Αριθμός 1054/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "M. Α.", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο - Ευάγγελο Χατζηιακώβου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκε η 183/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 18-5-2021 (με αριθμό καταθέσεως ../19-5-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 183/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βέροιας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 6, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. …έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτού, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αρμόδιο για παραλαβή, υπάλληλο της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε..", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκε η ανωτέρω αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, παραστάθηκαν δε νομίμως και προσηκόντως, μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και η πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η ανωτέρω δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.) Η κρινόμενη, από 18-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ….), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 183/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βέροιας, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1, 552,553 παρ.1, 556 παρ.1 σε συνδ. με 741 κα 769 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως. Ειδικότερα από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη 183/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται (άρθ. 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναίρεσης, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση, δημοσιεύθηκε στις 19-5-2017. Επίδοση της απόφασης αυτής δεν προκύπτει (στην αίτηση αναίρεσης αναφέρεται ότι η απόφαση αυτή δεν επεδόθη).Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης, ασκήθηκε στις 19-5-2021, όπως προκύπτει από την 1/2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου αναίρεσης, του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, αφού είχε παρέλθει, η καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, των δύο (2) ετών, από της δημοσιεύσεως της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο, του νόμου 4335/2015, που εφαρμόζεται στη προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιεύθηκε, μετά τη δημοσίευση του πιο πάνω νόμου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως, μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., (όπως ισχύουν για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας την από 28-12-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ..28-12-2015) αίτηση της, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθών η αίτησή της, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε..", ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τους ως άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 183/2017, ήδη τελεσίδικη, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές, επί είκοσι εννέα (29) μήνες, προς μεν το αναιρεσείον ύψους 66,68 ευρώ, προς δε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ύψους 283,32 ευρώ και συνολικώς 350 ευρώ, από δύο συμβάσεις στεγαστικών δανείων, διέταξε την εκποίηση των αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και επέβαλε στην τελευταία, για την διάσωση της κύριας κατοικίας της, την καταβολή ποσού 20.166,68 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις και για χρονικό διάστημα οκτώ ετών. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015) ως εκ του χρόνου υποβολής - καταθέσεως, στις 28-12-2015, της ένδικης, από 28-12-2015 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως…) αιτήσεως εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021). Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το| χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρο 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση τη| σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικώς των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙBEET κ.λ.π.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεως του και όλων γενικώς των μερισμάτων και άλλων παροχών που λαμβάνει τακτικά από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ... που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2.214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. μπορούν, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικώς εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ. Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι, στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμον, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους. Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα, θα το είχε πράξει ρητώς, όπως έπραξε με την προσθήκη της περιπτώσεως γ' στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκειμένη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν. 3586/2007, ενώ ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ιδίου Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Τ.Π.Δ. Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεών του (Α.Π. 785/2022, Α Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.Δ. από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκολύνσεως και εξυπηρετήσεως των δανείων, όχι, όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010. Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι, στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του. Και τούτο, διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιον και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 1379/2019). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ. από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχωρήσεως, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειο του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λ.