Αριθμός 798/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Κανελλόπουλου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Μ. Σ. το γένος Σ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου - Μιχαήλ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4243/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 5810/2012 μη οριστική και 1991/2014 οριστική του Εφετείου ..., όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 5563/2014 απόφαση του Εφετείου .... Κατά της υπ' αριθ. 1991/2014 αποφάσεως του Εφετείου ..., όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 5563/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και της υπ' αριθ. 5563/2014 διορθωτικής απόφασης του Εφετείου ... ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 158/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 1991/2014 απόφαση του Εφετείου ..., όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 5563/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3557/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2008 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εξέθετε ότι αυτή και ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος, αμφότεροι Κυπριακής ιθαγένειας, τέλεσαν στην ..., στις 9-1-1994 νόμιμο γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα και ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα στις 12-10-2006. Ότι η αρχική περιουσία του εναγόμενου, αποτελούμενη από μία επιχείρηση αργυροχρυσοχοΐας και ειδών δώρων, στο ... (οδός Β.. Γ. αριθ. 11) Ν. Αττικής, ήταν συνολικής εμπορικής αξίας (εμπορεύματα, φήμη και πελατεία) 29.700,00 ευρώ, επαυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους με την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων συνολικής αξίας, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, 2.043.775,00 ευρώ, καθόσον: α) αυξήθηκε η εμπορική αξία της ανωτέρω ήδη υφιστάμενης επιχείρησης στο ποσόν των 268.225,00 ευρώ, β)λειτούργησε δεύτερο κατάστημα στο ... (οδός ...), με ίδιο αντικείμενο, εμπορικής αξίας (εμπορεύματα, φήμη και πελατεία) 95.500 ευρώ, γ) συνέστησε στην Κύπρο εταιρεία με την επωνυμία "Ο.. ασημικών Σ... Μ. L." στην οποία είναι μέτοχος κατά 99%, η οποία λειτούργησε δύο καταστήματα ειδών αργυροχρυσοχοΐας, ένα στη ..., εμπορικής αξίας (εμπορεύματα, φήμη και πελατεία) 280.225 ευρώ και ένα σε άγνωστη διεύθυνση, δ) αγόρασε οικόπεδο, εμβαδού 207,00, στη θέση "..., επί του οποίου ανήγειρε διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο (όπου τέσσερις αποθήκες), ισόγειο επιφανείας 46,50 τ.μ. (στο οποίο εγκατέστησε και άλλη επιχείρηση εμπορίας ειδών αργυροχρυσοχοΐας) και πρώτο και δεύτερο ορόφους (όπου διώροφη οικία, εμβαδού 141,40 τ.μ.), συνολικής εμπορικής αξίας των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών 1.300.000,00 ευρώ, πλέον της αξίας της ως άνω νέας επιχειρήσεως ύψους 112.500,00 ευρώ και ε) κατέστη "εν τοις πράγμασι κύριος" ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου (εργοστασίου κατασκευής Toyota τύπου Landcruiser 2.982 c.c -τζιπ) του οποίου η άδεια κυκλοφορίας έχει εκδοθεί και παραμένει στο όνομα αδελφής του, Δ., εμπορικής αξίας 17.000,00 ευρώ. Ότι στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε η ίδια: α) με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών της, οι οποίες υπερέβαιναν το εκ του νόμου επιβαλλόμενο μέτρο, για την κάλυψη των αναγκών της οικογενείας τους και εργαζόμενη στα καταστήματα του τελευταίου, β) με την παροχή της οικογενειακής τους στέγης, από τις 8-4-1994 έως και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2000, σε διαμέρισμα εμβαδού 109,22 τ.μ., που βρίσκεται στα ... ιδιοκτησία της, γ) με την παροχή κεφαλαίων ύψους:1) 3.075.740 δραχμών με πέντε (5) τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως του πατέρα της, τις οποίες ο εναγόμενος χρησιμοποίησε για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και 2) 49.500,00 ευρώ, ποσό που εισέπραξε ο εναγόμενος από την εκμίσθωση επί 74 μήνες σε τρίτους, με μηνιαίο μίσθωμα 650,00 ευρώ του δωρηθέντος, από την ίδια κατ' επικαρπία σ' αυτόν, το έτος 2000, ως άνω διαμερίσματος (στα Βριλήσσια Αττικής). Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε, κατόπιν μερικού περιορισμού του αρχικού καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσόν των 10.000,00 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ιδίου να της καταβάλει, εκ της άνω αιτίας, το ποσόν των 603.132,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στον τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό της συμβολής της στην ανωτέρω επαύξηση της περιουσίας του (1/3), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.4243/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα - ενάγουσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθ.5810/2012 μη οριστική απόφαση (που διέταξε πραγματογνωμοσύνη για την αξία του ως άνω ακινήτου στη θέση "...) και εν συνέχεια η υπ' αριθ.1991/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου ... (η οποία διορθώθηκε με την υπ' αριθ.5563/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Στη συνέχεια, κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Εφετείου, ο (εδώ) αναιρεσίβλητος - εναγόμενος άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ.158/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Μετά την κατά παραπομπή εκδίκαση της έφεσης της (εδώ) αναιρεσείουσας - ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ'αριθ.3557/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η κρινόμενη από 29-5-2020 αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ειδικότερα, στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια και στην περίπτωση της εν όλω αναίρεσης - η οποία συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της- κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δικ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2, 3 και 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις -εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (Α.Π.129/2004).Κατά δε το άρθρο 580 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης. Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π.86/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου (158/2018) αναιρέθηκε η υπ' αριθ.1991/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου ... για την εκ του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, και συγκεκριμένα λόγω του ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για το κρίσιμο ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, σε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού κατέλαβε το σύνολο της απόφασης και δεν εξέτασε, ως αλυσιτελείς, τους λοιπούς λόγους, πλην αυτού από το άρθρο 559 αριθ. 8β' Κ.Πολ.Δ., ότι δεν ελήφθη υπόψη ουσιώδης ισχυρισμός του (εκεί) αναιρεσείοντος, περί της εκ προθέσεως κακοποίησης των ανηλίκων τέκνων τους από την (εκεί) αναιρεσίβλητη, ο οποίος απορρίφθηκε ως αβάσιμος, παρέπεμψε δε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Έτσι, μετά την αναίρεση της άνω (αριθ.1991/2014) απόφασης του Εφετείου, αφού ο ως άνω λόγος αναίρεσης (εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ.), που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν την απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, στην υπ' αριθ.4243/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και στην κατ' αυτής έφεση. Το Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής, εδικαιούτο να επανεκδικάσει την έφεση στο σύνολό της, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις. Κατ' ακολουθία, όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του και με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.18 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθ.158/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν αμφισβητήθηκε το ποσοστό (1/6) της συνεισφοράς της στα αποκτήματα του αντιδίκου της, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, είναι αβάσιμα, αφού, όπως προαναφέρθηκε με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθ.1991/2014 απόφαση του Εφετείου .... Με τη διάταξη του άρθρου 14 του Α.