ΑΡΙΘΜΟΣ 86/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Πήτα για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων 1) Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που δεν παρέστη και 2) R. S. του O., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη περί αναιρέσεως της 3300/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους: 1. Ε. Κ. του Σ., 2. Ν. Γ. του Χ. και 3. Μ. Α. του Ι.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Νοεμβρίου 2011 και 22 Μαρτίου 2012 αιτήσεις των αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 465/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεύτερου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 28 Νοεμβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 28-11-2011 αίτηση αναίρεσης του Σ. Σ., ασκηθείσα ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού και η από 22-3-2011 αίτηση-δήλωσης αναίρεσης του R. S., Αλβανού υπηκόου, επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-3-2012, στρέφονται εναντίον της αυτής 3300/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως και νομοτύπως, λόγω δε της συναφείας αυτών πρέπει να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω. Α) Επί της από 28 Νοεμβρίου 2011 αιτήσεως αναιρέσεως: Κατά τη διάταξη του άρ. 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 513, προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, ο αιτών την αναίρεση ή δεν εμφανισθεί προσηκόντως με συνήγορο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 ΚΠΔ και πριν από την προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 ίδιου Κώδικα, για να παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο του από 17 Μαΐου 2012 αποδεικτικού επιδόσεως της Γραμματέως του Καταστήματος Κράτησης Κορίνθου ..., προκύπτει, ότι επιδόθηκε προσωπικά στον αναιρεσείοντα Σ. Σ. του Χ., σύμφωνα με τα άρθρα 155 παρ. 2 και 166 παρ. 1 ΚΠΔ, νομίμως και εμπροθέσμως, η 465/11-5-2012 κλήση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για να παραστεί αυτός με συνήγορο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως συνεδρίαση, προς υποστήριξη της κρινόμενης αίτησής του, περί αναιρέσεως της 3300/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Συνεπώς, εφόσον ο ως άνω αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε καθόλου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, όταν εκφωνήθηκε το ονοματεπώνυμό του κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, πρέπει να απορριφθεί η από 28-11-2011 αίτηση αναιρέσεως αυτού και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Β) Επί της από 22 Μαρτίου 2012 αιτήσεως αναιρέσεως: Από τη διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ, η οποία ορίζει ότι, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να θεμελιώσει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου αποκλειστικά και μόνο σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου του για την ίδια πράξη ή ακόμη και σε μαρτυρικές καταθέσεις άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησης τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Στην περίπτωση αυτή, η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο και η απόφαση είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. 4 Κ.Π.Δ.). Εάν, όμως, η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν δημιουργεί τέτοια ακυρότητα. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 3300/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο ανωτέρω αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκαέξι ετών (16) και δέκα(10) μηνών και χρηματική ποινή τριανταμία χιλιάδων (31.000) ευρώ, για αγορά, κατοχή, μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από κοινού, πώληση ναρκωτικών ουσιών κατά μόνας, παράνομη οπλοφορία και παράνομη είσοδο στη Xώρα. Για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, το Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 15.40 ώρα της 2-6-2006 στο 43,3ο χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου, ... Αστυνομικοί του Τμήματος Τροχαίας Μεγάρων έδωσαν εν κινήσει σήμα στάσης στον οδηγό του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, ...