Αριθμός 505/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κ. Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Ζ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1916/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5345/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 27-11-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 27-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου …/27-11-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 1994/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ) με αριθμό 5345/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε την από 22-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6254/2015 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με τους παραδεκτώς ασκηθέντες πρόσθετους λόγους έφεσης, που κατατέθηκαν με τις προτάσεις του (άρθρο 674 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ' ουσίαν η έφεση αυτή κατά της με αριθμό 1916/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο είχε δεχθεί, εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 24-6-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/24-06-2011 αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Σ. Ζ. του Γ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 27-11-2019 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28-11-2017, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος νόμου 3566/2007 (ΦΕΚ Α' 117) Κώδικα Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α' του ν. 3712/2008 (ΦΕΚ Α' 225), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2. Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών, υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους ... 4. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ, ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου ... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση ... 5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου. Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής ... καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί υπό το προϋφιστάμενο, αντιστοίχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 και 10 Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το ν. 419/1976 άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου, στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού, τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται και λόγω των οικογενειακών βαρών (με την Φ. 083-58/11-3-1988 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, ΦΕΚ 177Β, ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1505/1984, ενώ με την 20011800/165/0022/17-3-1993 Κ.Υ.Α. ΦΕΚ Β' 153, ορίσθηκε ότι το εν λόγω επίδομα αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 18% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών, εφόσον αποδεδειγμένα φοιτούν σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1505/1984, ποσοστά που αυξήθηκαν από 1.1.2001 σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως, δυνάμει με αριθ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 Κ.Υ.Α, ΦΕΚ Β' 390 και, μετά την κατάργησή της, δυνάμει της με αριθ. 2/19609/0022/14-4-2006 Κ.Υ.Α., ΦΕΚ Β' 553 ), η προσαύξηση δε αυτή αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής. Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας, που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτελούσα προσαύξηση του μισθού των διπλωματικών υπαλλήλων οικογενειακή παροχή του άρθρου 47 παρ. Α' περιπ. 4 του ν. 3205/2003. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16-02-2010, την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου . Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15-3-2010, του ν. 3833/2010 " Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α' 40), με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία". Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1-1-2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2) . Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "... 2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12% ) ... 3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά : α) οικογενειακής παροχής ... β) χρόνου υπηρεσίας ... γ) εφημεριών ... δ) ραδιενέργειας ... ε) ειδικής απασχόλησης ... στ) ειδικών συνθηκών εργασίας ... ζ) επικίνδυνης εργασίας ... η) καταδυτικού ... θ) αναπηρίας και κινδύνου ... ι) μεταπτυχιακών σπουδών ... ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης ... και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης), ιβ) κινήτρου απόδοσης ... ιγ) ειδικής αποζημίωσης ... καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων . Στη συνέχεια, στις 3-5-2010, υπεγράφη " Μνημόνιο Συνεννόησης " μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών - μελών της Ευρωζώνης . Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο ν. 3845/2010 " Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α' 65/6-5-2010) . Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του, ως άνω, νόμου 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 01-06-2010 κατ'άρθρο έβδομο παρ.1 αυτού, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 ... μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8% ) . 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει ... " . Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν. 3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές, που χορηγούντο στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου . Εξαιρούνται δε μόνο τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 . Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του ν. 3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής . Τούτο, δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα βαρύνει, πάντως, και αυτό, τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο ως πρόσθετη παροχή για την υπηρεσία του ευρισκομένου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και επιπλέον δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα . Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Εξάλλου, και η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων, η οποία δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, ξεχωριστό επίδομα, αλλά αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής, δεν εντάσσεται ούτε αυτή στην ειδικότερη έννοια της οικογενειακής παροχής, που ρητώς εξαιρείται από τις επίμαχες μειώσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 . Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του ν. 3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο αυτό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε. Τούτο, δε, διότι το θεσπισθέν με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων . Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν παραβιάζουν την, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της οικονομικής ελευθερίας ούτε το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και το προστατεύον την ανθρώπινη αξία άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν, χωρίς διακρίσεις, στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους και δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην απορρέουσα από το άρθρο 2 του Συντάγματος αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, δοθέντος ότι δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών (ΑΠ 518/2022, ΣτΕ Ολομ. 668/2012, ΣτΕ 1368/2021) . Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006) . Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998 ), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς . Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1379/2021, Α.Π. 183/2014, Α.Π. 114/2009). Η ανωτέρω διάταξη, όμως, αφορά "ισχυρισμούς" και όχι εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στην περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (Α.Π. 518/2022, Α.Π. 362/2019, Α.Π. 133/2018, Α.Π. 318/2017) . Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στην από 24-6-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 114513/3595/24-06-2011 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 15-12-1988, με σύμβαση αρχικώς ορισμένου χρόνου και από την 01-06-1989 και εφεξής αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στ ... Γερμανίας, προκειμένου να απασχοληθεί ως κλητήρας. Ότι, αν και υπηρετεί έκτοτε, με την ιδιότητα αυτή, στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στ ... Γερμανίας και είναι έγγαμη και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, που γεννήθηκαν στις 10-07-1995 και 30-10-1997, το εναγόμενο αρνείται να της καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής κατά τα επιδόματα τέκνων και στέγασης, που αφορούν το από 01-07-2009 έως 30-06-2011 χρονικό διάστημα, ποσού πενήντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα έξι (54.896,00) ευρώ και τριάντα πέντε χιλιάδων και σαράντα (35.040,00) ευρώ, αντίστοιχα. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για το επίδομα τέκνων το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, περαιτέρω, δε, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει επιπλέον, για την ως άνω αιτία, καθώς και για το επίδομα στέγασης το ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα έξι (69.936,00) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση . Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1916/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, περαιτέρω, δε, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα έξι (69.936,00) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 22-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2015 έφεσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και των, παραδεκτώς ασκηθέντων, με τις κατατεθείσες προτάσεις του, πρόσθετων λόγων έφεσης (άρθρο 674 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδιώκοντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 5345/2017 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε μη νόμιμο το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, που αφορούσε το κεφάλαιο προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω στέγασης, ποσού τριάντα πέντε χιλιάδων σαράντα (35.040,00) ευρώ, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε τη με αριθμό 1916/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την ως άνω αναγνωριστική της διάταξη και ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 24-06-2011 αγωγής, απέρριψε αυτήν, ως προς το άνω κεφάλαιο και αίτημα και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω τέκνων. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : "Η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την 15-12-1988, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως κλητήρας στο Γενικό Προξενείο στ ... της Γερμανίας και, ακολούθως, την 1-6-1989 προσλήφθηκε, με την ίδια ειδικότητα, στο ίδιο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ..., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο ... της Γερμανίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είναι έγγαμη με δύο ανήλικα τέκνα, την Δ. - Ι. και τον Κ., που γεννήθηκαν στις 10/7/1995 και 30/10/1997 αντίστοιχα. Με την υπ' αριθμ. 5401/2005 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επιδικάσθηκε στην ενάγουσα για προγενέστερο χρονικό διάστημα και, συγκεκριμένα, για το διάστημα από 1/1/1996 έως 31/12/1998, η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής κατά τα επιδόματα τέκνων και στέγης. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στις διατάξεις των προϊσχυόντων Ν. 419/1976 και 2594/1998 . Ήδη, όμως, σε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας ισχύει η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 155 του ήδη ισχύοντος νέου Οργανισμού του ΥΠ.ΕΞ., ήτοι του Ν. 3566/2007 και, συνεπώς, γι' αυτές δεν ισχύει το δεδικασμένο, που απορρέει από την προμνησθείσα Εφετειακή απόφαση, λόγω μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος κατά τον ένδικο χρόνο [...], όπως ορθά παραπονείται το εκκαλούν με την έφεση και τον πρόσθετο λόγο της ...". Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι υφίσταται αξίωση της ενάγουσας, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, για καταβολή προσαύξησης για κάθε τέκνο επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του οικείου Πρέσβεως, ανερχομένου μηνιαίως στο ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων (7.300,00) ευρώ και ότι δικαιούται, για την αιτία αυτή, το συνολικό χρηματικό ποσό των πενήντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα έξι (54.846,00) ευρώ επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι : "... το εναγόμενο - εκκαλούν αν και υποχρεούτο από τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και τις προαναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού του ΥΠ.