Αριθμός 1885/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαγρόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Β. - Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μιχαήλ και 2) Χ. Μ. του Β. - Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2002 και 3808/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1103/2008 και 3319/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 12-3-2012 και 11-6-2012 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε τις από 10-4-2013 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 12-3-2012 αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτή η από 11-6-2012 αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, α) η από 12-3-2012 αίτηση του Γ. Κ. και β) η από 11-6-2012 αίτηση των Ε. Μ. και Χ. Μ. για αναίρεση της 3319/2011 απόφασης του Eφετείου Αθηνών, αφού οι αιτήσεις αυτές, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.- Α.-Όσον αφορά την από 12-3-2012 αίτηση του Γ. Κ.. 1.-Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες, επί λέξει, αιτιάσεις: "Η κρίση, το σκεπτικό και αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντίθετα με το νόμο, διότι αφενός έγινε δεκτή πρόταση συμψηφισμού κέρδους και ζημίας, χωρίς απόδειξη του κέρδους το οποίο, δήθεν, αποκόμισα εγώ από τα υπολείμματα του καταστραφέντος μηχανήματος, τα οποία κάλεσα επανειλημμένα προφορικά, αλλά και με την αγωγή και τις προτάσεις μου, τους εναγόμενους να παραλάβουν, πλην αυτοί αδιαφόρησαν και αψήφησαν τις προσκλήσεις μου και η αξία των οποίων, ως "παλιοσίδερα", ήταν μηδαμινή και ουδέποτε την ωφελήθηκα και αφετέρου μου επιδικάστηκε ελαττωμένη αποζημίωση, χωρίς καμία συνυπαιτιότητα, ευθύνη ή συντρέχον πταίσμα, με την αστήρικτη αιτιολογία ότι ωφελήθηκα από την αξία υπολειμμάτων σιδερικών, γεγονός ψευδές, αόριστο και αναπόδεικτο". Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. 2.-Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του Ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης της περ. α' ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά, δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει. Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Επίσης, από το ίδιο άρθρο συνάγεται ότι ο λόγος αναίρεσης της περ. β' δεν δημιουργείται όταν σύμφωνα με το νόμο το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφασή του, αλλά αποφαίνεται αμέσως επί της υπόθεσης μετά από εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (Ολ.ΑΠ 12/1991). Τέτοια απόδειξη δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει το δικαστήριο (Μονομελές ή Πολυμελές) αν εφαρμόστηκε η διαδικασία συζητήσεως του άρθρου 270 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα (δέχθηκε) ότι η αξία του καταστραφέντος μηχανήματός του (που ήταν αντικείμενο της δίκης) έφθανε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο ποσό των 17.608,22 ευρώ. Επίσης, ο αναιρεσείων με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 10 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 2915/2001, δεδομένου ότι εν προκειμένω η διαφορά, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο και η πρώτη ενώπιον αυτού συζήτηση έγινε στις 23-10-2001, δηλαδή πριν την έναρξη της ισχύος του Ν. 2915/2001, μέμφεται το Εφετείο, διότι δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την προταθείσα από τον αρχικό εναγόμενο (στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι αναιρεσίβλητοι) ένσταση συμψηφισμού κέρδους και ζημίας, χωρίς να έχει διαταχθεί για τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν απόδειξη. Κατά το πρώτο μέρος του ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και το ύψος της αξίας του καταστραφέντος μηχανήματος του αναιρεσείοντος. Κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση κατά την (εφαρμοστέα) διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά του ύψους της αξίας του καταστραφέντος τμήματος του επίδικου μηχανήματος και των υπολειμμάτων αυτού, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας, που ως αναιρετικός λόγος προβλέπεται από τον αριθ. 10 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. 3.-Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 178 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001: "Σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός". Ακόμη, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ο δικαστής μπορεί να επιβάλει το σύνολο των εξόδων σε βάρος του ενός μόνο διαδίκου, αν το μέρος που απορρίφθηκε από την αίτηση του άλλου διαδίκου είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα ή αν ο καθορισμός του μεγέθους της απαίτησης είχε εξαρτηθεί από την κρίση του δικαστή ή από την εκτίμηση πραγματογνωμόνων". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ: "Τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε οι διατάξεις των άρθρων 176 και 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις των άρθρων 99 και επ. του Κώδικα Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954, με τις οποίες ορίζονται τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων για εργασία σε πολιτικές κ.λπ. υποθέσεις, σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, ακόμη και όταν αυτή υπερβαίνει τα εν λόγω ελάχιστα όρια, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 178 παρ.1 ΚΠολΔ, του επιδίκασε ως δικαστικά έξοδα το ποσό των 1.300 ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ έπρεπε να του επιδικάσει, σύμφωνα με τον παρατεθέντα στις προτάσεις του πίνακα, το ποσό των 2.836,26 ευρώ. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι απαράδεκτος. διότι η κρίση του Εφετείου, (που δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος), αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σημειώνεται ότι δεν υπήρχε υποχρέωση του Εφετείου να προβεί, με βάση τον παρατεθέντα πίνακα σε εκκαθάριση των εξόδων, δεδομένου ότι, ενόψει της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 178 παρ.1 ΚΠολΔ. Β.-Όσον αφορά την από 11-6-2012 αίτηση των Ε. Μ. και Χ. Μ.. 1.-Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν αίτημα αγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι ο αρχικώς (τρίτος) εναγόμενος Β.