στο οποίο επέβαινε ένα άτομο. Τούτο έκαναν διότι το αυτοκίνητο θεωρήθηκε ύποπτο προκειμένου να ενεργήσουν έλεγχο. Πράγματι ο οδηγός στάθμευσε το όχημα στη λωρίδα εκτάκτου ανάγκης της εθνικής οδού, πλην όμως, ενώ οι αστυνομικοί πλησίαζαν ο οδηγός εγκατέλειψε το όχημα και τράπηκε σε φυγή πεζός προς την περιοχή "Βαρέα" Μεγάρων, και παρότι αναζητήθηκε επισταμένως δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση και σύλληψή του. Το ανωτέρω όχημα μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ασφαλείας Μεγάρων, όπου διενεργήθηκε έρευνα στο εσωτερικό του κατά την οποία βρέθηκαν δύο μεγάλοι σάκοι που περιείχαν συνολικά 56,100 κιλά ακατέργαστης κάνναβης. Από τον τερματικό ηλεκτρονικό υπολογιστή προέκυψε ότι το ως άνω όχημα είναι ιδιοκτησίας Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία την 19.40 ώρα της ίδιας ημέρας (2-6-2006) κατήγγειλε κλοπή του στο τμήμα Ασφαλείας Τούμπας Θεσσαλονίκης που σύμφωνα με την κατάθεση αυτής και του κατηγορουμένου συζύγου της είχε λάβει χώρα την 1-6-2006 και κατά τις ώρες 07-14.00 από την οδό ... στη Θεσσαλονίκη. Η έρευνα προς ανακάλυψη των δραστών συντελέστηκε με την αξιοποίηση των στοιχείων που προέκυπταν από τα κατωτέρω έγγραφα, που είχαν βρεθεί εντός του ανωτέρω οχήματος, ήτοι: α)ένα σημείωμα προσωρινής ασφάλισης του υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου από την εταιρεία GENERAL TRAST, υπέρ Α., με οδηγό άτομο με το όνομα "S.", διαρκείας από 3-2-2006 έως 3-8-2006, με σημείωμα ισχύος ενός μηνός και διεύθυνση ... τηλέφωνο ..., που δεν ήταν αληθή όπως κατέθεσε η υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρείας Μ. Π., β) ένας λογαριασμός ΕΥΔΑΠ με στοιχεία Δ. Μ., κάτοικος ..., θέση "Νεόκτιστα", οδός ... και γ) ενός αποκόμματος πληρωμής του ανωτέρω λογαριασμού. Τα ανωτέρω έγγραφα δεν είχαν κατασχεθεί στις 2-6-2006, καθώς δεν προέκυπτε σχέση με την υπόθεση, αλλά παρέμειναν στην υπηρεσία ασφαλείας για περαιτέρω έρευνα και έτσι φέρονται ότι κατασχέθηκαν στις 7-11-2006, όταν έγινε και η σύλληψη των δραστών. Κατά τις έρευνες που ακολούθησαν και διενήργησε ο ανωτέρω αστυνομικός Χ. Χ. στην περιοχή Ασπροπύργου και συγκεκριμένα στη διεύθυνση που αναγράφεται στο λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ, διαπιστώθηκε ότι στην εκεί οικία διέμενε η Μ. Ε. (αδελφή της ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου), η οποία συζεί και έχει αποκτήσει τέκνα με τον αλλοδαπό υπήκοο Αλβανίας με το ψευδώνυμο "Τ." ή Θ.. Από την έρευνα στο αρχείο της υπηρεσίας Ασφαλείας εξακριβώθηκε ότι ο Τ. είναι Αλβανός υπήκοος με στοιχεία S. R. του O. και της H., που είναι γαμπρός της Α. Μ., καθόσον αυτή είναι αδελφή της Ε. Μ. και σε βάρος του εκκρεμούσαν το υπ' αριθμ. 749/2006 ένταλμα βιαίας προσαγωγής και το υπ' αριθμ. 14/2006 ένταλμα σύλληψης του 24ου Ανακριτή για οπλοφορία-οπλοχρησία και απόπειρα ανθρωποκτονίας αντίστοιχα. Από πληροφορίες που συνέλεξε ο ανωτέρω, ο Τ. μαζί με τον κουμπάρο του Σ. Μ. (δηλαδή τον πρώτο αναιρεσείοντα) ασχολείται με την εμπορία ναρκωτικών και όπλων τα οποία έφερνε από την Αλβανία και πωλούσαν στην περιοχή Κολωνού και των δυτικών προαστίων των Αθηνών, όπως από κοινού αποφάσισαν και έπραξαν για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Δηλαδή, από κοινού, αγόρασαν κατείχαν και μετέφεραν την ποσότητα των 56,1 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης με την χρησιμοποίηση του παραπάνω αυτοκινήτου, το οποίο είχαν αναθέσει να το οδηγεί άγνωστος οδηγός, ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει και να μη συλληφθεί, αυτοί δε ακολουθούσαν με άλλο αυτοκίνητο, όταν δε διαπίστωσαν ότι έγινε έλεγχος, έσπευσαν να κρυφτούν, ώστε να μην μπορεί εύκολα η αστυνομία να τους εντοπίσει, αλλάζοντας συνεχώς διευθύνσεις και τόπους διαμονής. Η αστυνομία προσπάθησε να εντοπίσει τον πρώτο κατηγορούμενο (ήδη τον ανωτέρω αναιρεσείοντα) και μετά από αξιοποίηση πληροφορίας σύμφωνα με την οποία αυτός χρησιμοποιεί για να κινείται το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συμβίας του Ε. Μ., μετά από έρευνες εντοπίσθηκε αυτό στην περιοχή του ..., σταθμευμένο έξωθι συνεργείου αυτοκινήτων. Κατόπιν τούτου το όχημα αυτό τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση και βραδυνές ώρες της 6-11-2006 παρελήφθη από δύο άτομα τα οποία μετέβησαν σε οικία επί της οδού ... στη ..., η οποία τέθηκε υπό επιτήρηση. Περί ώρα 10.00 της 7-11-2006 εξήλθε ... ο πρώτος κατηγορούμενος. Σε έρευνα που έγινε ... βρέθηκε να κατέχει ένα πιστόλι χρώματος μαύρου, ...