Αριθμός 227/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΑΝΕΤΑ - ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΪΑ Α.Ε." η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΣΒΕΣΤΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΛΑΤΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασίλειο Αλεξόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Αναγκαστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΧΟΡΤΟΝΟΜΗΣ ΓΡΙΜΠΟΒΟΥ ΑΡΤΑΣ", που εδρεύει στο δ.δ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Πρόεδρο της Ε. Κ., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Ευθύμιο Μαλακάση και Δημήτριο Τσίρκα και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 533/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παραπέμπει για εκδίκαση στο καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Άρτας και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 28/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 29-4-2011 και την από 30-12-2011 συμπληρωματική έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες …/13-9-2012 και …/13-9-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου 'Αρτας …, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6-5-2011, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 13-1-2012 και ακολούθως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-11-2012, επιδόθηκε με θυροκόλληση νομίμως και εμπροθέσμως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων, κατ' άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ, κοινοποιήθηκε δε βεβαίωση αναβολής. Επομένως, αφού η ως άνω πρώτη αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει παρά την απουσία της, να προχωρήσει η συζήτηση κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ, με υπότιτλο κακή χρήση του μισθίου, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση, αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προϋπόθεση του παρεχόμενου στον εκμισθωτή δικαιώματος προς άμεση καταγγελία της μίσθωσης είναι αφενός μεν ότι ο μισθωτής δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο είτε με επιμέλεια, είτε όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της σύμβασης, αφετέρου δε ότι εξακολουθεί στην κακή ή αντισυμβατική χρήση παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή. 'Ετσι, με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του συνετού ανθρώπου και να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενες σε πταίσμα του, σε περίπτωση δε που παραβεί την υποχρέωσή του αυτή, όπως και όταν χρησιμοποιεί το μίσθιο για χρήση που δεν συμφωνήθηκε, ιδρύεται δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση. Εξάλλου, η μίσθωση λατομείου είναι μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος κατά την έννοια του άρθρου 638 του ΑΚ (ΟλΑΠ 488/1982), επ' αυτής δε, κατ' επιταγή των διατάξεων των άρθρων 638 και 620 ΑΚ, εφαρμόζεται αναλόγως και η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 594 του αυτού Κώδικα. Στο άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Εξ άλλου, σε περίπτωση που δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της ουσίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 298/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Αρτας, που δίκασε ως Εφετείο επί της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 110/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου 'Αρτας, που είχε απορρίψει την από 13.6.2005 αγωγή του ενάγοντος για απόδοση μισθίων ακινήτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης καταρτίστηκαν οι παρακάτω έγγραφες συμβάσεις μισθώσεως: α) η υπ' αριθμ. …/6.1.1999 σύμβαση μισθώσεως ενώπιον του συμβολαιογράφου