Κ. ορίζεται ότι: "οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1) από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί, 2)...3)...".Με τη δε διάταξη του άρθρου 15 του Α.Κ. ορίζεται ότι: "οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων διέπονται από το δίκαιο που ρυθμίζει τις προσωπικές τους σχέσεις τους αμέσως μετά την τέλεση του γάμου." Στις περιουσιακές σχέσεις αναφέρονται οι από τις διατάξεις των άρθρων 1397-1405 ΑΚ ρυθμίσεις που αφορούν την περιουσιακή αυτοτέλεια, την κοινοκτημοσύνη, τη διοίκηση της περιουσίας των συζύγων και τη δυνατότητα ή τους περιορισμούς διάθεσης αυτής. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αξίωση του συζύγου από τη συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου, διέπονται από το δίκαιο που ρυθμίζει τις προσωπικές τους σχέσεις, ήτοι κατά σειρά: 1) από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειας τους εφόσον ο ένας τη διατηρεί (Α.Π.428/94). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 232/1991"περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων", που εφαρμόζεται για τους Κυπριακής ιθαγενείας συζύγους: "1) Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. 2) Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά. 3) Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν: α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες". Κατά δε το άρθρο 16 του ίδιου νόμου "Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αγωγής του ενός από τους συζύγους κατά του άλλου δυνάμει του άρθρου 14, θα λαμβάνει υπόψη, κατά την επιδίκαση του ποσού το οποίο τυχόν ο ενάγων σύζυγος δικαιούται και την αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ο εναγόμενος σύζυγος δώρισε κατά τη διάρκεια του γάμου στον ενάγοντα". Τέλος, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ίδιου νόμου... "περιουσία" σημαίνει την κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους... ενώ η "συνεισφορά" σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π. 32/1996). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τη διάταξη αυτή, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π.1215/2021, Α.Π.233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.Α.Π.10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (Α.Π.1215/2021, Α.Π.1011/2018).Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π. 50/2020, Α.Π. 1795/2008). "Πράγμα" αποτελεί και ο κύριος και ο πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 13/2014).Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π. 8/2013, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 630/2020, Α.Π. 1142/2019). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522 και 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την τελευταία διάταξη λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη παρά το νόμο από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται όταν το Εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του εναγομένου, ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την αγωγή ως προς αυτά. Τέτοια υπέρβαση, όμως, που να θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, δεν συντρέχει όταν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθόλα τα κεφάλαιά της, γιατί έκανε δεκτή την αγωγή του εφεσιβλήτου ενάγοντος ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και το Εφετείο, που έχει την εξουσία, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, με την οποία ζητείται η καθ' ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής, ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή την προβολή ειδικού παραπόνου, την αοριστία της αγωγής ή το νόμω βάσιμο αυτής και, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση, την απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη. Απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αρκεί, διότι υπάρχει διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη της αγωγής για τον έναν ή τον άλλο λόγο (Α.Π.689/2021, Α.Π.140/2019, Α.Π. 1635/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους κατωτέρω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής της (εννοείται η ενάγουσα)που στηρίζεται αποκλειστικά στον τεκμαρτό υπολογισμό της (εννοείται συνεισφοράς στην) αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, σύμφωνα με το προβλεπόμενο από τη διάταξη της παρ. 2 του άρ. 14 του ν. 232/1991 νόμιμο τεκμήριο, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω της εκατέρωθεν συνομολογούμενης τελευταίας κοινής ιθαγενείας των διαδίκων (Κυπριακής) και ειδικότερα για την θεμελίωση της περιουσιακής επαυξήσεως του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, με την απόδειξη της οποίας και βαρύνεται, η ενάγουσα συνυπολογίζει, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, στην ως άνω επαύξηση (στην τελική περιουσία του εναγομένου) 1) την ανερχόμενη κατά τους ισχυρισμούς της σε 17.000,00 ευρώ εμπορική αξία του υπ' αρ. αυτοκινήτου ... αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Toyota τύπου Landcruiser 2.982 c.c (τζιπ) και 2) την ανερχομένη, κατά τους ισχυρισμούς της, σε 280.225,00 Ευρώ εμπορική αξία ενός καταστήματος ευρισκομένου επί της ..., με αντικείμενο την χονδρική και λιανική πώληση ειδών αργυροχρυσοχοΐας, η οποία ανήκει στην εταιρεία με την επωνυμία "Ο.. ασημικών Σ... Μ. L." στην οποία, κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, ο εναγόμενος είναι μέτοχος κατά 99%. Όμως εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, αντιστοίχως 1) η άδεια κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινήτου "για τελωνειακούς λόγους παραμένει στο όνομα της ετεροθαλούς αδελφής του εναγομένου Δ." είναι προφανές ότι η κυριότητα τούτου δεν ανήκε, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, στον εναγόμενο και συνεπώς δεν περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το νόμο, στα περιουσιακά του στοιχεία κατά τον εν λόγω χρόνο αλλά στα αντίστοιχα της αδελφής του και 2) το ως άνω κατάστημα επί της ... ανήκε στην περιουσία του νομικού προσώπου της εταιρείας "Ο.. Σ... Μ. L." και όχι του φυσικού προσώπου του εναγομένου, ούτε το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο περιλαμβάνεται σύμφωνα με το νόμο στην περιουσία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και υπήρχε κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως τούτου, διότι επί εταιρειών με νομική προσωπικότητα, όπως η ανωτέρω, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο της εταιρείας διακρινόμενη από την (εταιρική) περιουσία κάθε εταίρου, με συνέπεια η ιδιότητα του εταίρου τέτοιας εταιρείας να μην παρέχει σ' αυτόν κάποιο περιουσιακής φύσεως δικαίωμα επί των επί μέρους στοιχείων που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία, αλλά μόνο ποσοστό οικονομικής συμμετοχής επ' αυτής ως χωριστής αυτοτελούς ομάδας, συνακόλουθα δε, στην ένδικη περίπτωση να μην αποτελούν απόκτημα τα κατ' ιδίαν στοιχεία που συνθέτουν το ενεργητικό της, εταιρικής περιουσίας, αλλά μόνον η οικονομική