Αριθμός 1067/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18-5-2010 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11744/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1703/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, Γ'/10130/17.1.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Η. Κ./νου Τ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, Πολυχρόνη Κατουρτζίδη, ο οποίος τον εκπροσώπησε στην κατ'έφεση δίκη και υπέγραψε τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατατεθείσες προτάσεις του. Ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Με την από 12.4.2010 αίτησή του, ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, την οποία κοινοποίησε προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε ότι είναι κύριος με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου, εμβαδού 34 τ.μ. που βρίσκεται στον οικισμό του .... Επικαλούμενος δε ότι κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών για τα ακίνητα, που βρίσκονται στην ως άνω περιοχή το εν λόγω ακίνητο καταχωρήθηκε στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... με ΚΑΕΚ ... ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", εξαιτίας παραλείψεώς του να υποβάλλει δήλωση ιδιοκτησίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ακινήτου αυτού και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ώστε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα από την εσφαλμένη αναγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" να καταχωριστεί ο ίδιος. Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 7.6.2010 κύρια παρέμβασή του, με την οποία ισχυριζόμενο ότι το ίδιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ως τμήμα ευρύτερης έκτασης με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά δυνάμει των νομίμως μεταγραμμένων ... και ... συμβολαίων του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη, Χρ. Παπανάγου, για τη δημιουργία του αστικού προσφυγικού οργανισμού ..., και ότι αυτό αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, που αφέθηκε ως δίοδος κατά τη δημιουργία του ως άνω συνοικισμού και συνεπώς είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί αυτού και διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα ώστε αντί της ανακριβούς εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης " να καταχωριστεί το ίδιο ως αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ .... Επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως, που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η 11744/2011 απόφαση του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη την αίτηση και διέταξε τη διόρθωση ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρισης " άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστεί ο αιτών ως κύριος του επιδίκου ακινήτου, ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1703/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν., επικυρώνοντας την εκκληθείσα 11744/2011 οριστική απόφαση του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 10.10.2017 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου παρ. 1,2 του Ν..2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφιο τρίτο του Ν. 4164/2013 (ΦΕΚ Α 156/9.7.2013 σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) έτη. Για τα πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της πενταετούς κατά τα άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Για τις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση πριν τη δημοσίευση και έναρξη ισχύος του Ν. 3481/2006 (Α' 162), η αποκλειστική προθεσμία της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής είναι δώδεκα (12) ετών, εκτός εάν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή μόνιμα εργαζόμενους στο εξωτερικό κατά τη λήξη της δωδεκαετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι δεκατέσσερα (14) έτη. Για τα πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της πενταετούς κατά τα άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Η δε ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει ορίζεται για κάθε μία από τις κτηματογραφούμενες περιοχές με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και την τήρηση των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή διατυπώσεων. Επί πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α' Ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 4164/2013, στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η κατάθεση και κοινοποίηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της αίτησης για τη διόρθωση της εγγραφής διακόπτει την προθεσμία για την έγερση της αγωγής της παραγράφου 2.. Με την αίτηση της περίπτωσης α' μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώρηση του δικαιώματος στο φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με αυτή φέρεται τούτο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" ο επικαλούμενος ότι είναι κύριος αυτού ή δικαιούχος οποιουδήποτε άλλου εγγραπτέου στο Κτηματολόγιο δικαιώματος, θα επιτύχει τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με την άσκηση της σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρι να ορισθεί, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος κατά την καταχώρηση της