π., να επιδιώξει και να επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3.869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της συντάξεώς του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν, παραμένει, αναλογικώς, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 1379/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαιτήσεως του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω συμβάσεως μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαιτήσεως (Α.Π. 1050/2021). Αντικείμενο εκχωρήσεως είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994. Η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσεως, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της συντάξεώς του. Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαιτήσεώς του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχωρήσεως μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ' επέκτασιν και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο. Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (Α.Π. 1031/2015). Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσεώς τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στην συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχωρήσεως, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του Ν. 3869/2010. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχωρήσεως, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρυθμίσεως του χρέους του κατά τον Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ. και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσεως με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παραλλήλως με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο| νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1- 2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ. Α.Π. 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να παρατίθεται σε αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 43/1990, Α.Π. 734/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3.869/2010, επειδή, αν και η προς αυτό οφειλή της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης δεν ήταν ληξιπρόθεσμη λόγω της παρακρατήσεως των οφειλομένων δόσεων από τις συντάξιμες αποδοχές της, η προσβαλλόμενη δεν έκρινε αν η άλλη οφειλή της τελευταίας προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της καταθέσεως της ενδίκου αιτήσεώς της, ώστε να κριθεί αν μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του ανωτέρω νόμου. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ιδίου ως άνω (πρώτου λόγου) της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ότι το δικάσαν Δικαστήριο δεν αιτιολογεί ειδικώς την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής της αιτούσας, από την στιγμή που απέρριψε τη χορηγηθείσα από αυτό (αναιρεσείον) βεβαίωση περί της ελλείψεως ληξιπροθέσμου οφειλής της λόγω της προαναφερθείσας παρακρατήσεως. Το Ειρηνοδικείο Βέροιας, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 183/2017, απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα, Ε. Κ., (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), γεννήθηκε το 1955, είναι χήρα, καθώς ο σύζυγος της Δ. Κ. απεβίωσε στις 31-5-2006. Από τον γάμο της μαζί του απέκτησε δύο τέκνα, την Ε. Κ. γεννηθείσα το 1976 και τον Κ. Κ. γεννηθέντα το 1979. Η αιτούσα δεν διαθέτει πτωχευτική ικανότητα, καθώς μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 εργαζόταν ως παρασκευάστρια-βοηθός μικροβιολόγου στο Γενικό Νοσοκομείο… ενώ έκτοτε συνταξιοδοτήθηκε. Σήμερα η σύνταξή της υπολογίζεται στο ποσό περίπου των 988,84 ευρώ μικτών, καθαρών 791,42 ευρώ (βλ. ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης Δεκεμβρίου 2016), λαμβάνει επιπλέον επικουρική σύνταξη από το ΕΤΕΑ (ΤΕΑΔΥ) η οποία αφαιρουμένων των κρατήσεων (28,19 ευρώ) υπολογίζεται στο ποσό των 159,99 ευρώ (βλ. Σχετικό προσκομιζόμενο με αρ. 4-Ενημερωτικό Δελτίο σύνταξη έτους 2017) και σύνταξη από το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων πληρωτέου ποσού 34,38 ευρώ (βλ. σχετικό προσκομιζόμενο ..- Ενημερωτικό σημείωμα ΜΤΠΥ). Παράλληλα, λαμβάνει το ποσό των 135,07 ευρώ ως σύνταξη χηρείας (βλ. σχετικό προσκομιζόμενο ..-Ενημερωτικό σημείωμα ΕΦΚΑ) καθώς και εισπράττει μηνιαίως ως μίσθωμα το ποσό των 220 ευρώ. Συνολικά επομένως το εισόδημα της υπολογίζεται στο ποσό των 1340,86 ευρώ. Στην περιουσία της αιτούσας περιλαμβάνεται 1) το δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εκτάσεως 329 τμ που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δ.Δ …, Δήμου ΑΠ. ..της περιφέρειας του ομωνύμου Δήμου και Ειρηνοδικείου Βέροιας και εντός του .. Ο.Τ επί της οδού ... , επί του οποίου υφίσταται ισόγεια μονοκατοικία ολικού εμβαδού 84,30 τμ η οποία ανεγέρθηκε μετά την έκδοση της με αρ. …(υπ' αριθμ. Πρωτ…) άδειας ανοικοδόμησης του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Νομαρχίας Ημαθίας, αποτελούμενη από δύο δωμάτια, ένα σαλόνι, ένα διάδρομο, ένα χωλ, μια κουζίνα, μια αποθήκη, ένα λουτροαποχωρητήριο και δύο εξώστες, το οποίο συνορεύει συνολικά γύρω της, Βόρεια και Νότια με ακάλυπτη έκταση του οικοπέδου, Ανατολικά με διακεκριμένης χρήση τμήμα του ιδίου οικοπέδου, ιδιοκτησίας ... και Δυτικά με έτερο διακεκριμένης χρήσης τμήμα του ιδίου οικοπέδου, ιδιοκτησίας ... , και η οποία μονοκατοικία συμμετέχει κατά 36,23% εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο εκτάσεως 908 τμ, διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν.Δ 1024/1971 και το οποίο περιήλθε στην αιτούσα δυνάμει του ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Βέροιας Β. Ο., νομίμως μεταγεγγραμμένου, 2) το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας σε ποσοστό 50% επί του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου το οποίο περιήλθε στην αιτούσα δυνάμει του ... συμβολαίου σύστασης δικαιώματος ισόβιου επικαρπίας της ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγγραμμένου. Το ακίνητο αυτό ναι μεν αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας, πλην όμως δεν κρίνεται απαραίτητη η εκποίησή του, καθόσον η οικονομική του εκμετάλλευση με την εκμίσθωση του αντί μηνιαίου μισθώματος 220 ευρώ αποφέρει & αυτήν ένα ικανοποιητικό εισόδημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της με καταβολές επί τετραετία, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων εισοδημάτων της καθώς και του ύψους των χρεών της, 3) το δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός κλειστού χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου ισόγειου ορόφου με ΚΑΕΚ ... εμβαδού καθαρής επιφάνειας 76,50 τμ, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου οικοδομής 5%, κτισμένου στο υπ' αριθμ. 1 τμήμα οικοδομής επί ενός διηρημένου και αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου εντός σχεδίου πόλεως Βέροιας της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου και Ειρηνοδικείου και εντός του / Ο.Τ, στην περιοχή ..., επί της οδού ... , ολικής εκτάσεως 426,30 τμ, 4) το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω κλειστού χώρου στάθμευσης, 5) το δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος οριζοντίου ιδιοκτησίας του 1ου κύριου υπέρ του ισογείου ορόφου του παραπάνω τμήματος οικοδομής του προαναφερόμενου διηρημένου και αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου με ΚΑΕΚ ... εμβαδού καθαρής επιφάνειας 67,33 τμ στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου οικοδομής 15%, 6) το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω διαμερίσματος οριζοντίου ιδιοκτησίας του 1ου ορόφου, 7) το δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος οριζοντίου ιδιοκτησίας του 2ου κύριου υπέρ του ισογείου ορόφου του παραπάνω τμήματος οικοδομής του προαναφερόμενου διηρημένου και αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου με ΚΑΕΚ ... εμβαδού καθαρής επιφάνειας 67,33 τμ στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου οικοδομής 15%, 8) το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω διαμερίσματος οριζοντίου ιδιοκτησίας του 2ου ορόφου, 9) το δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της αέρινης στήλης που εκτείνεται πάνω από τον δεύτερο όροφο του παραπάνω τμήματος οικοδομής του προαναφερόμενου διηρημένου και αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου με ΚΑΕΚ ..., η οποία όποτε θα αναγερθεί θα αποτελέσει τον τρίτο κύριο όροφο υπέρ του ισογείου στην οποία αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου οικοδομής 15%, 10) το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της προπεριγραφόμενης αέρινης στήλης: Οι ανωτέρω αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες περιήλθαν στην αιτούσα κατά το ποσοστό πλήρους κυριότητας δυνάμει του ... συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής του συμβολαιογράφου ..., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών περιφέρειας Ειρηνοδικείου Βέροιας στον τόμο 1158 και αριθμό 65, ενώ κατά δικαίωμα επικαρπίας κατά το ανωτέρω ποσοστό δυνάμει του ... συμβολαίου σύστασης δικαιώματος επικαρπίας της συμβολαιογράφου Βέροιας Β. Ο., νομίμως μεταγεγγραμμένου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτούσα, η ανωτέρω οικοδομή (υπό στοιχεία 3-8) συνιστά την κύρια κατοικία της, την εξαίρεση της οποίας ζητά συνολικά, για τα οποία υποβάλλεται αίτημα υπαγωγής τους στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10 ρύθμιση. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, με την οποία του παρέχεται η δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, που μπορούσε να διαταχθεί από το δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αφού αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό, επιβάλλοντας του προκειμένου να πετύχει την εξαίρεση την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας και εφόσον βέβαια το χρέος του είναι ίσο ή μεγαλύτερο του ποσού αυτού. Ως κατοικία χαρακτηρίζεται εκείνη που χρησιμεύει για την κάλυψη των βασικών στεγαστικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του ... . Περαιτέρω, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο, ο ισχυρισμός της αιτούσας ήτοι ότι πρόκειται για χώρους με ενιαία λειτουργικότητα δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρόκειται για αυτοτελείς και ξεχωριστούς χώρους, υπό την έννοια ότι δεν συνδέονται μεταξύ τους και οι οποίοι διαθέτουν ξεχωριστά, ο καθένας, ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του τμήματος οικοπέδου, ως τέτοιοι δε έχουν δηλωθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο καθώς καθένας έχει λάβει ξεχωριστό αριθμό ΚΑΕΚ. Για το λόγο αυτό κρίνεται ότι το ποσοστό 50% κυριότητας επί του χώρου στάθμευσης, επί του διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου και της αέρινης στήλης (ακίνητα υπό στοιχείο 3, 7, 9), κρίνονται άξια προς εκποίηση, ενώ αντιθέτως το ποσοστό 50% κυριότητας επί του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου καθώς και το δικαίωμα επικαρπίας επί αυτού, όπως επίσης και το δικαίωμα επικαρπίας επί των λοιπών ανωτέρω αναφερόμενων χώρων (χώρου στάθμευσης, διαμερίσματος 2ου ορόφου και δικαιώματος υψούν) δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση αφενός διότι το διαμέρισμα του πρώτο ορόφου (υπό στοιχείο 5, 6) συνιστά την κύρια κατοικία της αιτούσας, αφετέρου διότι το δικαίωμα επικαρπίας καθιστά αδύνατη κάθε είδους μεταβίβαση. Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της αιτούσας (50% πλήρης κυριότητα και 50% δικαίωμα επικαρπίας επί του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου) ανέρχεται στο ποσό των (19391,04 + 5817,31 = 25208,35 ευρώ (βλ. το προσκομιζόμενο φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου), και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%, που απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της παραπάνω κατοικίας από την εκποίηση. Επίσης η αιτούσα διαθέτει 11) κατά δικαίωμα επικαρπίας σε ποσοστό 100% έναν αγρό με ΚΑΕΚ ... εκτάσεως 970 τμ ο οποίος αποτελεί διαιρετό τμήμα ενός ευρύτερης εκτάσεως αγρού με αρ. τεμαχίου 147 ολικής εκτάσεως 125000 τμ που βρίσκεται στη θέση …..