συμμετοχή του και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό της οικονομικής συμμετοχής του κέρδη, επί των οποίων και μόνον μπορεί να αξιωθεί συμμετοχή από το δικαιούχο σύζυγο. Σημειώνεται δε, επί πλέον, ότι στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα δεν εκθέτει ούτε σε ποιο ποσό ανερχόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως της αγωγής (ενν. του γάμου) το κεφάλαιο της ως άνω εταιρείας (στην οποία σημειωτέον, κατά τους ισχυρισμούς της, ανήκε και άλλη ομοειδής επιχείρηση κατάστημα επί της οδού ..., που όπως εκτίθεται στην ένδικη αγωγή έχει μεταφερθεί από τον εναγόμενο σε άγνωστη στην ενάγουσα διεύθυνση και του οποίου δεν εκτίθεται η εμπορική αξία κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο ούτε κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ούτε συνυπολογίζεται από την ενάγουσα στα αποκτήματα του εναγομένου), ώστε να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός της πραγματικής αξίας της εταιρικής μερίδας και των μετοχών που κατείχε ο εναγόμενος σ' αυτήν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, συνοδευόμενος μάλιστα και από αναγωγή της αξίας τους στο χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (αφού η ενάγουσα αρκείται στον αόριστο ισχυρισμό ότι είναι μέτοχος κατά 99%). Κατ' ακολουθίαν, ο συνυπολογισμός τόσο της εμπορικής αξίας του ως άνω αυτοκινήτου, όσο και του προαναφερθέντος καταστήματος επί της ... στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου είναι μη νόμιμος, καθιστώντας μη νόμιμη και την ένδικη αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι, εφόσον, με σχετικούς λόγους της έφεσής της, η ενάγουσα παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη, από την εκκαλουμένη, των ανωτέρω δύο περιουσιακών στοιχείων στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το νόμιμο της αγωγής (λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης - άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ) και αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα ανωτέρω δύο περιουσιακά στοιχεία δεν ανήκαν στην περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη (προκειμένου να γίνει επανακαθορισμός των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στην περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων) και αφού διακράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη, κατά το μέρος κατά το οποίο στα αποκτήματα του εναγομένου συνυπολογίζονται από την ενάγουσα και τα ως άνω δύο περιουσιακά στοιχεία. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες της κοινής πείρας μη συνυπολογίζοντας τα ως άνω δύο περιουσιακά στοιχεία στα αποκτήματα του εναγομένου και απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς αυτά. Ο ως άνω λόγος, είναι πρωτίστως, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου και ποιού συγκεκριμένα κανόνα δικαίου, καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο αυτά (διδάγματα κοινής πείρας) παραβιάσθηκαν και την έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν (κανόνα δικαίου), από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη. Σε κάθε, όμως περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 14 του Ν.232/1991 της Κυπριακής Δημοκρατίας, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω της εκατέρωθεν συνομολογούμενης τελευταίας κοινής ιθαγενείας των διαδίκων (Κυπριακής), δεχόμενο ότι, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα ανωτέρω δύο περιουσιακά στοιχεία δεν ανήκαν στην περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος κατά το οποίο στα αποκτήματα του εναγομένου συνυπολογίζονται από την ενάγουσα και τα ως άνω δύο περιουσιακά στοιχεία. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, η από το άρθρο 559 αριθ.8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το μέρος που εκκαλείται, ερεύνησε λόγο έφεσης που δεν προτάθηκε από αυτή και ειδικότερα αναφορικά με τα προαναφερόμενα δύο περιουσιακά στοιχεία, που η ίδια, με την αγωγή της, συνυπολόγισε στην επαύξηση της περιουσίας εναγομένου και πρωτόδικα απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμα, αφού προηγουμένως είχαν κριθεί νόμιμα, η ίδια δεν είχε προσβάλει, με την έφεσή της, την παραδοχή αυτή, και συνεπώς δεν μεταβιβάσθηκε το νομικά βάσιμο αυτών στην κατ' έφεση δίκη. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, αβάσιμος, διότι, εφόσον η αναιρεσείουσα, με σχετικούς λόγους της έφεσής της, παραπονείτο για την κατ' ουσίαν απόρριψη από την εκκαλουμένη των ανωτέρω δύο περιουσιακών στοιχείων στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, το Εφετείο είχε την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το νόμιμο της αγωγής (λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης - άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ),ως προς τα ανωτέρω δύο περιουσιακά στοιχεία. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους κατωτέρω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού..., όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθ. 529 παρ. 1α' Κ.Πολ.Δ)..., τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων- στα οποία μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνονται... οι ληφθείσες εξ αφορμής άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων δεν απαιτείται ειδικότερη μνεία τους..., χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη η προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 29-5-2015 "βεβαίωση" του Π. Χ., διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μαρτυρία τρίτου που δόθηκε κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων (αρ. 421 επ. Κ.Πολ.Δ) προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη (χωρίς να έχει δοθεί ενώπιον κάποιας προβλεπομένης από το νόμο αρχής και χωρίς την επίκληση ή την τήρηση εμπρόθεσμης γνωστοποιήσεως στην ενάγουσα)..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι οι οποίοι έχουν και οι δύο την Κυπριακή ιθαγένεια, τέλεσαν σε ηλικία 24 ετών η ενάγουσα και 32 ετών ο εναγόμενος, στην ..., στις 9-1-1994, νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο τέκνα, τον Α. και τη Χ., τα οποία γεννήθηκαν στις 24-6-1994 και 14-3-1996 αντίστοιχα. Μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι διέμειναν αρχικά μέχρι τον Απρίλιο του ίδιου έτους σε διαμέρισμα επί της ... στο ..., κυριότητας της αδελφής του εναγομένου Ι. Δ. Μ. και ακολούθως από τον Απρίλιο του ίδιου έτους εγκαταστάθηκαν έως και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2000 (οπότε μετοίκησαν σε άλλη μισθωμένη κατοικία στη ...), σε ιδιόκτητο διαμέρισμα κυριότητας της ενάγουσας (που αγοράσθηκε ενόψει του γάμου τους με χρήματα του πατέρα της), επιφανείας 109,22 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στον πρώτο επάνω από την πυλωτή όροφο πολυκατοικίας ανεγερθείσας επί της ... στην περιοχή των .... Όμως ο γάμος τους δεν εξελίχθηκε ομαλά. Η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε οριστικά στις 5-9-2000, οπότε ο εναγόμενος ανακάλυψε εξωσυζυγική σχέση της ενάγουσας, που οδήγησε στην απομάκρυνσή της από τη συζυγική εστία, εν τέλει δε ο γάμος τους λύθηκε με την 8036/2005 απόφαση του Εφετείου ..., η οποία...