πρώτης εγγραφής και η διόρθωση της τελευταίας, σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος. Συνεπώς, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ζητείται μόνο η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του αιτούντος, ανεξαρτήτως του ότι ερευνάται από το Δικαστήριο ως προϋπόθεση η ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος της κυριότητας για την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Η ως άνω αίτηση δεν στρέφεται κατά ουδενός, το δε Ελληνικό Δημόσιο, όπως ο ΟΚΧΕ και οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων στα πλαίσια των δικών της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν καθίστανται διάδικοι. Η διαδικασία διόρθωσης των ανακριβών πρώτων εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με παράλληλη υποχρέωση κοινοποίησης της αίτησης στο Ελληνικό Δημόσιο προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον Ν. 3481/2006, λόγω της μεταβολής της αξιολογικής νομοθετικής αντίληψης ως προς τη φύση των ως άνω διαφορών, που δεν περιέχουν κατά κανόνα αμφισβήτηση, διότι από την εγγραφή υπέρ "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μόνο, δεν δημιουργείται πραγματική ιδιωτική διαφορά μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και πάντως όχι μεταξύ του ενάγοντος και του ΟΚΧΕ, καθώς το αιτούμενο είναι η διαπίστωση του εγγραπτέου δικαιώματος του δικαιούχου. Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2. του ΑΚ και 12 παρ. 1 ζ' του Ν. 2664/1998 και επομένως κατά το χρονικό σημείο έναρξης του κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Επίσης, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επιπλέον από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι το δικαστήριο ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά τη κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανωτέρω ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης έρευνας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Το ανακριτικό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού αυτό μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης. Συνεπώς κατά την εκούσια διαδικασία δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.(ΑΠ 976/2020, ΑΠ 528/2017, ΑΠ 560/2016, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1392/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης 1703/2017 αποφάσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιόν του τα εξής : " Ο Ι. Α. είχε στη νομή και κατοχή μία οικία κτισμένη επί ενός οικοπέδου εμβαδού 34 τ.μ., κείμενη στον οικισμό της τότε κοινότητας ..., που συνόρευε ανατολικά με λαχανόκηπο ιδιοκτησίας Χ. Σ., δυτικά με οικία Ε. Α., νότια με κεντρικό δρόμο και βόρεια με πάροδο του συνοικισμού .... Εν συνεχεία ο πιο πάνω, μεταβίβασε, περί το έτος 1962 την οικία αυτή, άτυπα στον αδελφό του αιτούντος Γ. Μ., αντί τιμήματος ύψους 8.250 δραχμών, με μια κληματαριά, μια αχλαδιά και δύο μωρεόδεντρα. Έκτοτε ο Γ. Μ. ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής επί του πιο πάνω ακινήτου και ειδικότερα διέμενε στην οικία έως το έτος 1984 που τη μεταβίβασε άτυπα στον αιτούντα αδελφό του, ο οποίος έκτοτε συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής επί του ακινήτου, ειδικότερα δε συντηρούσε την οικία, ενώ από το έτος 1995 οπότε και κατεδάφισε την οικία μέχρι το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου (8-12-2005) αφού περιέφραξε το οικόπεδο εμβαδού 34 τ.μ., χρησιμοποιούσε αυτό ως χώρο εναπόθεσης διαφόρων εργαλείων, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Ο αιτών, που όπως προαναφέρθηκε απέκτησε τη νομή του επιδίκου ακινήτου το έτος 1984, το νεμόταν τόσο αυτός, όσο και προγενέστερα οι δικαιοπάροχοί του, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα ... Το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης εμβαδού 2.468,47 και 1.532,25 τ.μ., που είχε αγορασθεί για τη δημιουργία του αστικού προσφυγικού ... από τα πληρεξούσια όργανά του (τμήμα Πρόνοιας της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας) με τα υπ'αριθμ. ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογραφούντος τότε Ειρηνοδίκη Χρ. Παπανάγου, που μεταγράφηκαν νόμιμα..., ότι η εν λόγω έκταση ρυμοτομήθηκε με το υπ'αριθμ. ... διάγραμμα, που έχει ισχύ ρυμοτομίας, δημιουργήθηκαν δύο οικοδομικά τετράγωνα Α και Β και 18 οικόπεδα, στα οποία κατασκευάσθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία αυτού κατοικίες που παραχωρήθηκαν σε δικαιούχους πρόσφυγες και ότι το εν λόγω τμήμα βρίσκεται εντός του Β οικοδομικού τετραγώνου και καταλαμβάνει μέρος κοινοχρήστου τμήματος, το οποίο αφέθηκε ως δίοδος των οικοπέδων στις οδούς του οικισμού και ότι έτσι αποτελεί κοινόχρηστη έκταση που του ανήκει. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν αποδείχθηκε, καθόσον από το ίδιο το προσκομιζόμενο διάγραμμα του οικισμού προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει νότια με οδό και δυτικά με το υπ'αριθμ. 1 οικόπεδο του αστικού προσφυγικού συνοικισμού, χωρίς όμως και να έχει χαρακτηρισθεί οδός στο εν λόγω διάγραμμα, αλλά αποτελεί συνεχόμενη έκταση του υπ'αριθμ. 