ΑΡΙΘΜΟΣ 991/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ........, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 6884/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2026/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 90/27.2.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με ημερομηνία 28-11-2006 δήλωση αναίρεσης του ..... κατοίκου ....... κατά της με αριθμ.6884/20-9-2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 4413/20-5-2006 έφεση του κατά της με αριθμ. 66879/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 2 και 476 §1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "......& 2. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους κατά δε την δεύτερη "κατά δε την δεύτερη". Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο....." προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης γίνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 509 ΚΠΔ και ότι κατά παρέκκλιση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο και η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό προς τούτο βιβλίο το οποίο τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων που δεν είναι καταδικαστικές όπως οι αποφάσεις των δικαστηρίων που απορρίπτουν εφέσεις σαν απαράδεκτες (ΑΠ 498/1981 ΠΧ ΛΑ 747, ΑΠ 577 και 578/1974 Π.Χ ΚΕ 15 και 16 ΑΠ 400/1999 ΠΧ Ν 2000-35 ΑΠ 143/2004 ΠΧ ΝΔ 2004-881.ΑΠ 754/2005 ΝΕ 2005 -1019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την με ημερομηνία 28-11-2006 δήλωση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως προκύπτει από την επισημείωση του Δικαστικού επιμελητή ....... πάνω στο σώμα της δήλωσης αναίρεσης και έλαβε αριθμό κατάθεσης 2905/18-9-2006. Από την δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο δηλών δηλώνει ότι αναιρεσιβάλλει την με αριθμ. 6884/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε την με αριθμ. 4413/20-5-2006 έφεση του κατά της με αριθμ. 66879/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Τουτέστιν η δήλωση του για άσκηση αναίρεσης στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα εκ του λόγου αυτού και σαν τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και να του επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα Προτείνω όπως. Α. Ν' κηρυχθεί απαράδεκτη ή με ημερομηνία 28-11-2006 δήλωση αναίρεσης του ....... κατοίκου ..... κατά της με αριθμ. 6884/20-9-2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 4413/20-5-2006 έφεση του κατά της με αριθμ. 66879/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 15 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή ή δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1... ". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον την καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη και εντεύθεν απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν εισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6884/2106 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη η έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά την 66879/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί, για απάτη από κοινού με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, σε φυλάκιση δύο ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Συνεπώς, η κρινόμενη από 28.11.2006 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά της μη καταδικαστικής, κατά τα προεκτεθέντα, 6884/2006 ως άνω αποφάσεως, ασκηθείσα με επίδοση δηλώσεως του αναιρεσείοντος στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ τρόπο, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις για την άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του ......, περί αναιρέσεως της 6884/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εν διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