Άρτας Αλέξανδρου Παπαδήμα, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία ο ενάγων εκμίσθωσε στην πρώτη εναγομένη μια ιδιωτική δασική έκταση, συνολικού εμβαδού 48.705 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Γριμπόβου του Δήμου Βλαχέρνας Ν. Άρτας, στη θέση "Κρεμάσματα-Παρρές" μιας μείζονος περιοχής με την ονομασία "Μούρες", αποτελεί διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμ. 137Β' αγροτεμαχίου του αγροκτήματος Γριμπόβου και συνορεύει ολόγυρα με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος στις πλευρές Α-Β μήκους 176,60 μ, Β-Γ μήκους 321,50 μ., Γ-Δ μήκους 128,20 μ και Δ-Α μήκους 332,60 μ., όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Οκτώβριο του 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Π. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για είκοσι (20) έτη και ειδικότερα από 6-1-1999 έως 6-1-2019 και το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε σε 1.200.000 δρχ. για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος με βάση τον τιμάριθμο του κόστους ζωής και ανερχόμενο σήμερα στο ποσό των 4.376 ευρώ. β) Η υπ' αριθμ. …/19-1-2000 σύμβαση μίσθωσης ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Άρτας, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία ο ενάγων εκμίσθωσε στην ίδια εναγομένη μια ιδιωτική δασική έκταση, συνολικού εμβαδού 27.718,25 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια ως άνω κτηματική περιφέρεια και θέση, αποτελεί διαιρετό τμήμα του ίδιου ως άνω αγροτεμαχίου του αγροκτήματος Γριμπόβου και συνορεύει ολόγυρα με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος στις πλευρές Α3-Α5 μήκους 57 μ., Α5-Α6 μήκους 57,81 μ., Α6-Α7 μήκους 110,89 μ., Α7-Α8 μήκους 92,13 μ., Α8-Α9 μήκους 103,47 μ και Α9-Α4 μήκους 122 μ και με την πιο πάνω μισθωθείσα έκταση του ίδιου στην πλευρά Α4-Α3 μήκους 128,22 μ. όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Α3-Α5-Α6-Α7-Α8-Α9-Α4-Α3 στο από Δεκέμβριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου μηχανικού. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για είκοσι (20) έτη και ειδικότερα από 19-1-2000 έως 19-1-2020 και το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε σε 100.000 δρχ., πλέον τέλος χαρτοσήμου, για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Επίσης, με το υπ' αριθμ. …/18-2-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Άρτας Ευφροσύνης Μαργώνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο ενάγων εκμίσθωσε στη δεύτερη εναγομένη ιδιωτική δασική έκταση, συνολικού εμβαδού 41.931,90 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια ως άνω κτηματική περιφέρεια και θέση, αποτελεί διαιρετό τμήμα του ίδιου ως άνω αγροτεμαχίου του αγροκτήματος Γριμπόβου και συνορεύει ολόγυρα με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος στις πλευρές Α1-Α2 μήκους 176,61 μ, Α2-Α6 μήκους 402,28 μ και Α6-Α15 μήκους 356,33 μ, με ιδιωτική έκταση στις πλευρές Α15-Α14 μήκους 25,22 μ, Α14-Α3 μήκους 300 μ, Α13-Α12 μήκους 35 μ., Α12-Α16 μήκους 356,33 μ και με άλλη ιδιοκτησία του ενάγοντος στις πλευρές Α16-Α4 μήκους 34,89 μ και Α4-Α1 μήκους 332,62 μ., όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία Α1-Α2-Α6-Α15-Α14-Α13-Α12-Α16-Α4-Α1 στο από Ιανουάριο του 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου μηχανικού. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για είκοσι (20) έτη και ειδικότερα από 18-2-2002 έως 18-2-2022 και το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε σε 2.934,70 ευρώ για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, σε 3.521,64 ευρώ για το τρίτο και σε 3.815,11 ευρώ για το τέταρτο, αναπροσαρμοζόμενο για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος με βάση τον τιμάριθμο του κόστους ζωής και ανερχόμενο σήμερα στο ποσό των 3.830 ευρώ. Οι ανωτέρω εκτάσεις, που εκμισθώθηκαν, αποτελούν συνεχόμενη και ενιαία έκταση μιας μείζονος έκτασης εμβαδού σήμερα 1.592,126 στρεμμάτων, που αποτελεί το 137Β αγροτεμάχιο του αγροκτήματος Γριμπόβου και ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος αναγκαστικού συνεταιρισμού. Με τον 14ο όρο των ανωτέρω πρώτης και τρίτης των συμβάσεων συμφωνήθηκε ότι οι εν λόγω μισθώσεις έγιναν προκειμένου οι μισθώτριες εταιρίες (εναγόμενες) λειτουργήσουν στις μισθωμένες εκτάσεις λατομείο για την εξόρυξη και επεξεργασία αδρανών υλικών, με τα ανάλογα μηχανήματα, για την τροφοδότηση συγκροτήματος παραγωγής ασβεστίου-ασβεστοπολτού των μισθωτριών εταιριών. Επίσης, με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε ότι τα πλεονάζοντα και αδρανή υλικά που θα προέρχονται από την κυρίως εκμετάλλευση του λατομείου, θα μπορούν να διατίθενται στην αγορά από τις μισθώτριες εταιρίες και σε όφελός τους, χωρίς περαιτέρω επιτόπια επεξεργασία. Η δε δεύτερη μίσθωση έγινε προκειμένου η μισθώτρια εταιρία (πρώτη εναγομένη) δημιουργήσει και λειτουργήσει στη μισθωθείσα έκταση δρόμους-προσπέλασης, χώρους (αυλές) εγκατάστασης μηχανημάτων και χώρους εναπόθεσης υλικών για την εξυπηρέτηση του παρακείμενου λατομείου αδρανών υλικών της εταιρίας αυτής. Οι εναγόμενες εταιρίες μετά την κατάρτιση των ανωτέρω μισθώσεων εγκαταστάθηκαν στα μίσθια ακίνητα, προκειμένου να προβούν στην από κοινού χρήση αυτών, δεδομένου ότι η πρώτη συμμετείχε ως μέτοχος στη δεύτερη, στην οποία είχε εισφέρει τα μισθωτικά της δικαιώματα. Η περιοχή στην οποία βρισκόταν η ανωτέρω ενιαία μίσθια έκταση δεν είχε χαρακτηρισθεί ως λατομική και για το λόγο αυτό με την υπ' αριθμ. πρωτ. 284/28-5-1999 απόφαση του Νομάρχη Άρτας επιτράπηκε στην πρώτη εναγομένη η εκμετάλλευση λατομείου αδρανών υλικών για την παραγωγή ασβέστου, κατ' εξαίρεση έξω από τις λατομικές περιοχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν 1428/1984, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 2115/1993. Ακόμη με την υπ' αριθμ. πρωτ. 826/24-4-2000 απόφαση του Νομάρχη Άρτας εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την εγκατάσταση στη μίσθια έκταση σπαστηροτριβείου για την παραγωγή ασβεστόπετρας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2002 οι εναγόμενες εγκατέστησαν στη μίσθια έκταση σπαστηροτριβείο προκειμένου να προβαίνουν όχι μόνο στην παραγωγή ασβεστόπετρας για την τροφοδοσία της επιχείρησης ασβέστου που διέθεταν, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά για την περαιτέρω επεξεργασία των αδρανών υλικών που πλεόναζαν μετά την αφαίρεση της ασβεστόπετρας και ειδικότερα για την παραγωγή ψηφίδας 3Α, χαλικιού, άμμου κ.λ.π., με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους στην αγορά, κατά παράβαση του ως άνω συμφωνηθέντος όρου. Για την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε με την από 31-10-2002 εξώδικη πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στη δεύτερη εναγομένη στις 7-11-2002 (βλ. την υπ' αριθμ. …/7-11-2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο …), με την οποία ζητούσε να απομακρύνουν το ως άνω μηχάνημα και να απέχουν στο μέλλον από κάθε παραγωγή τέτοιων υλικών που δεν προορίζονται για την παραγωγή ασβέστου. Οι εναγόμενες απέσυραν το ως άνω μηχάνημα και στη συνέχεια στα μέσα Μαρτίου του 2005 περίπου προχώρησαν στην εκ νέου εγκατάσταση σπαστηροτριβείου για την περαιτέρω επεξεργασία των πλεοναζόντων αδρανών υλικών, με αποτέλεσμα και πάλι ο ενάγων να διαμαρτυρηθεί με την από 21-3-2005 εξώδικη πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στην ίδια εναγόμενη στις 22-3-2005 (βλ. την υπ' αριθμ. …/22-3-2005 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή), η οποία είχε το ίδιο ως άνω αίτημα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. Τ.