-Ε. Μ., στη δικονομική θέση του οποίου (μετά το θάνατό του) αυτοί υπεισήλθαν, (ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι), δεν ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου του ζημιογόνου υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ γερανοφόρου οχήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα (27-11-1998). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος, καθώς κατωτέρω ειδικότερα εκτίθεται, συνιστά ένσταση και άρα "πράγμα", ελήφθη υπόψιν από το Δικαστήριο (και απερρίφθη ως απαράδεκτος). 2.-Επειδή, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και εκείνο της κυριότητας του ζημιογόνου γερανοφόρου οχήματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα εκείνα που ανάγονται στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ζημιογόνου γερανοφόρου οχήματος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το ως άνω πραγματικό περιστατικό, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας, που ως αναιρετικός λόγος προβλέπεται από τον αριθμό 10 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα μ' αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. 3.-Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων, περιπτώσεων, και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, (δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου απόδειξης (Ολ. ΑΠ 2/2008). Επομένως, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου δεν έχει εξετασθεί από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, ψέγουν το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψιν του τα έγγραφα, που ειδικότερα αναφέρουν, τα οποία είχαν προσκομίσει με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι το ζημιογόνο γερανοφόρο όχημα δεν ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα, στην ιδιοκτησία του αρχικώς εναγομένου-πατέρα τους. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι ο δικαιοπάροχός τους Β.-Ε. Μ., δεν ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου του επίδικου γερανοφόρου οχήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο προς απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, δεν εξετάσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας. 4.-Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος. Ειδικότερα, ως προς τον από το 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, απαιτείται, εκτός από την παράθεση των κρίσιμων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης. Γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν αρκούν, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια των αιτιολογιών πρέπει να εξειδικεύεται και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω πρώτο λόγο, κατά το τέταρτο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπάρκειας αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της ιδιοκτησίας του ζημιογόνου οχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ως άνω ζήτημα, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει. 5.-Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 527 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 269 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρ. 11 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές εξαιρετικών περιπτώσεων. Η διάταξη αυτή, η οποία στοιχείται προς την αρχή της "συγκέντρωσης" ή "άνευ επικουρίας δικάζεσθαι" δεν αντίκειται στο άρθρα 6 παρ.1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, διότι με την εν λόγω ρύθμιση δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του διαδίκου στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και στη δίκαιη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου με το από 13-9-2010 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης, ότι κατά το χρόνο που επισυνέβη το ένδικο ατύχημα (27-11-1998) ο αρχικώς εναγόμενος Β.-Ε. Μ., δεν ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου του ζημιογόνου υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ γερανοφόρου οχήματος, αφού με το .../13-6-1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Λαμπρινού είχε μεταβιβάσει, λόγω πώλησης, το ανήκον σ' αυτόν ιδανικό μερίδιο, στον Π. Κ. (δεύτερο εναγόμενο) και, κατά συνέπεια, δεν ενομιμοποιείτο παθητικά. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ενόψει του ότι η ως άνω άδεια κυκλοφορίας του γερανοφόρου οχήματος είχε εκδοθεί (και) επ' ονόματι του αρχικώς εναγομένου Β.-Ε. Μ., η οποία (άδεια) δημιουργούσε τεκμήριο περί της συγκυριότητας αυτού, συνιστά ένσταση - η οποία καταλύει την παθητική νομιμοποίηση του τελευταίου, (σχ. Ολ.ΑΠ 14/1998) - την οποία όφειλαν οι αναιρεσείοντες να επικαλεσθούν και να αποδείξουν. Κατά συνέπεια ήταν απαράδεκτη η πρότασή του για πρώτη φορά στο Εφετείο, εφόσον δε συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτο τον ανωτέρω ισχυρισμό, με την αιτιολογία, ότι προτάθηκε ενώπιόν του το πρώτον (με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης) χωρίς οι αναιρεσείοντες να επικαλούνται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι, με το να απορρίψει τον πιο πάνω ισχυρισμό τους, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι ο εν λόγω περί αμφισβήτησης της παθητικής νομιμοποίησης του ως άνω δικαιοπαρόχου τους ισχυρισμός δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της ένδικης αγωγής και, κατά συνέπεια, μπορούσε να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, είναι αβάσιμος. Με την εφαρμογή δε της ανωτέρω διάταξης από το Εφετείο δεν παραβιάζεται, όπως προεκτέθηκε, το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και, συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται με τον παραπάνω λόγο οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν τούτων οι παραπάνω αιτήσεις, οι οποίες δεν περιέχουν άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθούν και τα δικαστικά έξοδα να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 12-3-2012 και 11-6-2012 αιτήσεις του Γ. Κ. και των Ε. Μ. και Χ. Μ., αντίστοιχα, για αναίρεση της 3319/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