της κτηματικής περιοχής του αγροκτήματος του Δ. Δ ... και το οποίο αποτελεί διαιρετό τμήμα αγρού 970 τμ, 12) το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδο με ΚΑΕΚ ... που βρίσκεται εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Βέροιας, της περιφέρειας του ομώνυμου δήμου και ειρηνοδικείου, το οποίο ολόκληρο ρυμοτομείται από την οδό ... και βρίσκεται μεταξύ των αρ. 61Α και 65Γ οικοδομικών τετραγώνων επί της οδού ... εκτάσεως 99 τμ, 13) το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδο με ΚΑΕΚ ... που βρίσκεται εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Βέροιας, της περιφέρειας του ομώνυμου δήμου και ειρηνοδικείου, και εντός του με αριθμό .. Ο.Τ επί της οδού ... (νυν πεζόδρομος) επί της οποίας φέρει αριθμό οδικής αρίθμησης .. εκτάσεως 124,50 τμ μετά της επί αυτού ισόγειας οικίας εμβαδού 71 τμ. Τα ανωτέρω ακίνητα με στοιχείο 11-13 περιήλθαν στην κυριότητα της, δυνάμει του ... συμβολαίου σύστασης δικαιώματος επικαρπίας της συμβολαιογράφου Βέροιας Β. Ο., νομίμως μεταγεγγραμμένου. Τα ανωτέρω ακίνητα (11-13) λόγω του είδους του δικαιώματος και του ποσοστού που η ίδια διαθέτει δεν κρίνονται άξια προς εκποίηση. Περαιτέρω η αιτούσα διαθέτει καταθέσεις και ειδικότερα ποσό- μέχρι την 12-11-2015-256,49 ευρώ στον τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος και στο όνομά της λογαριασμό μισθοδοσίας με αριθμό λογαριασμού ... και 356 ευρώ έως 15-11-2015 στον τηρούμενο στο όνομά της υπό στοιχείο ... λογαριασμό ταμιευτηρίου στην Attica Bank. Οι προαναφερόμενες καταθέσεις λόγω του χαμηλού ύψους τους δεν πρόκειται να αποδώσουν κάποια ωφέλεια ως προς την εξόφληση των απαιτήσεων των καθ'ων. Τέλος, η αιτούσα έχει στην πλήρη κυριότητα του ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό (Ι.Χ.Ε.) αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA τύπου YARIS με αριθμό κυκλοφορίας με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας την 1-10-1999 και με αριθμό κυκλοφορίας... . Η εκποίηση του παραπάνω οχήματος, με βάση τα χαρακτηριστικά του (τύπος, παλαιότητα κλπ.), δεν κρίνεται πρόσφορη λόγω της μικρής αξίας του και εκτιμάται ότι δεν θα προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, και συνεπώς δεν πρέπει να διαταχθεί η κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 ν.3869/2010 εκποίηση του. Λαμβάνονται δε σε κάθε περίπτωση υπόψη και τα έξοδα εκποίησης, όπως αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ. και επομένως, ακόμη και αν απομείνει τίμημα, θα είναι ελάχιστο και δεν θα οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της θέση του πιστωτή. To Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο άλλωστε χρησιμεύει για τις απαραίτητες μετακινήσεις της αιτούσας και του ανάπηρου αδερφού, την φροντίδα του οποίου έχει αναλάβει. Ακολούθως, στις δαπάνες διαβίωσης της απούσας περιλαμβάνονται οι απαιτούμενες για τη κάλυψη των συνήθων βιοτικών αναγκών της ιδίας (ΔΕΗ, θέρμανση, ύδρευση, τηλεφωνία, διατροφή, ένδυση, υπόδηση), οι οποίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανέρχονται στο ποσό των 850 ευρώ. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι οφειλέτες οι οποίοι ζητούν να υπαχθούν στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους μόνο στις απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης (οι μετέχουσες πιστώτριες δεν προέβαλαν ισχυρισμό ότι η ανάληψη των οφειλών έγινε εντός του τελευταίου έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης ούτε αποδεικνύεται κάτι τέτοιο), η αιτούσα έλαβε από τις ως άνω πιστώτριες της τα παρακάτω δάνεια, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και τα τελευταία υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης ... ενώ ο εκτοκισμός των εμπραγμάτως ασφαλισμένων στεγαστικών δανείων συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10) και οφείλει τα παρακάτω ποσά: 1) στην Τράπεζα Πειραιώς, καθολική διαδόχου της Millenium Bank Α.Ε από τη με αριθμό ... σύμβαση μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 12-1-2016 ποσό 155874,86 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 30-11-2015 βεβαίωση οφειλών που χορήγησε η πρώτη μετέχουσα στην αιτούσα, 2) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση στεγαστικού δανείου μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 9-2-2017 ποσό 36683,79 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 9-2-2017 βεβαίωση οφειλών που προσκόμισε το δεύτερο των καθ'ων. Επομένως η αιτούσα οφείλει συνολικά το ποσό των 192558,65 ευρώ. Για την ασφάλεια των παραπάνω απαιτήσεων έχει εγγραφεί στις 5-2-1998 στον τόμο ΣΜΣΤ και αριθμό …στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας, υποθήκη υπέρ του πρώτου των καθ'ών, ποσού 12.500.000 δρχ άλλως 36683,78 ευρώ επί της μονοκατοικίας στο ... (υπό στοιχείο … ακίνητο), και προσημείωση υποθήκης υπέρ της πρώτης των καθ'ων ποσού 189600 ευρώ επί της οικοδομής στην ….με ημερομηνία καταχώρησης …25-2-1010. Για τις παραπάνω εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις, δεν προκύπτουν τόκοι πέραν των ως άνω ημερομηνιών και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της απόφασης, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζουν να εκτοκίζονται (άρθρ. 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010), αφού οι πιστώτριες δεν προβαίνουν στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασής του. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η αιτούσα, η ίδια και ο γιος της με εγγυήτρια τη κόρη της προέβησαν τον Ιανουάριο του 2010 σε σύναψη δανείου με την πρώτη καθ'ής, ποσού 158000 ευρώ. Με το δάνειο αυτό εξοφλήθηκε ολοσχερώς προγενέστερο δάνειο που είχε λάβει η αιτούσα μαζί με τον σύζυγο της, περί το 2004, από την τράπεζα ..