κατέστη αμετάκλητη στις 12-10-2006, χωρίς όμως να εκλείψουν οι έντονες αντιπαραθέσεις και οι συνεχείς επί 18 περίπου έτη, δικαστικές τους διαμάχες... σημειώνεται ότι με την 7697/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ανατέθηκε τελεσίδικα στον εναγόμενο, μετά του οποίου ήδη από της ανωτέρω οριστικής διαστάσεως των γονέων τους συνεχώς διαμένουν (με εξαίρεση χρονικό διάστημα δέκα τεσσάρων (14) περίπου μηνών από την εκτέλεση της εκδοθείσας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 1737/20-2-2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλειά τους στην ενάγουσα έως τον Ιούνιο του έτους 2002), αρνούμενα έκτοτε να επικοινωνήσουν με τη μητέρα τους, η οποία έχει εν τω μεταξύ τελέσει δεύτερο γάμο στην Κύπρο, όπου και διαμένει, από τον οποίο... έχει αποκτήσει άλλα δύο τέκνα. Ο εναγόμενος, ο οποίος από το έτος 1985 απασχολείτο επιχειρηματικά με την χονδρική και λιανική εμπορία ειδών αργυροχρυσοχοΐας, αρχικά κατά τα έτη 1985 έως 1988 μέσω καταστήματος (κοσμηματοπωλείου) που λειτουργούσε επί της ... στην ... (περιοχή πλατείας Συντάγματος) και ακολούθως μέσω της διατηρήσεως κατά τα έτη 1989 έως 1994 καταστημάτων "DutyFree" σε πλοία και κρουαζιερόπλοια διαφόρων εφοπλιστών, κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου των διαδίκων διατηρούσε επιχείρηση (εμπορίας ειδών αργυροχρυσοχοΐας), εγκατασταθείσα από το έτος 1988 σε κατάστημα επί της ... στην περιοχή του ... του ομώνυμου δήμου του ν. Αττικής, η οποία συνέχισε τη λειτουργία της και κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι την αμετάκλητη λύση τούτου. Δεν αποδείχθηκε όμως η επικαλούμενη από την ενάγουσα αύξηση της εμπορικής αξίας της κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ούτε ότι η αρχική αξία της εν λόγω ατομικής επιχειρήσεως (συμπεριλαμβανομένων της εμπορικής αξίας των εμπορευμάτων, της φήμης και της πελατείας) κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου των διαδίκων ανερχόταν σε 29.700,00 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει τον τρόπο υπολογισμού στο ως άνω ποσό της εμπορικής αξίας της εν λόγω επιχειρήσεως, ούτε ότι υπήρξε αύξηση αυτής κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και προσδιορισμός της στο ποσόν των 268.225,00 ευρώ. Το έτος 1995 ο εναγόμενος ίδρυσε και άλλη ατομική επιχείρηση-κατάστημα εμπορίας ειδών αργυροχρυσοχοΐας επί της ... στο ... Ν. Αττικής, πλησίον της ήδη προαναφερθείσας και υφισταμένης από το έτος 1988 ομοειδούς επί της ίδιας οδού... ο εναγόμενος εκθέτει ότι για τον "αέρα" και τη διαμόρφωση του εν λόγω καταστήματος... κατέβαλε ποσό 65.000,00 ευρώ, το οποίο, κατά τους αόριστους και αναπόδεικτους ισχυρισμούς του, προήλθε από κληρονομιά της αποβιωσάσης αιφνιδίως συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος το έτος 1992 μητέρας του, ενώ η ενάγουσα εκθέτει ότι η αξία των εμπορευμάτων που υπήρχαν εντός αυτού κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε της αντίστοιχης κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ενόψει του μικρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ των ανωτέρω σημείων, ανερχόταν σε 35.500,00 ευρώ χωρίς να προσκομίζονται, εκατέρωθεν, περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία περί της αξίας της εν λόγω επιχειρήσεως κατά τους άνω χρόνους...Ενόψει των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη όσα προεκτέθηκαν, τη θέση του εν λόγω μισθωμένου καταστήματος, την επιφάνεια τούτου (περίπου 40 τ.μ), την επί σειρά 11 ετών λειτουργία του στην ίδια θέση μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ειδικά την αξία εκάστου των περιγραφομένων στην αγωγή εμπορευμάτων ούτε την κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ανερχομένη σε 35.500,00 ευρώ συνολική τους αξία, ούτε ότι αυτά υπήρχαν εντός αυτού κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η εμπορική αξία της εν λόγω επιχειρήσεως του εναγομένου (συμπεριλαμβανομένης της φήμης και της πελατείας), που ουσιαστικά συνιστά επέκταση της ήδη προϋπάρχουσας επί της ...... δεν υπολείπονταν τόσο κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων όσο και κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής του ποσού των 70.000,00 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, στις 5-9-2000 και εν μέσω των ήδη αρξαμένων συνεχών δικαστικών αντιδικιών των διαδίκων - που είχαν σχέση, άλλοτε με το διαζύγιο των διαδίκων, άλλοτε με την ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων τους, άλλοτε με την άρνηση επικοινωνίας αυτών με την ενάγουσα..., άλλοτε με τις ατομικές διατροφικές αξιώσεις της ενάγουσας, άλλοτε με αβάσιμες...αξιώσεις της τελευταίας προερχόμενες από επικαλούμενη υπεξαίρεση χρηματικών ποσών προερχομένων από την έκδοση τεσσάρων τραπεζικών επιταγών του πατέρα της, άλλοτε με εκατέρωθεν αξιώσεις προερχόμενες από αδικοπρακτική συμπεριφορά των διαδίκων και των μαρτύρων που κατά καιρούς εξετάζονταν ενώπιον των δικαστηρίων, στα πλαίσια της σφοδρής αντιδικίας τους..., άλλοτε με τις (τελεσιδίκως απορριφθείσες) προσπάθειες ανατροπής της μεταβιβάσεως από την ενάγουσα στον εναγόμενο της επικαρπίας του ως άνω διαμερίσματος, επί της ... στην περιοχή των ......- ο εναγόμενος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 7693/4-4-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Αικατερίνης Λάβδα Μπόμπου, απέκτησε, με αγορά, την κυριότητα ενός οικοπέδου επιφανείας 205,94 τ.μ που βρίσκεται στην περιοχή "..." ... του ομώνυμου δήμου Ν. Αττικής... Η αντικειμενική αξία τούτου είχε ορισθεί στο ποσόν των 44.260,62 ευρώ, πλην όμως η αντίστοιχη εμπορική και το πραγματικά καταβληθέν τίμημα για την αγορά του δεν υπολείπονταν του ποσού των 100.000,00 ευρώ. Για την εν λόγω αγορά ο εναγόμενος έλαβε στις 21-4-2003 δάνειο από την Τράπεζα "EFG Eurobank Ergasias Α.Ε" ύψους 160.000,00 ευρώ, με το οποίο κατέβαλε το ανωτέρω τίμημα και τα συνοδεύοντα την ως άνω αγορά έξοδα ... καθώς και το φόρο μεταβιβάσεως, Στη συνέχεια, αφού εκδόθηκε στις 11-1-2016 η απαιτούμενη οικοδομική άδεια και καταρτίσθηκε η νομίμως μεταγραφείσα ... πράξη συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών επί της ως άνω οικοδομής, ο εναγόμενος άρχισε να ανεγείρει επί του ανωτέρω οικοπέδου διώροφη οικοδομή με πυλωτή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο επάνω από το ισόγειο ορόφους. Ειδικότερα, άρχισε έκτοτε η κατασκευή α) στον υπόγειο όροφο, πέντε αποθηκών...επιφανείας 22,80, 17,59, 22,60, 15,00 και 9,00 τ.μ, αντίστοιχα, β) στο ισόγειο όροφο, καταστήματος επιφανείας 23,70 τ.μ στο οποίο περιήλθε η αποκλειστική χρήση τμήματος της πυλωτής και αποτέλεσε ενιαία ιδιοκτησία με την υπό στοιχ. Απ - 1 αποθήκη και γ) στους πρώτο και δεύτερο επάνω από το ισόγειο ορόφους, μίας μεζονέτας συνολικής επιφανείας 141,40 τ.μ (εκ των οποίων 82,65 τ.μ στον πρώτο όροφο και 58,75 στον δεύτερο) στην οποία περιήλθε και η αποκλειστική χρήση του υπόλοιπου τμήματος της πυλωτής. Κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, ...αλλά και ενόψει του μικρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ της ενάρξεως των οικοδομικών εργασιών(μετά την έκδοση της ανωτέρω οικοδομικής αδείας) και της 12-10-2006, είχε αποπερατωθεί μόνον ο φέρων οργανισμός (σκελετός)του εν λόγω κτιρίου. Η εμπορική αξία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, οι οποίες δεν διαφοροποιήθηκαν ενόψει και του μικρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ανερχόταν στα ποσά α) των 155.154,00 ευρώ για τη μεζονέτα του πρώτου και δεύτερου ορόφου, β) των 32.942,00 ευρώ για το κατάστημα του ισογείου, γ) των 3.560.00 ευρώ για την υπό στοιχ. Απ - 1 αποθήκη, δ) των 2.730,00 ευρώ για την υπό στοιχ. Απ - 2 αποθήκη, ε) των 3.526,00 ευρώ για την υπό στοιχ. Απ - 3 αποθήκη, στ) των 2.340,00 ευρώ για την υπό στοιχ. Απ - 4 αποθήκη και ζ) των 1.404,00 ευρώ για την υπό στοιχ. Απ-5 αποθήκη...