Αριθμός 1365/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Γεωργουλόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71208/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 250/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσα- κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξ άλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 111498/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών είχε καταδικασθεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 ΠΚ και 79 Ν. 5960/1933), με την αιτιολογία ότι "η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 25-5-2005, μετά δηλαδή από την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 24-1-2000 (βλ. το από 24-1-2000 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... ), την οποία μάλιστα παρέλαβε η σύνοικος υπάλληλος ...". Από τη σχετική υπ' αριθμ. 6842/25-5-2005 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, προέβαλε ότι "όχι από δική της υπαιτιότητα, γνώση της εκκαλούμενης απόφασης έλαβε μόλις χθες από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα". Όμως, ανεξαρτήτως του ότι ο προβαλλόμενος, ως άνω λόγος δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα με την έκθεση της έφεσής της τα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη του λόγου αυτού. Εν όψει των ανωτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη για την απόρριψη της εφέσεως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, δεν ήταν δε αναγκαία η συναξιολόγηση, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, της καταθέσεως του ενόρκως, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετασθέντος μάρτυρος, ..., αφού ο προβαλλόμενος με την έκθεση εφέσεως για τη δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της ασκηθείσας εφέσεως, λόγος ανώτερης βίας, ότι δηλαδή η εκκαλούσα έλαβε γνώση από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα μόλις χθες (24-5-2005), όχι από δική του υπαιτιότητα, της εκκαλούμενης αποφάσεως, για τον οποίον ο εν λόγω μάρτυρας εξετάσθηκε, ανεξαρτήτως του ότι δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δεν είχε προβληθεί και παραδεκτώς με την έκθεση εφέσεως, καθόσον σ' αυτήν δεν γινόταν επίκληση των προς απόδειξη του λόγου αυτού αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. α' και β' του ΚΠΔ, οι οποίες δεν ορίζουν, αν η απαγγελία της αποφάσεως και η επίδοσή της πρέπει να αφορούν το πλήρες περιεχόμενό της, δεν προκύπτει ότι για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως απαιτείται αναγκαίως να επιδοθεί στον απόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως κατηγορούμενο, πλήρες αντίγραφο αυτής. Διότι, πρόδηλος σκοπός της επιδόσεως είναι να γνωστοποιηθεί σ' αυτόν το αποτέλεσμα της δίκης, ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματά του, επομένως, αναπληρώνει αυτή την κατά την απαγγελία της αποφάσεως ελλείπουσα παρουσία του, η δε απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο περιορίζεται στο διατακτικό και στο διάδικο απόκειται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να λάβει ακολούθως γνώση ή και αντίγραφο του σκεπτικού και της όλης αποφάσεως. Η ερμηνευτική εκδοχή, ότι για την εγκυρότητα της επιδόσεως της αποφάσεως απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ανακοινώνονται προφορικώς στο ακροατήριο κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως, δεν δικαιολογείται, διότι ο απών διάδικος δεν μπορεί να έχει ευνοϊκότερη μεταχείριση από τον παρόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως. Για τον διάδικο που ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως, ο νόμος δεν εξαρτά την έναρξη, ούτε τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως από την καθαρογράφηση της αποφάσεως και από την εκ μέρους του γνώση ολοκλήρου του περιεχομένου της, κατά το συνήθως δε συμβαίνον, αυτή (απόφαση) ολοκληρώνεται μετά τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως, με συνέπεια να ασκείται η έφεση πριν από αυτήν. Η ρύθμιση αυτή σαφώς υποδηλώνει την εκτίμηση του νομοθέτη, ότι τα ανωτέρω στοιχεία αρκούν για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη άσκηση του δικαιώματος του καταδικασθέντος να προσβάλει με έφεση την καταδικαστική απόφαση, χωρίς καμμιά δικονομική βλάβη του, δεδομένου ότι, αφενός οι λόγοι εφέσεως δεν αναφέρονται περιοριστικώς στα άρθρα 474 παρ. 2 και 498 εδ. α' του ΚΠΔ, με συνέπεια, να μπορεί να προταθεί ως παραδεκτός λόγος εφέσεως και μόνη η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων χωρίς ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠΔ, εάν εμφανιστεί ο εκκαλών κατηγορούμενος στη δευτεροβάθμια δίκη, να είναι παραδεκτή η έφεση, να επανέρχεται η υπόθεση για κατ' ουσίαν έρευνα στο προ της εκδόσεως της αποφάσεως στάδιο, υπό την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβάλλει όλους τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς του και γενικώς να ασκήσει όλα τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, που θα μπορούσε να ασκήσει και στην πρωτοβάθμια δίκη. Η αντίληψη αυτή του νομοθέτη εκφράζεται και με τη ρητή διάταξη του άρθρου 142 παρ. 5 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 663/1977, η οποία ορίζει ότι "όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σ' αυτόν που καταδικάστηκε, αντί γι' αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, της διάταξης που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης". Από τη διάταξη αυτή και τη γενικότητα της διατυπώσεώς της, προκύπτει ότι δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της οι επιβαλλόμενες από το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ επιδόσεις και γι' αυτό, μπορεί να αποτελέσει εγκύρως αφετηρία της προθεσμίας της εφέσεως και μόνη η επίδοση του εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου ή αποσπάσματος της αποφάσεως που περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι τον αριθμό της αποφάσεως, τη διάταξη που παρέβη ο κατηγορούμενος, η οποία μπορεί να αναφέρεται, είτε αριθμητικώς, είτε και με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό και την ποινή που του επιβλήθηκε, αφού και με την επίδοση αυτή εξυπηρετούνται πλήρως τα δικονομικά δικαιώματα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου. Επομένως, η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν προσκρούει ούτε σε συνταγματική, ούτε σε άλλη διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε στις θεσπιζόμενες με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχές της δίκαιης δίκης, αφού ο κατηγορούμενος δεν εμποδίζεται να έχει πρόσβαση στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών για την προετοιμασία και την άσκηση της εφέσεως και για την εν γένει υπεράσπισή του (Ολ. ΑΠ 3/2002). Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενης λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, παρά την ακυρότητα της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, λόγω επιδόσεως στην αναιρεσείουσα αποσπάσματος αυτής και όχι πλήρους αντιγράφου της, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, την έφεση που αυτή είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2006 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71208/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 19 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