Αριθμός 809/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αρβανίτη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2267/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 147/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Eργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, στους πιο πάνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του άνω νόμου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω κατά την παρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται κατά την πληρωμή των μισθών να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτόν εργαζόμενους και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που τελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, αποφάσεως για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των αναφερομένων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχολήσεως) προκύπτουν και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές, και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία η εταιρική μορφή της επιχειρήσεως και ποία η ιδιότητα και η θέση του κατηγορουμένου στην τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού ως εργοδότη. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2267/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, όπως προκύπτει από αυτή, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, σε δεύτερο βαθμό, για καθυστέρηση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ενώ ήταν εργοδότης επιχειρήσεως με την επωνυμία "ATIC A.E.", εδρεύουσας στις Σέρρες και απασχόλησε με την ιδιότητά του αυτή κατά το διάστημα από του μηνός Δεκεμβρίου 1997 μέχρι το μήνα Ιανουάριο 1998 προσωπικό που ασφαλιζόταν στο Ι.Κ.Α., δεν κατέβαλε με την ίδια ιδιότητά του την 12-2-1998 και 4-3-1998 στο αναφερόμενο ίδρυμα τις εργοδοτικές για το προσωπικό αυτό και εργατικές εισφορές, ποσού 21.015.933 δραχμών και 10.507.967 δραχμών, αντίστοιχα. Όμως δεν αναφέρονται στην αιτιολογία (αλλ' ούτε και στο διατακτικό), μολονότι πρόκειται για εταιρική, και όχι ατομική, επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, όπως φαίνεται από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, αλλ' αναφέρεται, όπως προεκτέθηκε, μόνο ότι αυτός ήταν εργοδότης. Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας, από την οποία δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην άνω ανώνυμη εταιρεία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή του για την καταβολή των πιο πάνω ασφαλιστικών εισφορών, και αναφέρεται μόνο η ιδιότητά του ως εργοδότη, δεν είναι η απαιτούμενη, κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της αποφάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού και χωρίς έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που είναι περιττή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και της παρακρατήσεως εργατικών ασφαλιστικών εισφορών (άρθρα 12 και 18 Π.Κ. και 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967) φέρονται ότι τελέσθηκαν την 12-2-1998 και 4-3-1998, έκτοτε δε και μέχρι την κατά την 10-1-2007 εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1,2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' ΚΠοινΔ), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος για τις παραπάνω πράξεις, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 2267/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και, Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος ..... για μη καταβολή εργοδοτικών και παρακράτηση εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν στις Σέρρες την 12-2-1998 και 4-3-1998. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