάσεως των άρθρων 6 παρ.3 εδ.α' της ΕΣΔΑ, διότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δεν απάντησε στον ισχυρισμό του που πρόβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος, όμως, αυτός δια του οποίου προβάλλεται πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όχι του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα παραπάνω, με την παραδοχή από το Τριμελές Εφετείο ως τυπικά παραδεκτώς της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η τελευταία ατόνησε και η υπόθεση εξετάσθηκε εκ νέου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σύνολό της και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 293/2012 αίτηση του Ι. Θ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7681/2012 αποφάσεως του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