Αριθμός 5/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, Αλεξανδρίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. Δ. Π. και 2. Α. χήρας Π. Φ., θυγ. Δ. Π., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αικατερίνης Καραμανώλη, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 13010/21-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6162/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 501/2005 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 17-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη-Φραγκίσκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 566§1 του Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 έως 120 απαιτούμενα στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το όνομα, το επώνυμο και το όνομα πατρός του αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου και των τυχών νομίμων αντιπροσώπων τους, επί νομικών δε προσώπων η επωνυμία και η έδρα τους. Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα, διότι από αυτά κρίνεται η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 556, 558 Κ.Πολ.Δ.). Προκειμένου δε περί φυσικών προσώπων πρέπει να προσδιορίζονται αυτά με το όνομα, το επώνυμο και το όνομα πατρός. Η παράλειψη, όμως, καθώς και η ατελής ή εσφαλμένη αναγραφή ενός των στοιχείων τούτων, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης, αν δεν προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα του αναιρεσείοντος ή του αναιρεσίβλητου. Περαιτέρω, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των διαδίκων στην κατ' αναίρεση δίκη ερευνάται από το δικαστήριο το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αναίρεσης, σε συνδυασμό προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αλλά και προς την πρωτόδικη απόφαση και το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τις κατατεθείσες εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570§1 του Κ.Πολ.Δ., προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, η δεύτερη από αυτές Αικατερίνη χήρα Πέτρου Φελούρη, θυγατέρα Δ. Π., προβάλλει τον ισχυρισμό της ακυρότητας του δικογράφου της αναίρεσης, άλλως του απαραδέκτου της αναίρεσης ως προς αυτήν, για τον λόγο ότι σ' αυτό (δικόγραφο αναίρεσης) περιέχονται μόνο το κύριο όνομά της και το κύριο όνομα του αποβιώσαντος συζύγου της. Από την έρευνα , όμως, του δικογράφου της αναίρεσης, σε συνδυασμό και προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 501/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, ουδεμία αμφιβολία προκύπτει για την ταυτότητα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός αυτής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, (όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 1120/1938 και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938), 29 (όπως αντικαταστάθηκε και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938) και 30 του ΠΔ της 19/19-11-1932 "Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σε μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο. Η παράταση αυτής της σύμβασης είναι δυνατή, για ορισμένο και πάλι χρόνο, με την τήρηση όμως των διατυπώσεων και τη συνδρομή των προϋποθέσεων, τις οποίες τάσσει η διάταξη του άρθρου 29 του άνω Π.Δ/τος. Ειδικότερα, απαιτείται : α) δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών (ήδη Νομάρχη), που να έχει κοινοποιηθεί στον εκμισθωτή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, β) πρόταση της Επιτροπής Στέγασης, και γ) διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για τη μίσθωση άλλου ακινήτου, οι οποίες να απέβησαν άγονες ή το αποτέλεσμά τους να κρίθηκε ασύμφορο. Η χρησιμοποίηση του μισθίου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, κατά νομικό πλάσμα, θεωρείται σιωπηρή παράταση για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης και το δημόσιο υποχρεούται σε καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 ΑΚ, δηλαδή εφόσον ο εκμισθωτής, παρόλο ότι γνωρίζει ότι το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο δεν εναντιώνεται. Ως εναντίωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους, η οποία, ως μονομερής απευθυντέα δήλωση, για την οποία δεν προβλέπεται συστατικός τύπος, μπορεί να είναι όχι μόνο ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους, γίνεται δε σε οποιοδήποτε αρμόδιο για τη λήψη της όργανο του Δημοσίου, (ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το εκπροσωπεί κατά νόμο), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ και η στεγαζόμενη δημόσια υπηρεσία. Δεν είναι δε απαραίτητο να γίνει αποκλειστικά προς τον Υπουργό των Οικονομικών ή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Δ/τος της 26 - 6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου", προκειμένου για δικόγραφα εισαγωγικά της δίκης. Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί, εκτός από την αγωγή απόδοσης του μισθίου, και η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης. Αυτό δε για το λόγο, ότι, εφόσον ως σιωπηρή παράταση νοείται η εξακολούθηση της μίσθωσης με τους όρους της σύμβασης μίσθωσης που έληξε και ουσιώδης όρος κάθε σύμβασης μίσθωσης πράγματος είναι το ύψος του μισθώματος, η αναζήτηση μεγαλύτερου μισθώματος δεν αποτελεί τίποτε άλλο από εναντίωση στη συνέχιση της μίσθωσης. Αν παρά την εναντίωση του εκμισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο αυθαιρέτως παρακρατεί και χρησιμοποιεί το μίσθιο, ευθύνεται κατά το άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση (ΑΠ 789/2009, ΑΠ 524/2007, ΑΠ 602/2002, 32/2002, 1062/1992). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ή με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27/1998, 28/1998). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα και τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του υπ' αριθμ. 44/13.11.1995 εγγράφου συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των ήδη αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίες εκμίσθωσαν στο πρώτο για το από 12.5.1995 έως 11.5.1998 χρονικό διάστημα και αντί μηνιαίου μισθώματος 520.000 δραχμών, ένα ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Πειραιά και επί της οδού ..., αριθμ. 5, προκειμένου να χρησιμεύσει για τη στέγαση των Υπηρεσιών του ΙΒ' Αστυνομικού Τμήματος και Τμήματος Ασφαλείας Πειραιώς. Πριν τη λήξη της μίσθωσης οι εκμισθώτριες αναιρεσίβλητες δήλωσαν προφορικά προς τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, ότι, για να δεχθούν την παράταση της μίσθωσης, ζητούν μίσθωμα μεγαλύτερο του μέχρι τότε ως άνω καταβαλλομένου. Το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι οι διάδικοι με το προηγούμενο από 13.1.1992 καταρτισθέν μεταξύ τους για το ίδιο ακίνητο μισθωτήριο, για το χρονικό διάστημα από 1992 έως 1995, είχαν συμφωνήσει μηνιαίο μίσθωμα 320.000 δραχμών, το οποίο με το προαναφερόμενο από 13.11.1995 μισθωτήριο ορίσθηκε σε 520.000 δρχ., και με την σκέψη ότι ουσιαστικός όρος κάθε σύμβασης μίσθωσης είναι και το ύψος του μισθώματος, οδηγήθηκε στην κρίση ότι η δήλωση από τις ενάγουσες περί αναζήτησης μεγαλύτερου μισθώματος, προκειμένου να συνεχισθεί η μίσθωση, αποτελεί σιωπηρή εναντίωση στην παράταση αυτής (επίμαχης μίσθωσης) με τους ίδιους όρους και στην προκειμένη περίπτωση με το ίδιο μίσθωμα. Με βάση λοιπόν τα προαναφερόμενα και με την παραδοχή ότι το Δημόσιο, παρά την κατά τα άνω εναντίωση των αναιρεσιβλήτων και τη λήξη της μίσθωσης στις 11.5.1998, ήτοι κατά τη συμφωνηθείσα ημέρα λήξης αυτής, παρέμεινε στη χρήση του μισθίου ακινήτου τουλάχιστον μέχρι τη σύνταξη της αγωγής (27.11.2000), δηλαδή για χρονικό διάστημα τριάντα (30) μηνών και δεκατεσσάρων (14) ημερών, έκρινε ότι, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 601 του ΑΚ (παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης), πρέπει αυτό (Δημόσιο) να καταβάλει στις εκμισθώτριες ως αποζημίωση, εκτός από το συμφωνημένο και μέχρι τη λήξη της μίσθωσης καταβαλλόμενο μίσθωμα των 520.000 δραχμών, το οποίο είχε ήδη καταβληθεί σ' αυτές, και το επιπλέον ποσό το οποίο θα επιτύγχαναν αυτές ως μίσθωμα υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, εάν το μίσθιο τους παραδινόταν εγκαίρως στις 12.5.1998. Υπό τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως βάσιμη την αγωγή και έκανε δεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μόνο κατά το λόγο αυτής, που αφορούσε το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης χρήσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της εναντίωσης των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων για εξακολούθηση της μίσθωσης με το ίδιο μίσθωμα και της ύπαρξης ή μη σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, που τείνουν να θεμελιωθούν επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν. Περαιτέρω, η από τον αριθμό 10 του ίδιου πιο πάνω άρθρου του Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω λόγου πλημμέλεια στην εφετειακή απόφαση, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί εναντίωσης αυτών στην παράταση της μίσθωσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε διότι στην εφετειακή απόφαση ρητώς διαβεβαιώνεται, ότι το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα κατ' είδος μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν αυτοί. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του από 19/19.11.1932 Π.Δ/τος "Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών" και 611 του ΑΚ (σιωπηρή αναμίσθωση), ως προς το ζήτημα του νομίμου της εναντίωσης των εναγουσών εκμισθωτριών και ήδη αναιρεσιβλήτων για τη συνέχιση της μίσθωσης με τους ίδιους όρους, η οποία (εναντίωση) μπορεί να γίνει και προφορικά και μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη από δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί την καταβολή υψηλοτέρου μισθώματος, ο οποίος (εκμισθωτής) δεν εμποδίζεται να προβεί σ' αυτή (εναντίωση) και πριν από τη λήξη της μίσθωσης, αφού η έννοια αυτής είναι ότι δεν συναινεί στην παράταση της μίσθωσης είτε γενικά είτε με τους ίδιους όρους, η δε λύση της μίσθωσης επέρχεται με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειας αυτής. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 29 του ως άνω Π.Δ/τος και 611 ΑΚ, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν όπως α) η εναντίωση γίνεται εγγράφως και όχι προφορικά, β) (γίνεται) μετά τη λήξη της μίσθωσης και γ) η αναζήτηση μεγαλυτέρου μισθώματος δείχνει εμμονή του εκμισθωτή στη συνέχιση της μίσθωσης και όχι εναντίωση στην εξακολούθηση αυτής, είναι αβάσιμος και κατά τα τρία παραπάνω σκέλη του και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρέπει, λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ), περιοριζομένων, όμως, στο όριο που θέτει το άρθρο 22§1 του Ν. 3693/1957, όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11 τ Β'/20.1.1993).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17.10.2005 και με αριθμό 119/2005 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 501/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.- Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, μειωμένα, στο ποσό των τριακοσίων(300) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