ΕΞ., δεν κατέβαλε στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1/7/2009 έως 30/6/2011 τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής κατά το επίδομα τέκνων, το οποίο, υπολογιζόμενο ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του οικείου πρέσβεως και όχι επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής της ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο - εκκαλούν [...], ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά : 1) από 1/7/2009 έως 30/10/2009 : επίδομα τέκνων σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του οικείου πρέσβεως = (16% συν 12% = 28% επί 7.300 ευρώ) = 2.044 ευρώ μηνιαίως X 4 μήνες= 8.176 ευρώ και 2) από 31/10/2009 έως 30/6/2011 : επίδομα τέκνων σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του οικείου πρέσβεως = (16% συν 16% = 32% επί 7.300 ευρώ ) =2.336 ευρώ μηνιαίως επί 20 μήνες = 46.720 ευρώ και, συνολικά, 54.846 ευρώ ... " . Με τον μοναδικό, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 4 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 3 του ν. 3845/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους . Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπολόγισε την προσαύξηση λόγω τέκνων επί του ποσού των επτά χιλιάδων τριακοσίων (7.300,00) ευρώ για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 01-07-2009 έως 30-06-2011, στο οποίο ανερχόταν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Γερμανία, δυνάμει της 2/56884/0022/25-07-2008 Κ.Υ.Α. (Β' 1471), ενώ ήδη από 01-01-2010, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μειώθηκε κατά 12%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και, στη συνέχεια, το εν λόγω επίδομα από 01-06-2010 μειώθηκε περαιτέρω κατά 8%, κατ' εφαρμογή του άρθρου τρίτου παρ. 1 του Ν. 3845/2010. Εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα οι προβλεπόμενες στους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 μειώσεις αφορούν και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 4 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 3 του ν. 3845/2010 για το διάστημα που αυτές ίσχυαν, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και, κατ' επέκταση, της προσαύξησης αυτού λόγω τέκνων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο αναίρεσης. Ο με τις από 15-04-2022 νομότυπα κατατεθείσες είκοσι και πλέον ημέρες πριν από την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης προτάσεις (άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επειδή, παρά τα όσα το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον άνω αναιρετικό λόγο, ουδέποτε προβλήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι αβάσιμος . Και διότι τούτο διότι, η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναφέρεται σε "ισχυρισμούς " και όχι σε νομικούς κανόνες, οι δε επικαλούμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και την εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τη συνδρομή των οποίων ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia, ανεξαρτήτως δηλαδή της ενώπιόν του προβολής σχετικών ισχυρισμών από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με συνέπεια το, από το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, απαράδεκτο να μην ευρίσκει έδαφος εφαρμογής, εφόσον το ύψος του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής μετά τις πιο πάνω μειώσεις, με βάση το οποίο υπολογίζονται οι ένδικες αξιώσεις για προσαύξηση λόγω τέκνων, καθορίζεται σύμφωνα με τους προαναφερθέντες νομικούς κανόνες (ΑΠ 518/2022). Κατά τα άρθρα 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο . Η τελεσίδικη απόφαση που επιδίκασε αποδοχές μισθωτού, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παράγει δεδικασμένο σε δίκη μεταξύ των αυτών προσώπων που ανάγεται σε επιδίκαση αποδοχών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο όμως δεν έχει γίνει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος, ως προς τις αιτούμενες αποδοχές. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση, που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών, που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα, που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες. (Ολ. Α.Π. 7/2013, Α.Π. 294/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις ισχυρίζεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, επειδή προσκρούει στο δεδικασμένο, που απορρέει από τις με αριθμούς 3051/2020 και 1783/2022 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφού πρόκειται για την αυτή αξίωση της ιδίας (αναιρεσίβλητης ) κατά του ιδίου αναιρεσείοντος, που παρίστανται υπό την αυτή ιδιότητα και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ο ως άνω ισχυρισμός της, ως προς το ζήτημα της υπάρξεως δεδικασμένου, που πηγάζει από τις αποφάσεις αυτές, αναφορικά με τη μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 και 3 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 2 του ν. 3845/2010, είναι αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, η ορθότητα της οποίας κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, αφορούν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα η πρώτη απόφαση αφορά το από 01-03-2014 έως 30-06-2016 χρονικό διάστημα και η δεύτερη απόφαση το από 01-07-2016 έως 30-06-2018 χρονικό διάστημα για την τρίτη ανήλικη θυγατέρα της ενάγουσας Ρ. - Ε. και το από 01-07-2016 έως 31-07-2017 χρονικό διάστημα για τον ήδη ενήλικο υιό της Κ., ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω των ανηλίκων τέκνων της Δ. - Ι. και Κ., για το προγενέστερο από 01-07-2009 έως 30-06-2011 χρονικό διάστημα και, ως εκ τούτου δεν υφίσταται δεδικασμένο που πηγάζει από τις ως άνω αποφάσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί, κατά το αντίστοιχο μέρος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01-01-2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Ν. 4831/2021, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. Α.Π. 91/2020) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, τη με αριθμό 5345/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