Ήτοι, η συνολική εμπορική αξία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών ανέρχονταν, κατά τον ανωτέρω χρόνο όσο και κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, στο ποσόν των 201.654,00 ευρώ. Επομένως αποδεικνύεται ότι η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων κατά το ποσόν των 271.654,00 ευρώ (201.654,00 + 70.000,00), το οποίο αντιπροσωπεύει και την αξία της τελικής περιουσίας του. Η ανέγερση της ανωτέρω οικοδομής χρηματοδοτήθηκε από τρία στεγαστικά δάνεια, τα οποία ο εναγόμενος έλαβε από την Τράπεζα "Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε" κατόπιν καταρτίσεως αντιστοίχων συμβάσεων στις 10-3-2006, 2-5-2007 και 21-3-2007 ποσών 450.000,00, 100.000,00 και 100.000,00 ευρώ με συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής τους τα 30 έτη και συνολικού ύψους650.000,00 ευρώ, με τα οποία αφενός εξόφλησε το ληφθέν από την Τράπεζα "EFG Eurobank Ergasias Α.Ε" δάνειο και αφετέρου ολοκλήρωσε εντός του έτους 2008 την ανέγερση της ανωτέρω οικοδομής. Από το ως άνω έτος ο εναγόμενος χρησιμοποιεί την ανεγερθείσα μεζονέτα ως κατοικία του ιδίου και των δύο τέκνων του, ενώ στο ισόγειο της οικοδομής άρχισε, επίσης από το ως άνω έτος, να λειτουργεί και άλλο κατάστημα εμπορίας ειδών αργυροχρυσοχοΐας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί λειτουργίας επιχειρήσεως στο ισόγειο της εν λόγω οικοδομής κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων και συνακόλουθα περί συνυπολογισμού της εμπορικής αξίας αυτής στα αποκτήματα του εναγομένου. Μετά τη λήψη των ανωτέρω δανείων και την πάροδο της περιόδου χάριτος του πρώτου εξ αυτών, ο εναγόμενος ανέλαβε την τμηματική εξόφληση των ανωτέρω δανείων με μηνιαίες καταβολές την οποία συνέχιζε μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης εφέσεως, από εισοδήματα των επιχειρήσεων του, βοηθούμενος επιπλέον προς τούτο και από τους συγγενείς του, εφοπλιστές Λ. και Π. Χ., θείο (αδελφό της αποβιωσάσης σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα το έτος 1992 μητέρας του) και εξάδελφο του αντίστοιχα, δια της αποστολής από 2-7-2007 έως 7-10-2013 τραπεζικών εμβασμάτων συνολικού ύψους 298.079,00 ευρώ και 139.988 δολαρίων Η.Π.Α. Εκ των ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι ουδεμία συμβολή της ενάγουσας με την παροχή κεφαλαίων προς τον εναγόμενο για την απόκτηση της κυριότητας του ανωτέρω οικοπέδου και την ανέγερση επ' αυτού των προαναφερθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών υπήρξε, ενόψει όσων κατά τα προεκτεθέντα αποδείχθηκαν αναφορικά με τον τρόπο της χρηματοδοτήσεως του, αλλά και του αναμφισβήτητου γεγονότος ότι από τις 5-9-2000 οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση και συνεχείς δικαστικές αντιδικίες, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει κατ' αρχήν λόγος για συνεισφορά της ενάγουσας (είτε με την παροχή υπηρεσιών είτε με την παροχή κεφαλαίων) στην απόκτηση αυτών. Η ενάγουσα, βέβαια, επικαλείται συμβολή στην απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου με την παροχή κεφαλαίων ύψους α) 3.075.740 δραχμών δια των αναφερομένων στην αγωγή πέντε (5) τραπεζικών επιταγών εκδόσεως του πατέρα της, τις οποίες εισέπραξε ο εναγόμενος και χρησιμοποίησε για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και β) 49.500,00 ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς της, ο εναγόμενος εισέπραξε επί 74 μήνες από την εκμίσθωση σε τρίτους έναντι μηνιαίου μισθώματος 650,00 ευρώ του δωρηθέντος από την ίδια, κατ' επικαρπία, σ' αυτόν, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... της συμβολαιογράφου ..., διαμερίσματος επιφανείας 109,22 τ.μ που βρίσκεται στον πρώτο επάνω από την πυλωτή όροφο πολυκατοικίας, ανεγερθείσας επί της ... στην περιοχή των .... Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, με την 4.954/2004 απόφαση του Εφετείου ... κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου (επί αγωγής που ασκήθηκε με το ανωτέρω ουσιαστικό περιεχόμενο κατά του εναγομένου) ότι αυτός δεν υφαίρεσε το ποσόν των 2.000.000 δραχμών που ενσωμάτωναν οι τέσσερις πρώτες από τις επικαλούμενες από την ενάγουσα τραπεζικές επιταγές "της Λαϊκής Τράπεζας Α.Ε", με αριθμούς 1625, 1626,1627,1628, ποσού εκάστης 500.000 δραχμών και συνολικού ύψους 2.000.000 δραχμών, εκδόσεως στις 23-2-1998 του πατέρα της, ούτε διέθεσε μέρος του εισπραχθέντος από αυτές για την κάλυψη ιδίων αναγκών (επιχειρηματικών ή άλλων), αλλά αντιθέτως, ότι το προϊόν του εισπραχθέντος από αυτές ποσού κατατέθηκε αρχικά σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων στην τράπεζα "Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε" και ακολούθως μέρος αυτού ύψους 500.000 δραχμών διατέθηκε από την ίδια για την αγορά προσωπικών ειδών της, ενώ το υπόλοιπο ποσό, ύψους 1.500.000 δραχμών, διατέθηκε για την αγορά επίπλων της ως άνω οικίας των διαδίκων στα ... χωρίς να προκύψει οιαδήποτε διάθεση του υπολοίπου από τον εναγόμενο για οποιοδήποτε σκοπό ή αποταμίευση τούτου αποκλειστικά από τον ίδιο για να χρησιμοποιηθεί στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και πολύ περισσότερο για την απόκτηση των ως άνω αποκτηθέντων κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων περιουσιακών του στοιχείων, επί πλέον δε, με την 17819/2004 αμετάκλητη απόφαση του Γ Τριμελούς Πλημ/κείου ... ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος των αποδιδόμενων σε βάρος του πράξεων της υφαιρέσεως, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως των άνω επιταγών και της παραβιάσεως του απορρήτου των επιστολών, για τις οποίες καταμηνύθηκε από την ενάγουσα και τον πατέρα της, οι οποίοι ακολούθως, μάλιστα, με τις 1671/2006 και 5563/2010 αποφάσεις του Εφετείου ... υποχρεώθηκαν κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής του εναγομένου να του καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αδικοπρακτικές συμπεριφορές των τελευταίων ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων που προσέβαλαν την προσωπικότητα του. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εισέπραξε την 16532 εκδοθείσα ομοίως από τον πατέρα της στις 25-2-1998 τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω τράπεζας ποσού 1.075.740 δραχμών και συνακόλουθα ότι διέθεσε τούτο για την κάλυψη ιδίων αναγκών ή την χρηματοδότηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, όπως η ενάγουσα για πρώτη φορά ισχυρίζεται, μετά πάροδο 10 ετών, με την ένδικη αγωγή της, ούτε σε κάθε περίπτωση ότι το ποσό αυτό συνέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην απόκτηση των υφισταμένων κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, ως άνω, περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου. Εξάλλου, η εκμίσθωση του διαμερίσματος επί της ... στην περιοχή των ... και η είσπραξη των αντιστοίχων μισθωμάτων από το μισθωτή τους έγιναν από τον εναγόμενο εξ ιδίου δικαιώματος και ειδικότερα δυνάμει του δικαιώματος επικαρπίας που του μεταβίβασε η ενάγουσα με το προαναφερθέν συμβόλαιο, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος περί παροχής εκ μέρους της τελευταίας κεφαλαίων. Σημειώνεται δε ότι αλλεπάλληλες (δύο) αγωγές της ενάγουσας με διαφορετική κάθε φορά νομική βάση σκόπευαν κατ' ουσίαν στην επαναμεταβίβαση του δικαιώματος της επικαρπίας επί του ως άνω διαμερίσματος από τον εναγόμενο, απορρίφθηκαν τελεσίδικα με αντίστοιχες αποφάσεις των δικαστηρίων...Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου της (σε ηλικία 24 ετών) δεν είχε κάποια εργασιακή εμπειρία έχοντας μόλις περατώσει σπουδές στα τουριστικά επαγγέλματα, ουδέποτε εργάσθηκε κατά τη διάρκεια του γάμο των διαδίκων και μέχρι την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως (στις 5-9-2000), συνακόλουθα δε, δεν προσέφερε τις επικαλούμενες με την ένδικη αγωγή της υπηρεσίες στις επιχειρήσεις του συζύγου της. Οι παρουσίες της στο κατάστημα αργυροχρυσοχοΐας του τελευταίου επί της οδού ... στο ... - το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λειτούργησε από το έτος 1995 ουσιαστικά στα πλαίσια της επεκτάσεως του ήδη υφισταμένου κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου των διαδίκων καταστήματος επί της ... - ήσαν περιστασιακές και γίνονταν στα συνήθη πλαίσια επισκέψεως του ενός συζύγου στην εργασία του άλλου.... Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε επίσης, ότι ούτε προσωπικές υπηρεσίες για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, την φροντίδα της οικογενειακής στέγης και των μελών της οικογενείας της, αλλά και την ανατροφή των τέκνων της, υπερβαίνουσες μάλιστα το επιβαλλόμενο από το νόμο μέτρο, ώστε να δικαιολογηθεί σχετική συνεισφορά την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, προσέφερε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως. Αποδείχθηκε ειδικότερα, ότι μετά την εγκατάσταση των διαδίκων στο προαναφερθέν διαμέρισμα επί της ..., στην περιοχή των Β..., που αποτέλεσε και τη συζυγική στέγη, οι διάδικοι για τις οικιακές εργασίες (καθαριότητα, πλύσιμο, σιδέρωμα, μαγείρεμα κ.λ.π)απασχολούσαν συνεχώς εσωτερικές οικιακές βοηθούς, μεταξύ των οποίων, οι Μολδαβικής υπηκοότητας Σ. Μ., Ζ. Τ. και Λ. Γ....Έτσι, οι υπηρεσίες που εκ των πραγμάτων παρείχε η ενάγουσα για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ήτοι η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τoυς, συνίστατο στην εποπτεία και διεύθυνση των απασχολουμένων κατά καιρούς εντός της οικίας της οικιακών βοηθών και στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των ανήλικων τέκνων της, στις οποίες όμως δεν ανταποκρίνονταν επαρκώς, καθόσον από τις ληφθείσες εξ αφορμής άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων, ... ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω οικιακών βοηθών (Σ. Μ., Ζ. Τ. και Λ. Γ., αντίστοιχα) ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μαρίας Σταμολέκα, οι οποίες απασχολήθηκαν στην οικία των διαδίκων διαδοχικά από το έτος 1996, και ως εκ τούτου είχαν άμεση γνώση της προσφοράς της ενάγουσας στους ως άνω τομείς (αφενός εποπτείας και διεύθυνσης του οίκου και αφετέρου φροντίδας των τέκνων), προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε αναθέσει εκτός των ανωτέρω οικιακών εργασιών και τουλάχιστον σημαντικό μέρος της φροντίδας και επιβλέψεως των ανηλίκων τέκνων της στις ανωτέρω οικιακές βοηθούς, παρότι, ως μη εργαζόμενη εκτός της συζυγικής στέγης, είχε το χρόνο και τη δυνατότητα να φροντίζει αποκλειστικά η ίδια τα τέκνα της, κρίση η οποία ενισχύεται ακόμη περισσότερο α) από το περιεχόμενο ... ενόρκων βεβαιώσεων του Ε. Τ. και των ... ενόρκων βεβαιώσεων του Ν. Π. ενώπιον των Ειρηνοδικών ... η πρώτη και τρίτη και ... οι λοιπές, προσώπων που ανήκαν στο φιλικό περιβάλλον της οικογενείας των διαδίκων, στις οποίες οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντες καταθέτουν ότι είχαν διαπιστώσει, ότι η ενάγουσα δεν επεδείκνυε το οφειλόμενο εκ της μητρικής ιδιότητας της ενδιαφέρον για την φροντίδα των τέκνων της, όπως άλλωστε υποστηρίζουν με αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις και πρόσωπα από το συγγενικό περιβάλλον του εναγομένου (βλ. αντίστοιχα τις ... ένορκες βεβαιώσεις των 1, γαμβρού του, Μ. Μ. αδελφής του, Α.. Μ., πατέρα του, ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μαρίας Σταμολέκα, οι δύο πρώτες, του Ειρηνοδίκη ... η τρίτη και του διευθύνοντος το Προξενικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδος στην Κύπρο, η τελευταία), β) ...γ) από το γεγονός ότι από 22-10-1998 διαγνώσθηκε ότι η ενάγουσα αντιμετώπιζε ορισμένα ψυχολογικής φύσεως προβλήματα και ειδικότερα αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή, ψυχοκινητική ανησυχία και φοβικές εκδηλώσεις, τεθείσα υπό φαρμακευτική αγωγή (βλ. τις από 6-11-2000 και από 18-12-2003 ιατρικές γνωματεύσεις του Ψ. Θ. Α.) - που επιτάθηκαν αργότερα, το έτος 2002 - τα οποία δεν ήσαν άσχετα με την ως άνω συμπεριφορά της. Με δεδομένο δε ότι από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 232/1991, η οποία καθιερώνει και στο δίκαιο της δημοκρατίας της Κύπρου την αμοιβαία υποχρέωση διατροφής μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση για κοινή συμβολή στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, ανάλογα με τις δυνάμεις τους και με κάθε μέσο (εισοδήματα, προσωπική εργασία, περιουσία), η παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών της ενάγουσας θα συνιστούσε συνεισφορά, κατά την έννοια του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου μόνο και στην περίπτωση (και κατά το μέτρο) που αυτές δεν επιβάλλονταν από την ως άνω υποχρέωση για κοινή συμβολή στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, πράγμα όμως που αποδείχθηκε ότι δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι προσφερθείσες από αυτήν υπηρεσίες για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο από το νόμο μέτρο. Συνακόλουθα, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την ενάγουσα ..., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα υπέβαλε παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με τις προτάσεις της (αρ. 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), αίτημα επιδείξεως από τον εναγόμενο των φορολογικών δηλώσεών του "από το έτος 2000 και μετά" προκειμένου να αποδειχθεί ότι μετά το έτος 2000 δεν είχε κέρδη από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, το οποίο, όμως ικανοποιήθηκε από τον εναγόμενο με την προσκομιδή των αντίστοιχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων της αρμόδιας φορολογικής αρχής, που είχαν εκδοθεί με βάση τις αντίστοιχες φορολογικές του δηλώσεις. Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, από τον Απρίλιο του έτους 1994 έως τον Ιανουάριο ταυ έτους 2000, οπότε οι διάδικοι μετακόμισαν σε άλλη οικία, οι τελευταίοι και συνεπώς και ο εναγόμενος, χρησιμοποίησαν επί 70 συνεχείς μήνες το διαμέρισμα επί της οδού Ε. αρ. 9 στα ... το οποίο ανήκε τότε στην κυριότητα της ενάγουσας, για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών. Έτσι ο τελευταίος απέφυγε να υποβληθεί στην δαπάνη για τη μίσθωση άλλης αντίστοιχης με τα χαρακτηριστικά του ως άνω διαμερίσματος κατοικίας, στην οποία ασφαλώς θα προέβαινε εάν η ενάγουσα δεν παραχωρούσε τη χρήση του εν λόγω διαμερίσματος - συνεισφορά που σημειωτέον διακρίνεται από την αντίστοιχη της παροχής των προσωπικών υπηρεσιών για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών - εξοικονομώντας αντίστοιχο χρηματικό ποσό που διέθεσε για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και ιδίως για την ίδρυση το έτος 1995 και λειτουργία του ανωτέρω καταστήματος του επί της ..., στο ... Αττικής. Για τη μίσθωση αντίστοιχου διαμερίσματος (επιφανείας 109,22 τμ στον πρώτο επάνω από την πυλωτή όροφο πολυκατοικίας στην περιοχή των ... ή σε όμορη αυτής περιοχή), λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του ως άνω διαμερίσματος, της προσφοράς και της ζητήσεως που επικρατούσαν τότε στην κτηματαγορά για την ενοικίαση διαμερισμάτων με τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω διαμερίσματος στην περιοχή των Βριλησσίων και γενικότερα των όμορων προς αυτήν περιοχών, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής, θα απαιτείτο η καταβολή μηνιαίου μισθώματος ύψους 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ), με συνέπεια ο εναγόμενος να αποφύγει την καταβολή για την ως άνω αιτία του αναλογούντος σ' αυτόν μηνιαίου μισθώματος, ήτοι ποσού 220,10 Ευρώ μηνιαίως (που αναλογεί σε ποσοστό 50% τούτου - 440,20 : 2) και συνολικά να αποφύγει κατά το χρονικό διάστημα της χρησιμοποιήσεως του άνω διαμερίσματος την καταβολή ποσού ύψους 15.757,00 ευρώ (225,10 Χ 70) ευρώ, κατά μερική παραδοχή του αντίστοιχου σκέλους της αγωγής της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε εν μέρει την ένσταση του εναγομένου, περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους (στην οποία - δέχθηκε - ότι εμπεριέχεται, κατά λογική αναγκαιότητα, ως έλασσον και η συμβολή της σε μικρότερο από το προβλεπόμενο στο νόμο ποσοστό), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να της καταβάλει το ποσό των 5.757 ευρώ. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες της κοινής πείρας δεχόμενο ότι στην ένσταση του εναγομένου, περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου, εμπεριέχεται, ως έλασσον, και η συμβολή της σε μικρότερο ποσοστό από το προβλεπόμενο νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν χρησιμοποίησε τους κανόνες κοινής πείρας προκειμένου να δεχθεί τα ανωτέρω, αλλά δέχθηκε ότι εμπεριέχεται, κατά λογική αναγκαιότητα, στο μείζον, στην ένσταση του εναγομένου, περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας, ο ισχυρισμός περί συμβολής της σε μικρότερο ποσοστό από το προβλεπόμενο στο νόμο μαχητό τεκμήριο, ως έλασσον. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του ν. 2915/2001). Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (Α.Π.233/2011, Α.Π.1254/2010). Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, το οποίο, κατά την ανωτέρω έννοια, καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (Α.Π. 85/2018, Α.Π.946/2015). Συνεπώς, από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρο 338ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (Α.Π.140/2006) ή ανάλογα παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης. Διότι, αν έχουν προσαχθεί αποδείξεις, αδιάφορα από ποιόν διάδικο (και αυτό ενόψει της περί κοινότητας των αποδεικτικών μέσων διάταξης του άρθρου 346 ΚΠολΔ) και εκτιμηθείσες από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος, για το λόγο αυτόν απορρίφθηκε, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την προβολή της σχετικής αιτίασης (Α.Π.1803/2014, Α.Π.1842/2014, Α.Π.1085/2013). Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (Α.Π.193/2017, Α.Π138/2016, Α.Π. 847/2013). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση απόρριψης του ισχυρισμού επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς για την απόδειξη του αντιθέτου (Α.Π.1092/2021, Α.Π.1640/2014).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθ. 13 του άρθρου 559ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης δεδομένου ότι αυτή ζήτησε, με την αγωγή της, τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου στο τεκμαρτό ποσοστό του 1/3 και όφειλε ο εναγόμενος να αποδείξει την μικρότερη συμμετοχή της. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της συμμετοχής της αναιρεσείουσας - ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας της συζύγου της, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ουδόλως αξίωσε την απόδειξη αυτή από την αναιρεσείουσα, αντιστρέφοντας το βάρος απόδειξης που πράγματι έφερε ο αναιρεσίβλητος. Αντίθετα, από την αξιολόγηση των μνημονευόμενων αποδείξεων που προσκομίστηκαν από αμφότερους τους διαδίκους, σχημάτισε την κρίση του ότι ο εναγόμενος και πριν ακόμη από την τέλεση του γάμου των διαδίκων (το 1994) απασχολείτο επιχειρηματικά με την εμπορία ειδών αργυροχρυσοχοϊας και το έτος 1995 ίδρυσε μία ακόμη επιχείρηση (εμπορίας ειδών αργυροχρυσοχοϊας). Το έτος 2003 ο εναγόμενος αγόρασε το αναφερόμενο οικόπεδο, με δάνειο που έλαβε από την Tράπεζα Eurobank και προέβη στην ανέγερση επ' αυτού διώροφης οικοδομής, με άλλα τρία δάνεια που έλαβε από την Λαϊκή Τράπεζα, εξοφλούσε δε ο ίδιος, τμηματικά τα ως άνω δάνεια, από εισοδήματα από τις ως άνω επιχειρήσεις του (καταστήματα ειδών αργυροχρυσοχοΐας), αλλά και βοηθούμενος επιπλέον από τους συγγενείας του (εφοπλιστές Λ. και Π. Χ.). Ότι ουδεμία υπήρξε συμβολή της ενάγουσας, με την παροχή κεφαλαίων προς τον εναγόμενο, για την απόκτηση του ως άνω οικοπέδου και την ανοικοδόμηση αυτού. Επίσης, ότι η ενάγουσα ουδέποτε εργάσθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και συνακόλουθα δεν προσέφερε τις επικαλούμενες, με την αγωγή της, υπηρεσίες στις επιχειρήσεις του συζύγου της και οι προσφερθείσες από αυτήν υπηρεσίες για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών και την ανατροφή των τέκνων τους δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο από το νόμο μέτρο, ενώ συνεισέφερε το αναφερόμενο ιδιόκτητο διαμέρισμά της για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της οικογένειας για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 1994 έως τον Ιανουάριο του 2000, με συνέπεια να αποφύγει ο εναγόμενος, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, την καταβολή, για την ως άνω αιτία, του αναλογούντος σ' αυτόν μηνιαίου μισθώματος, ποσό κατά το οποίο δέχθηκε το Εφετείο ότι συνέβαλε η ενάγουσα στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον άνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια, καθόσον, από την αξιολόγηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν από αμφότερους τους διαδίκους, που κρίθηκαν επαρκείς, δέχθηκε εν μέρει την ένσταση του εναγομένου, περί μικρότερης από το 1/3 συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας αυτού. Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π.1484/2021, Α.Π.1223/2021). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Α.Π.1864/2017, Α.Π.97/2016, Α.Π.677/2015). Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.87/2013, Α.Π.1304/2012, Α.Π.292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π.576/2018, Α.Π.360/2016, Α.Π.237/2016, Α.Π.1935/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθ.10 του άρθρου 559ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς της ότι η ίδια συνέβαλε στην απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου με την παροχή κεφαλαίων ύψους α) 3.075.740 δραχμών δια των αναφερομένων στην αγωγή πέντε (5) τραπεζικών επιταγών εκδόσεως του πατέρα της, τις οποίες χρησιμοποίησε ο εναγόμενος για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και β) 49.500,00 ευρώ, που ο εναγόμενος εισέπραξε επί 74 μήνες από την εκμίσθωση σε τρίτους έναντι μηνιαίου μισθώματος 650,00 ευρώ του δωρηθέντος από την ίδια, κατ' επικαρπία, σ' αυτόν διαμερίσματος. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την ως άνω πλημμέλεια, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, από την αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων κατέληξε στην κρίση ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό των 3.075.740 δραχμών χρησιμοποιήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον εναγόμενο στην απόκτηση των υφισταμένων, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, περιουσιακών στοιχείων αυτού, η δε είσπραξη από τον τελευταίο των αντιστοίχων μισθωμάτων του ως άνω διαμερίσματος, έγινε δυνάμει του δικαιώματος επικαρπίας που του μεταβίβασε η ενάγουσα. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 16 του Ν.232/1991 της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν έλαβε υπόψη κατά την επιδίκαση του ποσού που η ίδια δικαιούται και την αξία του διαμερίσματος, που η ίδια, κατ' επικαρπία, δώρισε στον εναγόμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν.232/1991, όπως προαναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αγωγής του άρθρου14 του ίδιου νόμου, λαμβάνει υπόψη, κατά την επιδίκαση του ποσού το οποίο τυχόν ο ενάγων σύζυγος δικαιούται και την αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ο εναγόμενος σύζυγος δώρισε κατά τη διάρκεια του γάμου στον ενάγοντα. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια μη εφαρμόζοντας τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, καθόσον από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι υπολογίζεται, κατά την επιδίκαση του ποσού που δικαιούται ο ενάγων σύζυγος και η αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ο εναγόμενος σύζυγος δώρησε κατά τη διάρκεια του γάμου στον ενάγοντα και όχι, όπως εν προκειμένω επικαλείται η αναιρεσείουσα, και η αξία της δωρεάς αυτής -ενάγουσας προς τον εναγόμενο. Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που ελήφθησαν επ' ευκαιρία άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη. (Ολ.Α.Π. 8/2016, Α.Π. 897/2014). Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις (Α.Π. 1471/2014). Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας, της λήψεως υπ' όψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν ή της μη λήψεως υπ' όψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' και γ' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ερευνώμενοι λόγοι στοιχειοθετούνται από την μη λήψη υπ' όψη της ως άνω ένορκης βεβαιώσεως, ενώ η τυχόν συναγωγή από αυτήν δικαστικού τεκμηρίου ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (Α.Π.439 και 438/2018, ΑΠ 913/2014).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι ότι έλαβε υπόψη τις ... ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 421-423 Κ.Πολ.Δ. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλων προηγούμενων δικών μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα και δεν απαιτείτο για να συνεκτιμήσει αυτές μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα να έχουν τηρηθεί γι' αυτές οι τασσόμενες από τα άρθρα 421-423 Κ.Πολ.Δ. διατυπώσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π.695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.20/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, εκ των αριθ.11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ, καταρχήν, δέχεται ότι δεν λαμβάνει υπόψη την από 29-5-2018 βεβαίωση του Π. Χ., διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μαρτυρία τρίτου που δόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 421 επ. Κ.Πολ.Δ, στη συνέχεια, αντιφατικά, την λαμβάνει υπόψη, εφόσον δέχθηκε ότι στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνετέλεσαν τα από 2-7-2007 και 7-10-2013 τραπεζικά εμβάσματα από τους συγγενείς του, εφοπλιστές Λ. και Π. Χ., καθόσον δεν αποδείχθηκε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο η τοιαύτη οικονομική ενίσχυση, λαμβάνοντας έτσι υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και εμπεριέχοντας αντιφατικές αιτιολογίες. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης δεν έλαβε υπόψη την από 29-5-2018 βεβαίωση του Π. Χ., διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μαρτυρία τρίτου που δόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 421 επ. Κ.Πολ.Δ, στη συνέχεια, όμως, δέχθηκε ότι, στην εξόφληση των δανείων που έλαβε από τράπεζες, για την αγορά και ανοικοδόμηση του οικοπέδου του, βοηθήθηκε από τους συγγενείς του, εφοπλιστές, Λ. και Π. Χ., δια της αποστολής εκ μέρους τους των από 2-7-2007 έως 7-10-2013 τραπεζικών εμβασμάτων. Επομένως, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για το κρίσιμο ζήτημα των περιστατικών που συντέλεσαν στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, στην από 29-5-2018 βεβαίωση του Π. Χ., και συνακόλουθα δεν έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, αλλά χωρίς να υπάρχει αντίφαση στις αιτιολογίες της και στηρίζοντας το αποδεικτικό του πόρισμα στα από 2-7-2007 έως 7-10-2013 τραπεζικά εμβάσματα, τα οποία ο εναγόμενος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει δια των 23-5-2018 προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, δέχθηκε ότι βοηθήθηκε στην αύξηση της περιουσίας του από τους ως άνω συγγενείς του, δια των προαναφερομένων εμβασμάτων τους. Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται αιτιολογίας, διότι, ενώ δέχθηκε το αίτημά της περί επιδείξεως από τον εναγόμενο των φορολογικών του δηλώσεων από το έτος 2000 και μετά, κατόπιν δέχθηκε ότι ικανοποιήθηκε το αίτημά της με την προσκομιδή από τον εναγόμενο των αντίστοιχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων, χωρίς, όμως, να αναφέρει ποια εκκαθαριστικά προσκόμισε και αν από αυτά προέκυπταν κέρδη από την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις παραπάνω παρατεθείσες παραδοχές της, δεν στερείται αιτιολογίας και για το σχηματισμό της ως άνω δικαστικής της κρίσης στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τα προσκομισθέντα από τον εναγόμενο αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα της αρμόδιας φορολογικής αρχής, χωρίς να απαιτείται να αναφέρει τι προκύπτει από κάθε έγγραφο. Με τον δέκατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.2 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο διαδικαστικού εγγράφου και συγκεκριμένα της υπ' αριθ. 7697/2007 απόφασης του Εφετείου ..., με την οποία η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ανατέθηκε τελεσίδικα στον εναγόμενο και έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με ποιο τρόπο η εσφαλμένη, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω διαδικαστικού εγγράφου, επηρεάζει ζήτημα και ποιό συγκεκριμένα που έχει μάλιστα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (Α.Π.1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.Α.Π.2/2008, Α.Π.464/2019, Α.Π.763/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου. Συγκεκριμένα ότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ίδια δεν συνέβαλε στα του οίκου τους, λόγω προβλημάτων ψυχολογικής φύσεως στηριζόμενη στις από 6-11-2000 και 18-12-2003 ιατρικές γνωματεύσεις του ψυχιάτρου Θ. Α.. Όμως η δεύτερη από τις ανωτέρω γνωματεύσεις δεν αφορά την ίδια αλλά τον αναιρεσίβλητο και εσφαλμένα δέχθηκε ότι αφορά την ίδια παραμορφώνοντας το περιεχόμενο τους εγγράφου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την από 6-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Θ. Α. προκύπτει ότι "γνωματεύεται ότι η κα Μ. Μ. Μ....προσήλθε στο ιατρείο...στις 22-10-1998 με συμπτωματολογία αγχώδους καταθλιπτικής συνδρομής, ψυχοκινητική ανησυχία και φοβικές εκδηλώσεις, τεθείσα υπό φαρμακευτική αγωγή...". Από την αντιπαραβολή της ιατρικής αυτής γνωμάτευσης με τις παραπάνω παρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, ως προς την από 6-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Θ. Α.. Το Εφετείο εξετίμησε και μάλιστα ορθά το περιεχόμενο της ως άνω ιατρικής γνωμάτευσης στην οποία και μόνο στηρίχθηκε, προκειμένου να συνάγει το συμπέρασμα ότι τα προβλήματα ψυχολογικής φύσης που αντιμετώπιζε η ενάγουσα είναι ακριβώς αυτά όπως περιγράφονται στην από 6-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του ανωτέρω ψυχιάτρου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαΐου 2020 αίτηση της Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3557/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου .... ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