1 οικοπέδου, η οποία προφανώς λόγω της μικρής επιφάνειάς της δεν παραχωρήθηκε σε δικαιούχο πρόσφυγα, ενώ ουδόλως προέκυψε ότι η εν λόγω έκταση είχε αφεθεί ως δίοδος για την εξυπηρέτηση των δημιουργηθέντων οικοπέδων, αφού από το ίδιο ως άνω διάγραμμα δεν προκύπτει ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε ανάγκη δημιουργίας τέτοιας διόδου για την εξυπηρέτηση τω οικοπέδων καθόσον τα υπ'αριθμ. 1 και 2 οικόπεδα είχαν πρόσοψη σε οδό αλλά και στη μεταξύ αυτών και των λοιπών οικοπέδων του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου αφεθείσα δίοδο. Η παραπάνω κρίση ενισχύεται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες του επιδίκου, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα ..., ο οποίος... κατέθεσε ότι το επίδικο ακίνητο από το έτος 1950 και μετά το χρησιμοποιούσαν σαν κατοικία αρχικά οι δικαιοπάροχοι του αιτούντος και εν συνεχεία ο ίδιος, αλλά και ουδέποτε ήταν το επίδικο τμήμα δρόμου, αλλά ανέκαθεν ο δρόμος διερχόταν δίπλα από το επίδικο, τονίζοντας ότι από το έτος 1950 - 1953 η κατάσταση είναι η ίδια, δεν άλλαξε τίποτε, ο δρόμος ήταν πάντα δίπλα, πρόσθεσε δε ότι το 1956 η ΔΕΗ τοποθέτησε στύλο για τον ηλεκτροφωτισμό του δρόμου, όχι όμως στο επίδικο ακίνητο, αλλά στον γειτονικό δρόμο. Με βάση τα προαποδειχθέντα ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-κυρίως παρεμβαίνοντος ότι το επίδικο ακίνητο... αποτελεί κοινόχρηστη έκταση και ειδικότερα οδό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν διότι δεν αποδείχθηκε ότι με κάποιο νόμιμο τρόπο ... το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστη οδό, ενώ αποδείχθηκε ότι δικαιούχος εμπραγμάτου δικαιώματος του ως άνω ακινήτου είναι ο εφεσίβλητος - αιτών, κατά το χρόνο έναρξης της κτηματογράφησης της περιοχής του επιδίκου, ο οποίος είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία. Επομένως... η αρχική εγγραφή στο κτηματολόγιο και στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... για το ανωτέρω ακίνητο είναι εσφαλμένη και προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα του αιτούντος και συνεπώς υφίσταται έννομο συμφέρον του τελευταίου προς διόρθωση της εν λόγω ανακριβούς πρώτης εγγραφής... Σημειώνεται ότι με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 3127/2003 και δέχθηκε ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 ο αιτών εφεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός προτάθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του αιτούντος κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν αποτελούσε βάση της αίτησής του. Ο λόγος αυτός της έφεσης, είναι απορριπτέος διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίθηκε ότι η αίτηση αναφορικά με την κτήση κυριότητας του αιτούντος επί του επιδίκου ακινήτου είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ και ουδόλως αναφέρεται στην απόφαση ότι η αίτηση θεμελιώνεται στις διατάξεις του ν. 3127/2003, καθόσον τέτοια βάση δεν περιλαμβάνονταν στην αίτηση, ενώ το ότι πράγματι στο αιτιολογικό της απόφασης το Δικαστήριο διέλαβε και σχετική αναφορά ότι η χρησικτησία του αιτούντος <<... συμπληρώνεται σε κάθε περίπτωση και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου βάσει των διατάξεων του άρθρου 4 Ν. 3127/2003...>> δεν αποτελεί κρίση περί του ότι η αίτηση στηριζόταν ως προς την κτήση κυριότητας του αιτούντος στις άνω διατάξεις, ούτε προκύπτει ότι η αίτηση έγινε δεκτή κατ'ουσία γιατί αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της άνω διάταξης, αλλά πρόκειται για ισχυρισμό που προβλήθηκε από τον αιτούντα με τις προτάσεις του προς υπεράσπιση κατά της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, η δε ως άνω αναφορά του δικαστηρίου αποτελεί επιχείρημα αυτού που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά παραδοχή με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα...". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την αίτηση του αιτούντος και διατάξει την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρησης ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης επί του αμφισβητηθέντος από το κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο, επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 34 τ.μ. απορρίπτοντας την κυρία παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε : 1) ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο εμβαδού 34 τ.μ. που βρίσκεται στον οικισμό της τότε Κοινότητας ... με την αρχικά κτισμένη επί αυτού οικία, περιήλθε στον δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου αδελφό του Γ. Μ. με άτυπη αγορά το έτος 1962 από τον προηγούμενο κύριο αυτού Ι. Α., ο οποίος το κατείχε και το νεμόταν από το έτος 1950, 2) ότι έκτοτε ο Γ. Μ. ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου διαμένοντας στην ως άνω οικία μέχρι το έτος 1984, οπότε μεταβίβασε άτυπα αυτό στον αιτούντα, ο οποίος συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής στο ακίνητο, συντηρώντας την προαναφερόμενη οικία, την οποία κατεδάφισε το έτος 1995 και μετέπειτα αφού περιέφραξε το οικόπεδο το χρησιμοποιούσε ανενόχλητα για την εναπόθεση των εργαλείων του μέχρι το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή (8.12.2005), 3) ότι ο αιτών νεμόμενος αδιαλείπτως και αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου ασκώντας σε αυτό τις ανωτέρω πράξεις νομής, από το έτος 1984 έως το έτος 2005, χρόνο λειτουργίας του Κτηματολογίου στην περιοχή που βρίσκεται αυτό ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι το επίδικο οικόπεδο, εμβαδού 34 τ.