τ ο οποίο έφερε γεμιστήρα με επτά πλήρη φυσίγγια, ενώ ο σειριακός αριθμός του ήταν αποξεσμένος και δεν έφερε μαζί του έγγραφα, διαβατήριο ή άδεια διαμονής για να επιδείξει. Στο διάστημα δε από 2-6-2006 έως την ημέρα της συλλήψεώς του διέμενε σε διάφορους τόπους προς αποφυγή εντοπίσεως από τους αστυνομικούς και μάλιστα για 2-3- μήνες φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Κ. Ε. (δηλαδή του αρχικά τρίτου κατηγορουμένου) στην οδό ... στο ... . Ο τελευταίος γνώριζε καλά τον αναιρεσείοντα όσο και τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε στις επιδειχθείσες φωτογραφίες ως συναυτουργό της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς των ναρκωτικών που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο, για το οποίο ψευδώς δηλώθηκε από τους 4ο και 5ο κατηγορουμένους κλοπή του στη Θεσσαλονίκη. Τούτο έγινε από τους τελευταίους με σκοπό να συγκαλυφθεί η υπόθεση αφού το αυτοκίνητο το είχαν παραδώσει τουλάχιστον προ δύο ετών στον πρώτο κατηγορούμενο (ήδη νυν αναιρεσείοντα) ο οποίος το οδηγούσε και το χρησιμοποιούσε σε περιστασιακές δουλειές και ιδία για τη μεταφορά ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα. Αυτό προκύπτει εκ του γεγονότος ότι οι δύο πρώτοι προσήλθαν στη Θεσσαλονίκη να καταγγείλουν την κλοπή, μετά το γενόμενο έλεγχο στα Μέγαρα, κατόπιν επικοινωνίας με τον πρώτο και όχι την 1-6-2006 όπως θα έπρεπε, εάν είχε γίνει κλοπή πράγματι την ημέρα αυτή, δεν είναι δε αληθές ότι οι αστυνομικοί δεν κατέγραψαν το περιστατικό στις 1-6-2006. Αλλά και από το γεγονός ότι οι δύο τους αναφέρονται στις καταθέσεις τους σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους της φερομένης ως κλοπής και ιδία εκ του γεγονότος ότι ο τέταρτος ανέφερε ότι κλείδωσε το όχημα στη Θεσσαλονίκη και παρέλαβε το κλειδί μαζί του, πλην όμως δεν είχε κλειδί όταν προσήλθε να παραλάβει το όχημα, όπως θα έπρεπε όταν του ζήτησε αυτό (κλειδί) ο αστυνομικός. Επίσης εκ του αναφερομένου στην έκθεση παράδοσης ότι "το κλειδί διακόπτη παράταιρο" δεν δύναται να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι τούτο δεν είναι το πραγματικό του, αφού το όλο όχημα ήτο σε κακή κατάσταση και μάλιστα όπως ο πρώτος κατέθεσε είχε αλλάξει δυο φορές τη μηχανή του και έφερε πολλές φθορές στο πλαίσιό του. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά την πλειοψηφούσα άποψη οι δύο πρώτοι για την αγορά, κατοχή και µεταφορά των 56.100 γρ. ινδικής κάνναβης (ακατέργαστης), αφού ήτο γνωστό στους αστυνοµικούς ότι από κοινού ενεργούν στον χώρο των ναρκωτικών στην περιοχή του Κολωνού και των Δυτικών Προαστίων και µόνος ο πρώτος ότι πώλησε δύο κιλά χασίς σε τρεις Αλβανούς στο ως άνω διάστηµα, ποσότητα διάφορη της ανωτέρω, αντί αγνώστου τιµήµατος, χωρίς όµως τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελµα τελέσεως ... . Το Δικαστήριο άγεται στην ως άνω κρίση χωρίς να λαµβάνει υπόψη του τόσο την προανακριτική κατάθεση του τρίτου κατηγορουµένου όσο και την κατάθεση αυτού ως µάρτυρα κατά την πρωτοβάθµια δίκη, σύµφωνα και µε την 991/2011 απόφαση του Πενταµελούς Εφετείου Αθηνών, αφού κατά την κρίση του αρκεί η κατάθεση του αστυνοµικού Χ. Χ., ο οποίος µε σαφήνεια καταθέτει για την από κοινού αγορά, κατοχή και µεταφορά των 56,1 κιλών, την πώληση εκ µέρους του πρώτου µόνον των 2 κιλών χασίς και για την υπόθαλψη, εκ µέρους του τρίτου, του πρώτου κατηγορουµένου ...". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με την πράξη της από κοινού αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα της ποσότητας των 56,100 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αφού εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 Π.Κ, 1 παρ. 1, 2 Πιν. Α περ.6, 20παρ. 1β',ζ'και 2 του ν. 3459/2006. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις: α)δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνεπεία παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 211Α του ΚΠοινΔ, καθόσον, όπως σαφώς προκύπτει από τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, για την πράξη της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, δεν στήριξε αποκλειστικά στην κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Χ. Χ., αλλά έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως κατ' είδος αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και τα έγγραφα που επίσης αναγνώσθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από την εκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης, ότι μοναδική πηγή πληροφόρησης των όσων κατέθεσε πρωτοβαθμίως ο ανωτέρω μάρτυρας αστυνομικός, δεν ήταν μόνον η απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος αλλά και οι έρευνες που διενήργησε αυτός για την ανακάλυψη και σύλληψη των δραστών της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο τελευταίος, β) αναφορικά με την ίδια ως άνω πράξη, η προσβαλλόμενη αντιμετώπισε και απέρριψε με επαρκή και σαφή αιτιολογία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το αυτοκίνητο με το οποίο μεταφέρονταν τα ναρκωτικά είχε κλαπεί από την ιδιοκτήτριά του Α. Μ., δεχόμενο ότι ψευδώς καταγγέλθηκε από την ίδια κλοπή του στο Τμήμα Ασφαλείας με σκοπό συγκάλυψης της υπόθεσης, όπως επίσης αντιμετώπισε και το γεγονός του "παράταιρου κλειδιού" του ως άνω αυτοκινήτου, λόγω των φθορών και της κακής κατάστασης αυτού, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της ειδικότερη εξήγηση του λόγου αυτού. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Α, πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, περιορίζεται μόνο στην αναφορά, ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω πράξη και συγκεκριμένα ότι "πώλησε δύο κιλά χασίς σε τρεις Αλβανούς, στο ως άνω διάστημα", δεχόμενο μάλιστα ότι πρόκειται για διαφορετική ποσότητα από εκείνη την οποία κατείχε και μετέφερε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, χωρίς να αναφέρει κανένα απολύτως περιστατικό που να στηρίζει την κρίση του αυτή, τόσο για την πράξη της πωλήσεως όσο και για την διαφορετικότητα της πωληθείσας ποσότητας.. Ούτε με την αναφορά στο διατακτικό, ότι ο αναιρεσείων σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς, πώλησε σε άγνωστα άτομα δύο κιλά ινδικής κάνναβης αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, από το οποίο το ποσό των 200 ευρώ υποσχέθηκε να δώσει στον συγκατηγορούμενό του Ε. Κ., επειδή αυτός την προηγούμενη ημέρα τον είχε συνοδεύσει στην Εθνική οδό κοντά στη γέφυρα Σκαραμαγκά, όπου σε χώρο στάθμευσης συναντήθηκε με τρία άγνωστα φυσικά πρόσωπα, αλβανικής υπηκοότητας με τα οποία διαπραγματεύθηκε την πώληση των ναρκωτικών ουσιών, μπορεί να συμπληρωθεί η ελλείπουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν μάλιστα, για τις ανωτέρω παραδοχές, δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία στο σκεπτικό της. Έτσι όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που έχει εκτεθεί στη νομική σκέψη. Επομένως, είναι βάσιμοι, ως προς την ανωτέρω πράξη, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ που πλήττουν την προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. H ακυρότητα όμως αυτή δεν επέρχεται όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ). Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία όμως, όπως διαπιστώνεται, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο: ήτοι 1)ένα σημείωμα προσωρινής ασφάλισης του υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου από την εταιρεία GENERAL TRUST υπέρ Α. με οδηγό άτομο με το όνομα S., β) ένα λογαριασμό ΕΥΔΑΠ με στοιχεία Δ. Μ. και 3) ένα απόκομμα πληρωμής του ανωτέρω λογαριασμού. Όμως, από το προεκτεθέν αιτιολογικό της ίδιας αποφάσεως, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα από την από 7-11-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως, η οποία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και την οποία έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Δικαστήριο. Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης, την μη αναγνωσθείσα πράγματι στο ακροατήριο προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Χ. Χ., όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, αλλά αντιθέτως έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις αυτού ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου κατά την συνεδρίασή του της 1-4-2011, περιεχόμενες στα πρακτικά και στις εκδοθείσες αντίστοιχα υπ' αριθμ. 