και …Τράπεζα, για την ανοικοδόμηση της οικοδομής επί της οδού…., ενώ μέρος χρημάτων χρησιμοποιήθηκε από τον γιο της για την λειτουργία επιχείρησης που λειτουργούσε (εστιατόριο) στην Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, η αιτούσα κατά το έτος 2009 δήλωνε εισοδήματα 22204,57 ευρώ ετησίως, περί το έτος 2010 ποσό 19338,96 ευρώ, ενώ έκτοτε το εισόδημα της μειώθηκε, προσεγγίζοντας το έτος 2011 το ποσό των 16790,46 ευρώ, το 2012 το ποσό των 16026,25 ευρώ, το 2013 το ποσό των 17567,39 ευρώ, ενώ το έτος 2014 η. αιτούσα εμφάνιζε εισοδήματα συνολικού ποσού 19265,68 ευρώ και το 2015 19621,20 ευρώ. Από τα προλεχθέντα προκύπτει ότι το εισόδημα της απούσας, κατά το χρόνο σύναψης των δανείων ήταν επαρκές για να καλύπτει τις οικονομικές της υποχρεώσεις και παράλληλα να έχει ένα αξιόλογο κόστος διαβίωσης. Και μπορεί κατά τα έτη 2014, 2015 η αιτούσα να παρουσιάζει υψηλότερα εισοδήματα σε σχέση με τα έτη 2011-2013, ωστόσο παράλληλα έχει αυξηθεί το κόστος διαβίωσης και έχουν επιβληθεί πρόσθετα οικονομικά μέτρα. Βάσει των ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, η οποία οφείλεται στην μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων της σε σχέση με εκείνες που λάμβανε κατά το χρόνο σύναψης των δανείων, σε συνδυασμό με το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των δανείων της, τα οποία επιβαρύνονται με υψηλά επιτόκια και έχουν περιορίσει σε σημαντικό βαθμό το εισόδημά της αλλά και σε εξωγενείς παράγοντες, εκτός της σφαίρας επιρροής της που οφείλονται στις γενικότερες οικονομικές συνθήκες, όσον αφορά το κόστος διαβίωσης τουλάχιστον από το έτος 2009 και εντεύθεν (αύξηση των τιμολογίων ΔΕΚΟ με αποτέλεσμα αυξημένες λειτουργικές δαπάνες οικίας - επιβολή έκτακτων φόρων - διατήρηση των τιμών βασικών καταναλωτικών αγαθών σε τιμές μη ανταποκρινόμενες στα διαρκώς μειούμενα εισοδήματα των καταναλωτών) οι οποίες οδήγησαν στην ανατροπή του οικονομικού προϋπολογισμού της αιτούσας, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις οφειλές της έναντι των καθ'ων. Αποτέλεσμα αυτού είναι η αιτούσα από το έτος 2014 να μην είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τα ανωτέρω δάνεια, αδυναμία μη οφειλόμενη σε δόλο, απορριπτόμενου του ισχυρισμού των καθ'ων, μόνιμη και διαρκής και η οποία διατηρείται μέχρι το χρόνο συζήτησης της αίτησης, αφού δεν έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις πιστωτών της και να εξυπηρετεί τις οφειλές της, χωρίς να διαφαίνεται βάσιμα ότι θα αναστραφεί αυτή η κατάσταση. Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας της αιτούσας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, σε συνδυασμό με την αρνητική οικονομική συγκυρία, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, και ειδικότερα σ' αυτές του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές και συγκεκριμένα επί τριετία από τα εισοδήματα της, της 9 παρ.1 και του άρθ. 9 παρ. 2 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση με το ν. 4336/2016, διότι επιτρέπεται τέτοια ερμηνεία από τη μεταβατική διάταξη του άρθ. 2 παρ. 6 ν. 4336/2015, αν και η παραπομπή γίνεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του προϊσχύοντος άρθρου 9), προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της αιτούσας, για τη διάσωση της οποίας πρέπει να καταβάλει ποσό μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας, ήτοι 55622,35 ευρώ (69527,94 ευρώ Χ 80%). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης κατ' άρθρο 8 παρ. 2, οι καταβολές πρέπει να οριστούν ποσό των 350 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες αρχόμενης αυτής από το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα από την δημοσίευση της απόφασης. Περαιτέρω, στην από 12-7-2016 προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου τούτου περιελήφθη διάταξη με την οποία υποχρεώθηκε η αιτούσα σε προσωρινές καταβολές προς τις καθ'ων συνολικού ποσού 350 ευρώ μηνιαίως, και ορίστηκε ο συνυπολογισμός τους στην πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2. Οι προσωρινές αυτές μηνιαίες καταβολές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 και 9 παρ. 4 ν. 3869/2010 πρέπει να συνυπολογιστούν ως προς το χρόνο και το ποσό σ' αυτές της πιο πάνω οριστικής ρύθμισης. Έτσι μετά το συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος 7 μηνών των προσωρινών καταβολών, ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε 2 έτη και 5 μήνες και οι πιστώτριες θα λάβουν μηνιαίως τα κάτωθι ποσά: 1) η Τράπεζα Πειραιώς για την ... σύμβαση ποσό 283,32 ευρώ, 2) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων για τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση, ποσό 66,68 ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος των απολειπόμενων 2 ετών και πέντε μηνών (29 μηνών), οι πιστώτριες για τις ανωτέρω απαιτήσεις θα έχουν λάβει 1) η Τράπεζα Πειραιώς το ποσό των 8783 ευρώ 2) Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων το ποσό των 2067 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 10150 ευρώ. Στις καταβολές αυτές θα πρέπει να συνυπολογιστούν και εκείνες που έγιναν από τον Αύγουστο του 2016 και μέχρι την συζήτηση της παρούσας αίτησης (12-2-2017), δηλαδή καταβολές 7 μηνών, συνολικού ποσού (350 Χ 7=) 2450 ευρώ. Επομένως, το υπόλοιπο της οφειλής της αιτούσας που θα απομένει μετά από την παρέλευση της τριετίας μετά τις ανωτέρω καταβολές θα ανέρχεται στο ποσό των (192558,65 - 2450 - 10150=) 179958,65 ευρώ. Η παραπάνω ρύθμιση του άρθρ. 