ΑΡΙΘΜΟΣ 1243/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαροπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 , 2. Χ2 και 3. Χ3 και όλων κρατουμένων στο Αγροτικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων Κασσαβέτειας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 669/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 632/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001, όπως αντικατατάθηκε με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α' 153/19-6-2003) " ...οδηγός κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιοδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εξωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο β)...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 β' ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δε θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, οι αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι ο μεν πρώτος τούτων της παράβασης του ως ίσχυε άρθρου 55 παρ. 1α' του ν. 2910/2001 κατά συρροή, και ειδικότερα της προώθησης πέντε λαθρομετανταστών στη χώρα, οι δε δεύτερος και τρίτος για άμεση συνέργεια στην τελεσθείσα από τον πρώτο ως άνω πράξη και επιβλήθηκε στον καθένα ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό και συνολικά ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή 13.000 ευρώ. Το Τριμελές Εφετείο, για να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία κατηγορουμένων) αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: "Οι Αλβανοί υπήκοοι ....., ......., ........, ....... και .......εισήλθαν στην Ελλάδα χωρίς να έχουν τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και έφθασαν στο χωριό .... της Πρέβεζας. Από εκεί ο πρώτος αυτών πήρε στο τηλέφωνο έναν συμπατριώτη τους που μένει στο Αγρίνιο για να στείλει αυτοκίνητο να τους παραλάβει και να τους μεταφέρει στο Αγρίνιο. Πράγματι μετά το τηλεφώνημα μετέβησαν στην .... Πρέβεζας ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο τρίτος κατηγορούμενος και ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό...... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε στους πιο πάνω Αλβανούς λαθρομετανάστες να επιβιβαστούν στο αυτοκίνητο του πρώτο κατηγορουμένου, μάλιστα δε επειδή δεν χωρούσαν όλοι σε αυτό, ένας από αυτούς μπήκε στο χώρο αποσκευών. Στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος ξεκίνησε πρώτος προς το Αγρίνιο ενώ τον ακολουθούσε το δεύτερο αυτοκίνητο, τον οδηγό του οποίου ειδοποιούσε τηλεφωνικά, μέσω κινητού τηλεφώνου αν υπήρχαν αστυνομικοί στο δρόμο, αυτά δεν προκύπτουν από τις καταθέσεις των μεταναστών οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να καταθέσουν ψευδή. Το πρώτο αυτοκίνητο πέρασε από τη....Αιτωλοακαρνανίας όπου υπήρχαν συνοριοφύλακες τους οποίους ο οδηγός και ο συνοδηγός κοιτούσαν παράξενα. Μετά από λίγο πέρασε και το δεύτερο αυτοκίνητο στον οδηγό του οποίου οι συνοριοφύλακες έκαναν σήμα να σταματήσει. Αυτός όμως δεν συμμορφώθηκε με το σήμα, αντίθετα αυτός ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίστηκε πλην όμως λόγω αδεξιότητάς του το αυτοκίνητο εκτράπηκε της πορείας του και ανατράπηκε. Στο σημείο της ανατροπής έφτασαν οι συνοριοφύλακες που το ακολουθούσαν και ενώ αυτοί προσπαθούσαν να βγάλουν τους εγκλωβισμένους το κινητό τηλέφωνο του οδηγού (πρώτου κατηγορουμένου) κτυπούσε συνεχώς. Το τηλέφωνο αυτό το σήκωσε ο πρώτος μάρτυρας (συνοριοφύλακας) και είπε στον καλούντα "έλα πίσω γιατί τους σκότωσες". Πράγματι μετά από λίγο εμφανίσθηκε στο σημείο αυτό το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος από το τηλέφωνο του οποίου είχε γίνει η τελευταία κλήση, διαπιστώθηκε ότι από το τηλέφωνο αυτό είχαν γίνει συνολικά έξι κλήσεις στο τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου. Από τα πιο πάνω αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται, δηλαδή ο πρώτος αυτών την παράνομη προώθηση λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της χώρας και οι δεύτερος και τρίτος αυτών άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι βρήκε τους λαθρομετανάστες στο δρόμο από Πρέβεζα προς Αγρίνιο και ότι αυτοί του είπαν ότι έχουν χαρτιά, ελέγχεται αναληθής από τις προανακριτικές καταθέσεις των λαθρομεταναστών και εκ του γεγονότος ότι το χωριό .... δε βρίσκεται πάνω στο δρόμο Πρέβεζας - Αγρινίου αλλά σε παράκαμψη αυτού και σε απόσταση πέντε τουλάχιστον χιλιομέτρων από αυτήν. Εξάλλου ο ισχυρισμός του δευτέρου των κατηγορουμένων ότι αυτοί πήγαιναν προς την Αλβανία και τηλεφωνούσε στον πρώτο μήπως ήθελε να του μεταφέρει πράγματα στην Αλβανία, ελέγχεται επίσης αναληθής αφού διαψεύδεται από τις προαναφερόμενες καταθέσεις των λαθρομεταναστών και το γεγονός ότι αυτός είχε κατεύθυνση από Αρτα προς Αγρίνιο και πέρασε από τη ..... και όταν ο συνοριοφύλακας του είπε να γυρίσει γιατί τους σκότωσε, αυτός γύρισε πίσω στο σημείο ανατροπής του αυτοκινήτου. Ενόψει όλων αυτών οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, όπως αναφέρεται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την κρίση του για την ενοχή των αναιρεσειόντων, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων όντως αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της παράνομης προώθησης αλλοδαπών λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Ελλάδας και της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα αυτό τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1 β, 94 του ΠΚ και 55 παρ. 1α του ν. 2910/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003), το δε πόρισμα της απόφασης ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου ειδικότερα σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο των παραπάνω πράξεων, δηλαδή τον δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθεί ειδική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός, κατά νόμο, ενυπάρχει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική των υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Περαιτέρω η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 211Α του ΚΠοινΔ, στήριξε την καταδικαστική του κρίση αποκλειστικά στα όσα κατέθεσαν οι υπό μεταφορά αλλοδαποί που είχαν κατηγορηθεί μαζί τους για παράνομη είσοδο στη χώρα και απελάθηκαν, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που κατά τα άνω προπαρατέθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων δεν στηρίχθηκε "αποκλειστικά" στις καταθέσεις αυτές, αλλά συνδυαστικά σ' αυτές με την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα αστυνομικού ...... και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Ετσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, τον λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στην συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση των αναιρεσειόντων, το λόγο σε αυτούς μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα να εκθέσουν τις απόψεις και παρατηρήσεις τους σχετικά με την αξιοπιστία του και γι' αυτό ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Μαρτίου 2006 αίτηση των 1) Χ1 , 2) Χ2 και 3) Χ3 , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 669/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