5066/2007 και 991/2011 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (αναβλητική), οι οποίες και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Τέλος, το Εφετείο, στήριξε την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και σε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και δύο από 7-11-2006 εκθέσεις παραδόσεως και κατασχέσεως. Με την αναφορά αυτή επαρκώς προσδιορίζονται η ταυτότητα των ανωτέρω εγγράφων, με την ανάγνωση δε στο ακροατήριο του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός (δια του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε) είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε εξηγήσεις και δηλώσεις κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά τα οικεία μέρη του, με τα οποία προβάλλεται η πλημμέλεια της κατ' άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της καταδικαστικής του κρίσης, αφ' ενός μεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αφ' ετέρου δε, έλαβε υπόψη έγγραφο "έκθεση παράδοσης" χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα σε ποιά από τις δύο αναγνωσθείσες εκθέσεις παραδόσεως αναφέρεται, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 173 παρ. 2, 174 παρ. 1 και 176 παρ. 1 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως.(ΑΠ 562/2010). Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για την στήριξη της περί ενοχής κρίση του και συνεκτίμησε αποδεικτικά μέσα τα οποία συνελέγησαν με τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων χωρίς παραγγελία ανακριτή ή εισαγγελέα και χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 243 παρ.2 ΚΠοινΔ και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη διενεργηθείσα από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Αττικής "προανάκριση", συντελεσθείσα με την σύνταξη, 4,5 και πλέον μήνες από την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορήθηκε ο αναιρεσείων, της από 7-2-2006 εκθέσεως παραδόσεως και κατασχέσεως εγγράφων, τη διενέργεια σωματικής και κατ' οίκον έρευνας αυτού, την εξέταση μαρτύρων και τη λήψη απολογίας του, χωρίς τούτο να ζητηθεί αρμοδίως από τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επικαλούμενη ακυρότητα, δεν αφορά πράξεις της κυρίας διαδικασίας, και μάλιστα αντίστοιχη (ακυρότητα), που επισυνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αλλά ακυρότητα της προδικασίας, η οποία σε κάθε περίπτωση έχει καλυφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την καταδικαστική της διάταξη ως προς την αφορώσα τον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, ως προς την επιβολή ποινής για την πράξη αυτή και συνακόλουθα ως προς την επιμέτρηση της συνολικής εκτιτέας ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για τις πράξεις της από κοινού αγοράς κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, πώλησης (κατά μόνας) ναρκωτικών ουσιών, παράνομης οπλοφορίας και παράνομης εισόδου στη χώρα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 παρ. 1 ΚΠοινΔ), και να απορριφθούν κατά τα λοιπά όλοι οι άλλοι λόγοι αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2011 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3300/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αναιρεί εν μέρει την ως άνω υπ' αριθμ. 3300/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της για καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου S. R. για την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, την επιβολή ποινής για την πράξη αυτή, αλλά και ως προς τον καθορισμό συνολικής ποινής με την καταδικαστική της διάταξη για τις άλλες πράξεις της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, παράνομης οπλοφορίας και παράνομης εισόδου στην ελληνική επικράτεια. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τις αναιρούμενες διατάξεις της για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δικάσαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22 Μαρτίου 2012 αίτηση του S. R. του O., Αλβανού υπηκόου, για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2013. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