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 θα συνδυαστεί με αυτή του άρθρ. 9 παρ. 1, με την εκποίηση δηλαδή των πιο πάνω ακινήτων της αιτούσας και συγκεκριμένα των υπό στοιχείο 3, 7, 9 ακινήτων, καθόσον κρίνεται, ενόψει και της αντικειμενικής τους αξίας και της εκτιμώμενης εμπορικής, ότι μπορούν να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα, για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων των πιστωτριών της απούσας... ". Κρίνοντας έτσι το δίκασαν Ειρηνοδικείο Βέροιας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, προκειμένου να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ανωτέρω νόμου, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν, για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ύψους 2.406,46 ευρώ, όπως προέκυπτε από την ρητώς μνημονευόμενη από 30-11-2015 βεβαίωση οφειλών, που της χορήγησε η τελευταία και ότι δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2, υποπαράγραφος Α.4, άρθρο 1, παρ. 16 του Ν. 4336/2015, οι οφειλές της πρώτης αναιρεσίβλητης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες με την κοινοποίηση της από 28-12-2015 αιτήσεώς της. Πλέον των ανωτέρω, το Ειρηνοδικείο Βέροιας, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, έστω και αν το δάνειο της προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως ποσοστού από τις συντάξιμες αποδοχές της, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, του οποίου οι διατάξεις έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον η φύση διατάξεως ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικότερου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο εξυπηρετεί, εν προκειμένω δε η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στον μη εμπορικό τομέα της οικονομίας, αφού η απαλλαγή των χρεών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη εξυπηρετεί ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από τον νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται, για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και, κατ' επέκτασιν, το δημόσιο συμφέρον και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχωρήσεως απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών. Η εξαίρεση των δανείων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια, που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι, αφενός μεν, οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010 έναντι των δανειοληπτών των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, αφετέρου δε, τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεών τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στην διαδικασία του Ν. 3869/2010 σε αντίθεση με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις. Ο δικαιολογητικός λόγος που προβάλλεται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στον νομοθέτη κατά την θέσπιση και τις τροποποιήσεις του Ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρυθμίσεως του νόμου αυτού, ενώ κατά τη ρύθμιση των οφειλών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 3869/2010 προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη. Επιπροσθέτως, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3869/2010. Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή της συντάξεως του δανειζομένου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσώπου είναι υποχρεωτική, κατ' άρθρον 62 παρ. 1 του Ν. 2214/1994, δεν ασκεί έννομη επίδραση, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των δανείων, που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά δεν είναι διάταξη δημοσίας τάξεως, τα δε δικαιώματα που αποκτά το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσω της εφαρμογής της, υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010. Συνεπώς, ασχέτως αν το δάνειο της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι ενήμερο και η τελευταία δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του. Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη συμβάσεως εκχωρήσεως ποσοστού του μισθού ή της συντάξεως του τελευταίου, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του δανειολήπτη στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παραλλήλως με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν. Εξάλλου, το Ειρηνοδικείο Βεροίας, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του. Κατά συνέπειαν, ο σχετικός, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψιν του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 322/2020, Α.Π. 5/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1162/2022, ΑΠ. 5/2020, Α.Π. 1455/2009, Α.Π. 94/2008). Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τον προταθέντα ισχυρισμό ή το λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπ' όψιν (Ολ. Α.Π. 14/2004, ΑΠ. 1162/2022, Α.Π. 15/2021, Α.Π. 14/2021, Α.Π. 595/2020, Α.Π. 1106/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 694/2020, Α.Π. 90/2019). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 5, εδάφ. β' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολ.Δ. που συνίσταται, αφενός μεν, στο ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την απόφασή του δεν έλαβε υπ' όψιν του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει περιέλθει εκ δόλου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, αφετέρου δε, αυτή στερείται νομίμου βάσεως και δη περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επειδή δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι μηνιαίες υποχρεώσεις της αιτούσας, ο χρόνος αναλήψεως των δανειακών υποχρεώσεών της, τα καθαρά εισοδήματα αυτής κατά τον χρόνο αναλήψεως των δανειακών της υποχρεώσεων, η εξέλιξη των εισοδημάτων της από το χρόνο δανεισμού μέχρι το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεώς της, τα εισοδήματα του συζύγου της κατά το χρόνο λήψεως του δανείου, το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της και εάν έλαβε ποσό εφάπαξ κατά τη συνταξιοδότησή της και σε θετική περίπτωση το ύψος αυτού και πού τυχόν αναλώθηκε. Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό ("πράγμα") κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές. Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, το Ειρηνοδικείο Βέροιας ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό τού αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητώς, αλλά και εκ των πραγμάτων, καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που το αναιρεσείον υποστηρίζει, αφού η απόφασή του περιέχει την παραδοχή ότι μεταβλήθηκαν οι οικονομικές συνθήκες εις βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης από τον χρόνο συνάψεως του δανείου με το αναιρεσείον μέχρι την κατάθεση της ενδίκου αιτήσεως. Περαιτέρω, κρίνοντας έτσι το ως άνω δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, η οποία περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της περιελεύσεώς της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων χωρίς δόλο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη περιέλευσή της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Και τούτο, διότι εκτίθενται στην προβαλλόμενη απόφαση οι μηνιαίες υποχρεώσεις της αιτούσας για την αξιοπρεπή διαβίωσή της, ο χρόνος αναλήψεως των δανειακών της υποχρεώσεων, τα καθαρά εισοδήματα αυτής κατά τον ανωτέρω χρόνο και η εξέλιξη των εισοδημάτων της από το χρόνο δανεισμού μέχρι το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεώς της. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εισοδήματα του συζύγου της κατά το χρόνο λήψεως του δανείου, το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της και εάν η τελευταία έλαβε ποσό εφάπαξ κατά τη συνταξιοδότησή της και, σε θετική περίπτωση, το ύψος αυτού και πού τυχόν αναλώθηκε, πέραν της ουσιαστικής τους αβασιμότητας, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η αιτούσα περιήλθε εκ δόλου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, εξαιτίας της ελλείψεως ρευστότητας για αντιμετώπιση των οφειλών της, τόσο κατά την ανάληψη του δανείου από αυτό, όσο και στο μέλλον, ο οποίος δεν έγινε δεκτός από το Ειρηνοδικείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό το αναιρεσείον. Επιπλέον, δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση του ύψους των μηνιαίων δόσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες, για να κρίνει το δικαστήριο της ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και η εκ δόλου περιαγωγή του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας για την ικανοποίηση των οφειλών του (Α.Π 171/2022, Α.Π. 640/2020). Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Ειρηνοδικείο Βέροιας, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και, ειδικότερα, ότι εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 9 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, ήτοι στις 28-12-2015. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το δικάσαν Ειρηνοδικείο Βέροιας, επιβάλλοντας στην τελευταία, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, την υποχρέωση να ικανοποιήσει το υπόλοιπο των απαιτήσεων των πιστώτριών της με την καταβολή ποσού 20.166,68 ευρώ με μηνιαίες καταβολές, όρισε ότι από την εν λόγω καταβολή θα ικανοποιηθεί προνομιακώς η απαίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης μέχρι το ανωτέρω ποσό, για την ενέγγυο απαίτησή της λόγω της εμπραγμάτου ασφαλείας που αυτή διαθέτει επί ακινήτου της πρώτης αναιρεσιβλητης (προσημείωση υποθήκης), επειδή το ανωτέρω άρθρο, όπως ίσχυε κατά τον προαναφερθέντα χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως της τελευταίας μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4336/2015 (άρθρο 2, υποπαράγραφος Α.4, άρθρο 1, παρ. 18), προέβλεπε σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών και όχι προνομιακή. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 2, υποπαράγραφος Α.4, άρθρο 2 με τον τίτλο "Μεταβατικές διατάξεις", παρ. 6 του ανωτέρω νόμου, "Έως την έκδοση της απόφασης του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αντικαθίσταται από την παράγραφο 18 του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α4, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του καταργούμενου άρθρου", ήτοι όπως ίσχυε το άρθρο 9 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου πριν την προαναφερθείσα τροποποίησή του. Συνεπώς, το Δικαστήριο ουσίας δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως της αναφερθείσας διατάξεως και, ως εκ τούτου, ο σχετικός τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Ειρηνοδικείο Βέροιας με πλημμελή, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, όσον αφορά τον τρόπο προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία εξαιρέθηκε από την εκποίηση βάσει του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3.869/2010, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με Ν. 4.336/2015, δεν αιτιολόγησε την κρίση του, όσον αφορά τον τρόπο προσδιορισμού αυτής με βάση τα φύλλα υπολογισμού και αν υπήρχαν άλλα συγκριτικά στοιχεία (π.χ. δηλώσεις ΕΝΦΙΑ), προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή κρίση και δεν αναφέρεται σε αυτήν ποια είναι αυτά τα φύλλα υπολογισμού και σε ποια χρονολογία ανάγονται. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του στο άρθρο 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς την, περί των πραγμάτων, εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αφού οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται, απαραδέκτως, σε ελλείψεις σχετικώς με την πληρέστερη ανάλυση των αποδείξεων κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αναφορικώς με τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Πιο συγκεκριμένα, κατά την κατάθεση της αιτήσεως του δανειολήπτη για την υπαγωγή του στον Ν. 3869/2010, αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 4 του Ν. 3869/2050, να συνοδεύσει την αίτησή του με τα έγγραφα, σχετικώς με την περιουσία του, τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους. Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνεται και το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, εφόσον υφίσταται τέτοια [ΥΑ 7534/2015 (ΦΕΚ Β 1794/20-08-2015) σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α - 94/14-8-2015), που ισχύει και για οφειλέτες, των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμούσε κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, όπως στην ένδικη περίπτωση]. Επίσης, ο δανειολήπτης οφείλει στην αίτησή του να εξειδικεύσει την κατηγορία του ακινήτου του (ως αστικό ή αγροτικό, το εμβαδόν αυτού, την θέση, τον όροφο κ.