Β. 425/5-5-2004 απόφαση του Νομάρχη Άρτας χορηγήθηκε στη δεύτερη εναγομένη άδεια εκμετάλλευσης λατομείου αδρανών υλικών στη μίσθια περιοχή, ενόψει του ότι αυτή με την υπ' αριθμ. πρωτ. Τ.Β. 1/3-1-2002 απόφαση του ίδιου είχε καθοριστεί ως λατομική, ενώ με την υπ' αριθμ. πρωτ. Τ.Β. 1344ΠΣ/24-3-2005 απόφαση του ιδίου χορηγήθηκε σ' αυτή (δεύτερη εναγομένη) και άδεια λειτουργίας αορίστου διαρκείας συγκροτήματος επεξεργασίας λατομικών προϊόντων. Από το Μάρτιο του 2005 οι εναγόμενες εγκατέστησαν στη μίσθια έκταση μηχανολογικό εξοπλισμό για την παραγωγή από την εξόρυξη της πρώτης ύλης (πέτρας) όλων των βαθμίδων αδρανών υλικών και συγκεκριμένα υλικά με τις παρακάτω αναλογίες: 30% (υλικά) μεγέθους 30-120 χιλ., 25% μεγέθους 15-30 χιλ., 20% μεγέθους 4-15 χιλ. και 25% 0-4 χιλ. Από τα ανωτέρω υλικά μόνο αυτά με μέγεθος 30-120 χιλ. προορίζονταν για ασβεστοπολτό, ενώ τα υπόλοιπα είχαν τελικό προορισμό και χρήση την οδοποιϊα, τις αστικές κατασκευές σαν οικοδομικά υλικά και άλλες χρήσεις κατασκευαστικού ενδιαφέροντος. Επίσης αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση παραγωγής ασβέστου που διατηρούσε η πρώτη εναγομένη στη Φιλοθέη Άρτας σταμάτησε να λειτουργεί από τις 14-5-2001, ενώ η εναγομένη δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει τέτοια επιχείρηση στο Νομό Άρτας. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι εναγόμενες προέβησαν σε διαφορετική από τη συμφωνημένη χρήση της μίσθιας έκτασης, αφού αυτή μισθώθηκε για την εκμετάλλευση λατομείου μόνο για την εξόρυξη και επεξεργασία αδρανών υλικών για την τροφοδότηση της επιχείρησης παραγωγής ασβέστου-ασβεστοπολτού των εν λόγω μισθωτριών εταιριών, χωρίς περαιτέρω επεξεργασία των πλεοναζόντων αδρανών υλικών και χρησιμοποιήθηκε από αυτές (εναγόμενες) για την εξόρυξη και επεξεργασία αδρανών υλικών όλων των βαθμίδων. Η διαφορετική δε αυτή χρήση της μίσθιας έκτασης συνιστά κακή χρήση του μισθίου και είναι σημαντική και βλαπτική για τα συμφέροντα του ενάγοντος-εκμισθωτή δεδομένου ότι με αυτή: α) το επίπεδο της όχλησης είναι πολύ μεγαλύτερο, αφού γίνεται επιτόπια επεξεργασία στο σύνολο του εξορυσσόμενου υλικού και όχι μόνο της ασβεστόπετρας που αποτελεί το 25-30% της παραγωγής, β) η επεξεργασία και των λεπτόκοκκων αδρανών υλικών έχει σαν αποτέλεσμα την έκλυση μεγάλων ποσοτήτων σκόνης και τη διασπορά της στις γύρω αγροτικές καλλιέργειες και τα σπίτια των συνιδιοκτητών του ενάγοντος, με σημαντικές επιδράσεις στην υγεία των μελών του και στην οικονομική ζωή της περιοχής, ενόψει του ότι οι κάτοικοι της περιοχής ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Το γεγονός ότι η μίσθια έκταση χαρακτηρίστηκε ως λατομική δεν σημαίνει και αποδοχή από τον ενάγοντα της μεταβολής της χρήσης της μίσθιας έκτασης και των δυσμενών συνεπειών που έχει αυτή η αλλαγή στα μέλη του και στην ευρύτερη περιοχή. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ήδη επανεξετάζεται ο χαρακτηρισμός της περιοχής, όπου βρίσκεται η μίσθια έκταση, ως λατομικής, γιατί προκύπτει ότι υπάρχουν κτίσματα-οικίες και όριο οικισμού σε απόσταση μικρότερη των χιλίων (1.000) μέτρων από την οριογραμμή της εν λόγω λατομικής περιοχής (βλ. το με αριθμό πρωτ. Δ.