Αριθμός 1906/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πρέβεζα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Χριστίνας Κριτσιμά, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Κ. του Θ., 2) Γ. Σ. του Ε.,3) Σ. Κ. του Γ., 4)Β. Μ. του Ν., 5) Τ. Β. του Β., 6) Γ. Δ. του Δ., 7) Β. Σ. του Π., 8) Β. Κ. του Μ., 9) Μ. Ζ. του Κ., 10) Π. Κ. του Κ.,11) Σ. Κ. του Σ., 12) Β. Π. του Δ. και 13) Χ. Λ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαριάνθης Φωτιάδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν η 43/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 262/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τον συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα που αφορούν την διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποίος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 19/2020). Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Aν κατά την προσδιοριζόμενη για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, αναβληθεί αυτή για μεταγενέστερη, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά τη νέα αυτή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων αλλά μόνο εκείνων, που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου , κατά την αρχική δικάσιμο, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατ'αυτήν. Επίσης η αναβολή και η εγγραφή στο πινάκιο για τη μετ'αναβολή, δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου και όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ'αναβολή δικάσιμο είχε παραστεί νομίμως. Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, η, από το πινάκιο, αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της για τη νέα μετ'αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση αυτού για τη νέα δικάσιμο [ΑΠ 2157/2007]. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 3.7.2020 αίτησης αναίρεσης, στην ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (10. 1. 2023), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαριάνθη Φωτιάδου. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης μόνο ως προς τους, πρώτη [Σ. Κ.], τρίτη [Σ. Κ.], τέταρτη [Β. Μ.], πέμπτο [Τ. Β. και ενδέκατη [Σ. Κ.] των αναιρεσιβλήτων. Αντίθετα ως προς τους λοιπούς, έκτη [Γ. Δ.], έβδομη [Β. Σ.], όγδοη [Β. Κ.], ένατη [Μ. Ζ.], δέκατη [Π. Κ.] και δέκατο τρίτο [Χ. Λ.] δεν προσκομίζονται έγγραφες εξουσιοδοτήσεις προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό έγγραφο . Κατά συνέπεια αυτοί λόγω της μη προσήκουσας παράστασης θεωρούνται δικονομικά απόντες. Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας αυτοί κλητεύθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος για την αρχική δικάσιμο της 1.2.2023 [βλ. υπ'αριθ. 3178Γ, 3179Γ, 3180Γ/20.9.2021, 3188Γ/21.9.2021, 3181Γ/20.9.2021, 3183Γ/20.9.2021 αντίστοιχα εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων Π. Κ.], κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου για τη, στην αρχή της παρούσας, αναφερομένη δικάσιμο [10.1.2023]. 'Όμως, στην ως άνω δικάσιμο της 1.2.2022 δεν προκύπτει ότι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος κατείχε εξουσιοδότηση για προσήκουσα παράσταση και εφόσον δεν προσκομίζεται αποδεικτικό κλητεύσεως αυτών για τη, μετ'αναβολή, δικάσιμο της 10.1.2023 και πρόκειται για περίπτωση απλής ομοδικίας, θα πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς [6η, 7η, 8η, 9η, 10η και 13ο] και να προχωρήσει ως προς τους 1η, 3η, 4η, 5η και 11η, η διαδικασία. Περαιτέρω, οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο, και μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ανυπόστατη είναι η διαδικαστική πράξη, όταν ελλείπουν οι ουσιώδεις όροι, οι οποίοι συνιστούν, σύμφωνα με ορισμένο κανόνα δικαίου, τα συνθετικά στοιχεία συγκεκριμένης μορφής αυτής. Η έλλειψη ουσιώδους όρου του πραγματικού της διαδικαστικής πράξης, συνεπεία της οποίας είναι ανυπόστατη, μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους [έλλειψη του κατά νόμο απαιτουμένου περιεχομένου της, έλλειψη ως προς το υποκείμενό της ή ως προς το συστατικό τύπο αυτής κλπ.]. 'Ετσι μπορεί να είναι ανυπόστατη όταν δεν έχουν τηρηθεί ορισμένες διατυπώσεις που είναι απαραίτητες για την τελείωσή της. Εξ άλλου απαράδεκτη είναι η διαδικαστική πράξη, η οποία δεν πληροί τις, κατά νόμο, προϋποθέσεις για τον έλεγχο του περιεχομένου της. Με τον όρο <<απαράδεκτο>> νοείται το δικονομικό απαράδεκτο δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση της δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της [ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 343/2023]. Με την αγωγή ανοίγει η διαδικασία και η έννομη σχέση της δίκης και από την κατάθεσή της επέρχονται οι δικονομικές συνεπειες, όπως αι η εκκρεμοδικία. Η έκδοση απόφασης εξαρτάται από μια σειρά προϋποθέσεων. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις αναφέρονται είτε στο δικαστήριο είτε στους διαδίκους είτε στο αντικείμενο της δίκης, η έρευνα δε αυτών χωρεί όχι μόνο κατ'ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως [άρθρο 73 ΚΠολΔ], ενώ αν ελλείπει κάποια διαδικαστική προϋπόθεση επέρχεται το απαράδεκτο [ΑΠ 343/2023]. Αν έχει εκδοθεί απόφαση κατ'ανυπάρκτου φυσικού προσώπου δεν έχει υποσταση και χαρακτηρίζεται και αυτή ανύπαρκτη [ΑΠ 27/1987]. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 516, 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο εκκαλών πρέπει να έχει έννομο συμφέρον, ότι δικαίωμα έφεσης έχουν ο ενάγων ή εναγόμενος εφόσον ηττήθηκαν ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη και ότι η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατ'εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται [άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] συνάγεται ότι στην αγωγή και στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε στη συνέχεια [43/2017 του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας], δεν ήσαν διάδικοι [εναγόμενοι] η δεύτερη αναιρεσίβλητη [Γ. Σ.] και δωδέκατη αναιρεσίβλητη [Β. Π.] αλλά στη θέση τους με διαφορετική αρίθμηση ήταν η Κ. Σ. [τρίτη αναιρεσίβλητη] και ο Π. Π. Π. αντίστοιχα, εκ των οποίων ο τελευταίος δεν υπήρξε εφεσίβλητος αλλ' ούτε και αναιρεσίβλητος. Στην από 5.7.2017 έφεση αλλά και στην προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πρέβεζας εμφανίζονται ως εφεσίβλητες οι ως άνω [Σ. Γ. και Π. Β.] χωρίς η [για πρώτη φορά] είσοδός του στη δίκη να αιτιολογείται ή να συνδέεται με τον δωδέκατο εναγόμενο Π.- Π. Π. εναντίον του οποίου δεν βάλλει η έφεση του εναγομένου. Ομοίως, στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως οι ως άνω [Σ. Γ. και Π. Β.] τυγχάνουν αναιρεσίβλητες. Κατά τα αναφερόμενα ως άνω, δεν τηρήθηκαν διαδικαστικές προϋποθέσεις, που αφορούν τους διαδίκους, γεγονός που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και από τον 'Αρειο Πάγο. Συγκεκριμένα , οι ως άνω δεν υπήρξαν διάδικοι αλλά ούτε και φέρονται ως καθολικοί διάδοχοι ή κληρονόμοι αρχικού διαδίκου. Συνεπώς, ελλείπουν απαραίτητες διαδικαστικές προϋποθέσεις τόσο ως προς την ικανότητά τους ως διαδίκων όσο και ως προς το αντικείμενο της δίκης. Κατ'ακολουθίαν η άσκηση εφέσεως σε βάρος τους είναι απαράδεκτη, αφού δεν προηγήθηκε άσκηση αγωγής, δεν ήσαν διάδικοι και το εκαλούν δεν είχε έννομο συμφέρον στην άσκηση εφέσεως και έκδοση αποφάσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε βάρος τους. Επί πλέον από τα ίδια ως άνω διαδικαστικά έγγραφα [εκθέσεις δικαστικού επιμελητή] συνάγεται ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της εφέσεως, 7.7.2017, οι ως άνω φερόμενες ως εφεσίβλητες [δεύτερη και δωδέκατη] ήσαν ανύπαρκτα πρόσωπα, αφού η Γ. Σ. είχε αποβιώσει από 20.6.2013, ενώ η Β. Π. από 27.7.2009 κατά τα αναφερόμενα στην από 22.9.2021 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Π. Κ.. Μετά από αυτά η αίτηση με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 262/2019 αποφάσεως του Μονομελους Εφετείου Πρέβεζας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 3.7.2020 [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ], θα πρέπει ως προς τις φερόμενες ως άνω αναιρεσίβλητες, δεύτερη και δωδέκατη, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, να αναιρεθεί ως προς αυτές η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου και αφού η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση να δικασθεί ως προς αυτές και να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση σε βάρος τους. Μετά από αυτά η ως άνω αίτηση θα ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ] ως προς τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, και ενδέκατη [1η, 3η, 4η, 5ο και 11η] των αναιρεσιβλήτων. Προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το Ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (Α' 28) δημοσιεύθηκε ο Ν. 4093/2012 (Α' 222), με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο. Στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω Ν. 4093/2012 ορίστηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΟΤΑ, καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013". Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, αναφέρονται, σχετικώς τα εξής: "Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, καθώς και υπέρ των μισθωτών των ΝΠΙΔ....2. Από τις προτεινόμενες διατάξεις προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα. Α. Επί του κρατικού προϋπολογισμού. 1. Ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού....469.600.000 ΕΥΡΩ από την κατάργηση των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας στους εν ενεργεία υπαλλήλους και λειτουργούς (παρ. Γ.)". Στο πλαίσιο αυτό, δημοσιεύθηκε, ακολούθως, ο Ν. 4354/2015 (Α' 176), στο κεφάλαιο Β' του οποίου (άρθρα 7-35), με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) και Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), καθώς και των ΔΕΚΟ του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 (Α' 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" και έναρξη ισχύος από 1-1-2016 (άρθρο 35 αυτού), θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ανωτέρω νομικών προσώπων, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τα δώρα εορτών και επίδομα αδείας. Κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, το νέο σύστημα αμοιβών υπόκειται απολύτως στις αρχές της δημοσιονομικής προσαρμογής, η τήρηση της οποίας έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για την οικονομική και πολιτική επιβίωση της Χώρας. Περαιτέρω, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, κατ' αρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό έλεγχο εκ μέρους του δικαστή (Ολομ. ΣΤΕ 481/2018, 3372, 3373/2015). Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκώς νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (Ολ ΣΤΕ 481/2018). Περαιτέρω, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο. Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Με το Ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη σε πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής (Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016) και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Ελληνικής Οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Οι υποχρεώσεις αυτές προβλέπονται στις αποφάσεις 2010/320, 2011/734 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δέχθηκε ότι ".....εκδόθηκαν αφού διαπιστώθηκε ότι η επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας απειλούσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τόσο της ιδίας όσο και της ζώνης του ευρώ εν γένει" και ότι "....στο πλαίσιο αυτό τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπουν οι επίμαχες αποφάσεις συζητήθηκαν διεξοδικά με την Ελληνική Κυβέρνηση και συμφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω δεν ήταν προδήλως αδικαιολόγητο να προβλεφθεί η λήψη μέτρων εξοικονόμησης δαπανών". Σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών θεσπίσθηκε το προαναφερόμενο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για τα έτη 2013-2016, βάσει της, από Ιουλίου 2012, μελέτης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών με τίτλο "Επισκόπηση δαπανών Γενικής Κυβέρνησης 2013-2016". Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, εντοπίστηκαν δαπάνες, η περικοπή των οποίων συμβάλλει σε "αποτελεσματικό και βιώσιμο περιορισμό των ελλειμμάτων". Ειδικά, σε σχέση με τη μισθολογική δαπάνη, στη μελέτη διαπιστώθηκε ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα παρά τις παρεμβάσεις που έγιναν από το έτος 2010. Στην ίδια άλλωστε διαπίστωση της υψηλής μισθολογικής δαπάνης, συγκριτικά με τα άλλα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, προέβησαν και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, καθώς αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρα στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη του επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με το μέτρο αυτό, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος. Ακόμη, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων. Συγκεκριμένα κατά τον χρόνο θέσπισης του Ν. 4093/2012 [12.11.2012] σύμφωνα με επίσημα στοιχεία το έτος 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ, τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανερχόταν σε 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2-11-2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα με το Ν. 4024/2011 θεσπίσθηκε νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, με τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρ. 13 του Ν. 4024/2011) ενώ με τον Ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ. Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο. Εξάλλου, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτό κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται στη χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (ΟλΑΠ 2/2023, ΑΠ 2012/2022). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για τον νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του. Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτή μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων. Ενόψει όλων αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους, καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκεινται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσης μέτρα. Δεδομένου δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, η κατάργηση αυτή δεν θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των θιγομένων υπαλλήλων, δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος περί σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου (ΟλΣτΕ 1307-1316/2019, ΑΠ 2012/2022, 899/2021). Στην προκείμενη περίπτωση με την υπ'αριθ. 262/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, διαδικασίας εργατικών διαφορών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της υπ'αριθ. 43/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των εφεσιβλήτων ήδη αναιρεσιβλήτων και είχαν επιδικαστεί στον καθένα από αυτούς τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013 έως 2015, που αναφέρονται σε αυτήν. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η διάταξη του άρθρου 1 της Υποπαραγράφου Γ' της παραγράφου Γ' του Ν. 4093/2012 με την οποία καταργούνται από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ., των Ν.Π.Ι.Δ. και ΟΤΑ, τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικειμένη στο Σύνταγμα [και ειδικότερα στις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας], καθώς και στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των διεθνών συνθηκών, γιατί στερεί από τους ενάγοντες το δικαιούμενο ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Συνεπώς, δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, δεν θα πρέπει να εφαρμοσθεί ως αντισυνταγματική, και να απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που επιδίκασε τα εν λόγω επιδόματα, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω διάταξη που ήταν εφαρμοστέα καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 και 4, 22 παρ. 2, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού ο νομοθέτης εκτιμώντας τις εκάστοτε περιστάσεις δεν κωλύεται να λαμβάνει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας για την εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου μάλιστα ότι οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική 'Ενωση. Το μέτρο δε αυτό δεν ήταν αδικαιολόγητο ούτε απρόσφορο ούτε μη αναγκαίο με βάσει τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν , ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη άλλων εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά από μόνη της μη δικαιολογημένη τη ρύθμιση, ενώ η κατάργηση των εν λόγω αποδοχών δεν θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων, η οποία προσδιορίζεται με βάση τις κρατούσες συνθήκες. Κατ'ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου [άρθρ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ], καθόσον εσφαλμένα κρίθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο ως αντισυνταγματική η επίμαχη διάταξη του Ν. 4093/2012, με την οποία καταργούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας από 1.1.2013, είναι βάσιμος, αφού με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο [ως Εφετείο] παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω διάταξη, η οποία δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 και 4, 22 παρ. 2, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και εν τέλει η αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης ενώπιον των Δικαστηρίων, δευτεροβαθμίου πρωτοβαθμίου καθώς και του παρόντος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων [άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως ως προς τους έκτη, έβδομη, ογδόη, ενάτη, δεκάτη και δέκατο τρίτο [6η, 7η, 8η, 9η, 10η και 13ο] των αναιρεσιβλήτων. Αναιρεί την υπ'αριθ. 262/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας ως προς τους λοιπούς. Κρατεί την υπόθεση. Απορρίπτει την έφεση ως προς τη δεύτερη και δωδέκατη [2η και 12η] των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη. Δέχεται κατ' ουσία την έφεση ως προς τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, και ενδέκατη [1η, 3η, 4η, 5ο και 11η] των αναιρεσιβλήτων. Εξαφανίζει την υπ'αριθ. 43/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας ως προς αυτούς. Δικάζει την από 15.10.2015 αγωγή. Απορρίπτει αυτή. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