λπ.), ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας από τον Δικαστή με την συνδρομή των όρων του νόμου. Ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας θα γίνει από τον Δικαστή της ουσίας με βάση τα στοιχεία, που προσκομίζονται ενώπιον αυτού, αρκεί να εξειδικεύεται με αυτά η κατηγορία του ακινήτου (Α.Π. 834/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ως διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι αυτή προσκόμισε μετ' επικλήσεως νομίμως ενώπιον του, Ειρηνοδικείου Βέροιας, το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της - οικογενειακής στέγης, την οποία περιγράφει και εξειδικεύει στην ένδικη αίτησή της, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής της αξίας από το Δικαστήριο. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, όσον αφορά την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης τα ακόλουθα: "...Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της αιτούσας (50% πλήρης κυριότητα και 50 % δικαίωμα επικαρπίας επί του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου) ανέρχεται στο ποσό των (19391,04 + 5817,31=25208,35 ευρώ (βλ. το προσκομιζόμενο φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου), και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%, που απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της παραπάνω κατοικίας από την εκποίηση...". Έτσι που έκρινε το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία όσον αφορά τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του και δη, το οριζόμενο εκ του νόμου Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της τελευταίας και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αβασίμως αιτιάται το αναιρεσείον, την οποία ορθά εφάρμοσε. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τέλος, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ,Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο Βέροιας παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994,4 παρ. 1, 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέταξε την συνέχιση της παρακρατήσεως από τις συντάξιμες αποδοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης των ποσών που καθορίστηκαν καταβλητέα σε αυτό (αναιρεσείον) με την ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν. 3.869/2010. Το Ειρηνοδικείο Βέροιας διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όσον αφορά την ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρον 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατ' άρθρον 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις ακόλουθες διατάξεις: "Ρυθμίζει τα χρέη της απούσας με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριές της, επί 29 μήνες μετά το συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος των 7 μηνών των προσωρινών καταβολών που ορίστηκαν με την από 12-7-2016 προσωρινή διαταγή του παρόντος Δικαστηρίου οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της απόφασης, συνολικού ποσού τριακοσίων πενήντα -350- ευρώ, επιμεριζόμενο συμμέτρως από το οποίο θα λάβει: 1) η Τράπεζα Πειραιώς για την ... σύμβαση ποσό 283,32 ευρώ 2) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων για τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση, ποσό 66,68 ευρώ" και "ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα προς διάσωση της κύριας κατοικίας της, την υποχρέωση να ικανοποιήσει το υπόλοιπο των απαιτήσεων των πιστωτριών της, μετά τις πιο πάνω καταβολές επί 3ετία και τη διανομή του τιμήματος της τυχόν εκποίησης των προαναφερομένων ακινήτων, με την καταβολή ποσού 20166,68 ευρώ με μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κατοικίας της και επί οχτώ (08) χρόνια, το ποσό των 210,06 ευρώ η κάθε μία, εκτός από την πρώτη που ορίζεται στο ποσό των 210,98 ευρώ. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο σκεπτικό της παρούσας, θα ξεκινήσει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα είκοσι εννιά -29- μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης; θα γίνεται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.), από την οποία (καταβολή) θα ικανοποιηθεί η απαίτηση της πρώτης καθ'ης μέχρι του ποσού των 20166,68 ευρώ". Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το ως άνω δικάσαν Δικαστήριο, τόσο στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον και στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης υφισταμένη σύμβαση εκχωρήσεως, αναφορικώς με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων, (η οποία καταβολή συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχωρήσεως, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών της πρώτης αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας), αλλά, στα πλαίσια της ρυθμίσεως του χρέους κατά τον Ν. 3869/2010 της τελευταίας, αναπροσάρμοσε μόνο και, ειδικότερα, περιόρισε, κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει η τελευταία προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς, όμως, να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης, των καθορισθέντων πλέον, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχωρήσεως, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παραλλήλως με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από τη σύνταξη της πρώτης αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας και όχι, όπως προαναφέρεται, τον, με παρακράτηση από την σύνταξή της, τρόπο καταβολής του. Συνεπώς, ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Ειρηνοδικείο Βέροιας διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντιστοίχου τμήματος από την μηνιαία σύνταξη της τελευταίας, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχωρήσεως, είναι αλυσιτελής, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ,Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1683/2022, ΑΠ. 785/2022, Α.Π. 658/2022). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 183/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βέροιας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