Α. 187/1-2-2007 έγγραφο με θέμα "Επανεξέταση Λατομικών Περιοχών Νομού Άρτας" της Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Άρτας) και γ) γίνεται υπερεκμετάλλευση της μίσθιας έκτασης χωρίς κανένα ποσοτικό έλεγχο της παραγωγής, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. Δ10/Β/Φ6.5/4586/21-4-2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίστηκε το ύψος της πλεονάζουσας παραγωγής αδρανών υλικών, που μπορεί να διατίθεται από την πρώτη εναγομένη από την λειτουργία του λατομείου στη μίσθια έκταση, πέραν δηλαδή εκείνης που προορίζεται για την παραγωγή ασβέστου και ανέρχεται στο 25% έως 30% του συνόλου της παραγωγής (αδρανών υλικών), σε 170.000 τόνους ετησίως. Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το ότι η ως άνω διαφορετική από τη συμφωνημένη χρήση της μίσθιας έκτασης είναι σημαντική και επιβλαβής για τα συμφέροντα του ενάγοντος στηρίζεται στην από Οκτώβριο του 2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε η μεταλλειολόγος - μηχανικός Α. Μ., η οποία παραδεκτά προσκομίζεται με επίκληση στην παρούσα κατ' έφεση δίκη (αρθρ. 529 παρ. 1 εδ, α' ΚΠολΔ). Ενισχύεται δε και από το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα στην από 13-10-2005 επιστολή της την αναπροσαρμογή του ετήσιου μισθώματος της μίσθωσης, ενέργεια στην οποία δεν θα είχε προβεί αν θεωρούσε ότι η μεταβολή της συμφωνημένης χρήσης ήταν ασήμαντη και αβλαβής για τα συμφέροντα του ενάγοντος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το ως άνω αίτημα της δεύτερης εναγομένης απορρίφθηκε από τη γενική συνέλευση του ενάγοντος κατά την επαναληπτική συνεδρίαση της 12-3-2006, για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό 71/12-3-2006 πρακτικό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες εμμένουν στην διαφορετική από τη συμφωνημένη χρήση της μίσθιας έκτασης, παρά τις ανωτέρω διαμαρτυρίες του ενάγοντος, ο τελευταίος νόμιμα καταγγέλλει τις ως άνω συμβάσεις μίσθωσης με την κρινόμενη αγωγή. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι η μεταβολή της συμφωνημένης χρήσης της μίσθιας έκτασης είναι σημαντική και επιβλαβής για τα συμφέροντα του ενάγοντος, ενώ από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προέβη στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής για λόγους προσχηματικούς και προκειμένου να εκβιάσει την υπογραφή νέων συμβάσεων μίσθωσης με ευνοϊκότερους γι' αυτόν όρους". Με τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Αρτας, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου 'Αρτας, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και κρατώντας την υπόθεση έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να αποδώσουν στον ενάγοντα τη χρήση των μισθίων ακινήτων, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 594 και 281 ΑΚ. Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) μεταχείριση από τις μισθώτριες αναιρεσείουσες εταιρίες των μισθίων ακινήτων όχι με επιμέλεια χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του εκμισθωτή αναιρεσίβλητου αναγκαστικού συνεταιρισμού, που συνίσταται σε επεμβάσεις και βλάβες που προκάλεσε στα μίσθια και αλλοιώνουν ουσιωδώς τη μορφή τους, β) προηγούμενες διαμαρτυρίες του εκμισθωτή για την πιο πάνω κακή μεταχείριση του μισθίου και εμμονή των μισθωτριών αναιρεσειουσών εταιρειών για την κακή αυτή χρήση του μισθίου παρά τα συμφωνηθέντα και γ) καταγγελία της μίσθωσης από τον εκμισθωτή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση του άρθρου 594 ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, υπό τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, ο δε περί των αντιθέτων δεύτερος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καταδικαστούν δε οι αναιρεσείουσες που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-3-2010 αίτηση για αναίρεση της 28/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 'Αρτας. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