Αριθμός 38/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σωτηρίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1299/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 158/2005. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 28, 264, 265 και 266 παρ. 2 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του κοινού εμπρησμού και του εμπρησμού δασικής εκτάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998.1979 από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση αφενός μεν όταν δεν καταβλήθηκε από το δράστη η προσοχή που απαιτείται κατ' αντικειμενική κρίση, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις κρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες, την κοινή πείρα και λογική κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι μπορούσε αυτός από τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη του δράστη. Περαιτέρω η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα τέτοια έλλειψη δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο όμως περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού διότι μ' αυτά πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 1299/2004 απόφασή του δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στη ... στις 5-6-1999, όντας ιδιοκτήτης και χειριστής της υπ' αριθμ. ΑΜ ... αλωνιστικής μηχανής μάρκας ΚΛΕΪΣΟΝ, δεν έλαβε τα απαιτούμενα και ανγκαία μέτρα συντήρησης και επίβλεψης λειτουργίας του ανωτέρω μηχανήματος καθώς και του περιβάλλοντος αυτό χώρου και έτσι δεν αντελήφθη ότι στη δεξιά πλευρά του μηχανήματος, στο σημείο όπου διέρχεται η εξάτμιση, εξωτερικά της λαμαρίνας, υπήρχαν καμμένα υπολείμματα βρώμης, με συνέπεια να επακολουθήσει ανάφλεξη των υπολειμμάτων βρώμης, λόγω υπερθέρμανσης αυτών από την εξάτμιση του μηχανήματος, με αποτέλεσμα καμμένη βρώμη να επιπέσει επί του θερισμένου σιταγρού του ... και να προκληθεί πυρκαγιά, από την οποία Α) μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και συγκεκριμένα κατεστράφη ολοσχερώς μία πολυεστερική βάρκα μήκους 3 μέτρων και με στοιχεία ..., ιδιοκτησίας ..., δέκα (10) ελαιόδενδρα μερικώς, αγνώστου ιδιοκτήτη, προσωπικά έγγραφα του ... (διαβατήριο, βεβαίωση κατάθεσης εγγράφων για έκδοση πράσινης κάρτας, καρτέλα ενσήμων) καθώς και οικίες-παραπήγματα (ολοσχερώς), ιδιοκτησίας των στο διατακτικό αυτής αναφερομένων είκοσι πέντε (25) προσώπων, ενώ μερική καταστροφή έπαθαν οι οικίες παραπήγματα των στο διατακτικό επίσης αυτής αναφερομένων επτά (7) προσώπων. Και Β) καταστράφηκε δασική έκταση διακοσίων περίπου στρεμμάτων, με πεύκα, θάμνους και ξηρά χόρτα. Τα αποτελέσματα αυτά θα είχαν αποφευχθεί άν ο κατηγορούμενος, ως μέσος συνετός επαγγελματίας επιδείκνυε ως προς τη συντήρηση και επίβλεψη της αλωνιστικής μηχανής του, την επιμέλεια που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει. Με βάσει τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο α) εμπρησμού από αμέλεια και β) εμπρησμού δασικής έκτασης από αμέλεια και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή 3000 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 266 παρ. 1 στ΄ σε συνδ. Με 264 α,β, 266 παρ. 2 σε συνδ. Με 265 παρ. 1 Ποιν.Κ. ως η παρ. 1 του άρθρου 265 αντικαταστάθηκε με άρθρο 116 παρ. 1 Ν. 1892/1990 και η παρ. 2 του άρθρου 266 αντικ. Με άρθρο 116 παρ. 2 Ν. 1892/1990, τις οποίες ορθά εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η ως άνω απόφαση, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας με τις αιτιάσεις α) ότι "το αιτιολογικό αυτής αρκείται στην αντιγραφή του διατακτικού της και β) δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην καταδικαστική κρίση του, ενώ, είναι απαράδεκτος υπό την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων "δεύτερος λόγος" της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από την ανάφλεξη των υπολειμμάτων βρώμης λόγω υπερθέρμανσης αυτών από την εξάτμιση της αλωνιστικής μηχανής του, διότι μ' αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει, ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της 1299/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων). Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 10 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