μ., αποτελεί κοινόχρηστη έκταση που περιλαμβάνεται σε ευρύτερης έκτασης εμβαδού 2.468,47 και 1.532,25 τμ., που είχε αγορασθεί από το ίδιο με τα νόμιμα μεταγραμμένα ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογραφούντος τότε Ειρηνοδίκη Χρ. Παπανάκου, για τη δημιουργία του αστικού προσφυγικού συνοικισμού ..., το οποίο στη συνέχεια ρυμοτομήθηκε και δημιουργήθηκαν δύο οικοδομικά τετράγωνα Α και Β και 18 οικόπεδα, όπου κατασκευάσθηκαν κατοικίες και παραχωρήθηκαν σε δικαιούχους. Ήδη με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αιτιάται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο που δέχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο της κτηματογράφησης της περιοχής που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κρίνοντας εν τέλει ότι η αρχική εγγραφή αυτού στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" είναι εσφαλμένη και πρέπει να διορθωθεί ώστε να αναγραφεί σε αυτά ως ιδιοκτήτης του επιδίκου ο αναιρεσίβλητος, : α) εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση, τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12.9.1915 μέχρι και 16.5.1926 και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926,"περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε με το άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, σύμφωνα με τα οποία τα ακίνητα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, εκτός εάν η έκτακτη χρησικτησία ήτοι η άσκηση τριακονταετούς νομής επί αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, ενώ αν τις εφάρμοζε θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης με βάση τα προαναφερόμενα ... και ... συμβόλαια του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη, Χρ. Παπανάκου, ανεξάρτητα από τον κοινόχρηστο ή μη χαρακτήρα του ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, β) δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον ως άνω ισχυρισμό του περί του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης όσον αφορά στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον διαλαμβάνει μεν στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο με την έφεσή του κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ήτοι έφεσης του αναιρεσείοντος και της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός περί του ότι το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας εξαιτίας του ότι αποτελούσε δημόσιο κτήμα, δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης, ούτε αποτέλεσε ισχυρισμό έρευνας και στην πρωτόδικη δίκη. Αντιθέτως, το αναιρεσείον με τους λόγους της εφέσεώς του, αναφέρθηκε διηγηματικά στην προέλευση του επίδικου οικοπέδου των 34 τ.μ. από την αγορά της ευρύτερης περιοχής με τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, επισημαίνοντας όμως ότι στη συνέχεια η όλη περιοχή ρυμοτομήθηκε και δημιουργήθηκε, με βάση το ... διάγραμμα που έχει ισχύ ρυμοτομίας και δημιουργήθηκε οικισμός με δύο οικοδομικά τετράγωνα και δέκα οκτώ (18) οικόπεδα, στα οποία κατασκευάσθηκαν κατοικίες που διανεμήθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του σε δικαιούχους, επισημαίνοντας ότι το επίδικο τμήμα αφέθηκε από το ίδιο ως δίοδος προς κοινή χρήση των κατοίκων του οικισμού και ότι ως δίοδος περιλαμβάνεται και στο ως άνω διάγραμμα, αποτελώντας έτσι κοινόχρηστη οδό, η οποία ως τέτοια αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής με βάση τις διατάξεις των άρθρων 966-968 και 971 ΑΚ, που ανήκει στο αναιρεσείον, επί του οποίου δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα με τα προσόντα της χρησικτησίας. Με τους λόγους της εφέσεώς του το αναιρεσείον πλήττει αποκλειστικά την εκκαλουμένη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την μη αποδοχή από αυτήν του επικαλούμενου από το ίδιο κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και για την εφαρμογή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των διατάξεων του ν. 3127/2003, ουδεμία δε αναφορά γίνεται σε περιστατικά που αφορούν την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου από το αναιρεσείον ως δημοσίου κτήματος, μετά τη ρυμοτόμηση της όλης ευρύτερης έκτασης και της νέας κατάστασης που δημιουργήθηκε με αυτήν και στη συνακόλουθη παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που αφορούν στην προστασία των δημοσίων κτημάτων και στην απαγόρευση κτήσεως αυτών από τρίτο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η επίκληση των οποίων γίνεται για πρώτη φορά στο αναιρετήριο. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση από το αναιρεσείον παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω οικεία νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου εκδικάσθηκε κατά τις διατάξεις της εκούσας δικαιοδοσίας, και συνεπώς δεν πλήττεται με τον λόγο αυτό. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 10.10.2017 ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1703/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος ως ηττηθέντος διαδίκου, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10.10.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1703/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