Αριθμός 1876 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κόμη Γεώργιο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6515/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3610/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-12-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 19-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος του πρώτου, ογδόου και δεκάτου λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρεσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3610/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 7-10-2009 έφεση, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της 6515/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 29-1-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου εναντίον του αναιρεσείοντος και τριών άλλων ομοδίκων αυτού, που δικάσθηκαν ερήμην και δεν άσκησαν έφεση, με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον έχει αντιμετωπίσει και απορρίψει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του, ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, και ειδικότερα ότι το Εφετείο αφενός μεν δέχθηκε την ύπαρξη τηλεφωνημάτων εκ μέρους του προς τον αναιρεσίβλητο, για να τον πείσει να προχωρήσει στην παραγγελία άδειας κυκλοφορίας ΤΑΧΙ, καθώς και υφιστάμενο χρέος του Γ. Κ. προς τον ίδιο, έτσι ώστε να έχει κίνητρο να του βρίσκει πελάτες για να εξοφλήσει εκείνος τις προς αυτόν οφειλές του, παρά το ότι στην αγωγή δεν υπήρχε η παραμικρή νύξη περί όλων αυτών των ζητημάτων, αφετέρου δε, δέχθηκε την ευθύνη αυτού για αποζημίωση από τη μη παράδοση στον αναιρεσίβλητο ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου μάρκας MINI COOPER, παρά το ότι στην αγωγή ρητά αναφερόταν κατά λέξη: "Το αποκορύφωμα της δόλιας και παράνομης από κοινού συμπεριφοράς των τριών πρώτων εγκαλουμένων ολοκληρώθηκε δυστυχώς με μια τελευταία απάτη που τέλεσαν και οι τρεις σε βάρος μου το Νοέμβριο του 2007, όταν με έπεισαν να αγοράσω μέσω αυτών ένα αυτοκίνητο ΙΧ MINI COOPER", χωρίς δηλαδή να γίνεται αναφορά στο πρόσωπό του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος, γιατί τα αναφερόμενα περί τηλεφωνημάτων και περί κινήτρου του αναιρεσείοντος να ευρίσκει πελάτες, ώστε να εξοφλήσει ο Γ. Κ. τα προς αυτόν χρέη του, αποτελούν συμπεράσματα και επιχειρήματα του δικαστηρίου, τα οποία συνήγαγε από τις αποδείξεις, για να θεμελιώσει την αδικοπρακτική ευθύνη αυτού προς αποζημίωση, την οποία ρητά του απέδιδε με την αγωγή ο αναιρεσίβλητος. Η ίδια εκτίμηση αρμόζει επίσης και ως προς το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, αφού ναι μεν στην αγωγή εκτίθενται τα πρόσωπα που μετήλθαν την συγκεκριμένη πράξη απάτης σε βάρος του αναιρεσίβλητου για την αγορά του αυτοκινήτου MINI COOPER, τούτο όμως δεν αναιρεί την ευθύνη και του τετάρτου εναγομένου - αναιρεσείοντος, στον οποίο αποδίδεται με την αγωγή διαμεσολάβησή του στην αγορά του ΤΑΧΙ, ως το θεμέλιο για τη συνολική παραπλάνηση του αναιρεσίβλητου, και ζητείται και αυτού η καταδίκη προς αποζημίωσή του εις ολόκληρον με τους λοιπούς και για το σύνολο της ζημίας του. Κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος στο σύνολό του. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Και στο λόγο αυτό η έννοια των "πραγμάτων" είναι αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 8 και αφορά πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο δέχθηκε ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, όταν δηλαδή το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινούς ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτούς, ή βασιζόμενο σε αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε πως καθ' όλη τη διάρκεια των επαφών του αναιρεσίβλητου με τους τρεις πρώτους εναγομένους ο αναιρεσείων του τηλεφωνούσε τακτικά και τον παρότρυνε πιεστικά να προχωρήσει στην αγορά του ΤΑΧΙ από τους λοιπούς, γιατί αποτελούσε μεγάλη ευκαιρία, χωρίς ωστόσο το Εφετείο να ζητήσει με παρεμπίπτουσα απόφαση να προσκομισθούν όλα εκείνα τα στοιχεία που θα αποδείκνυαν αυτές τις τηλεφωνικές επαφές μεταξύ τους, παρά το ότι ο ίδιος υπέβαλε σχετικό αίτημα. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι για το ζήτημα τούτο το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εν τω μεταξύ καθ' όλη τη διάρκεια των επαφών του ενάγοντος με τους τρεις πρώτους εναγομένους ο τέταρτος εξ αυτών (ενν. ο αναιρεσείων) τηλεφωνούσε τακτικά σε αυτόν και τον παρότρυνε πιεστικά να προχωρήσει στην αγορά του ταξί από τους λοιπούς εναγομένους, επειδή δήθεν κάτι τέτοιο αποτελούσε μεγάλη ευκαιρία και συμφέρουσα επένδυση. Είναι ενδεικτικό ότι και ο ίδιος ο τέταρτος εναγόμενος ... ανέφερε στην από 28-1-2009 απολογία του ενώπιον του 20ου Τακτικού Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι αμέσως μετά την επίσκεψή τους στην παραπάνω έκθεση αυτοκινήτων τηλεφώνησε στον ενάγοντα τουλάχιστον 7 - 8 φορές". Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι το Εφετείο δέχθηκε ως στοιχείο συμμετοχής του αναιρεσείοντος στην αδικοπρακτική συμπεριφορά των λοιπών εναγομένων σε βάρος του αναιρεσίβλητου τη συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του και την πιεστική παρότρυνσή του να προχωρήσει στην αγοραπωλησία του ΤΑΧΙ ως μεγάλη ευκαιρία για τον ίδιο, αναφέρεται δε στην απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του αυτή, πλην των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και από την ίδια την απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών. Κατόπιν τούτου και ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, και σε κάθε περίπτωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε αυτός για την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσίβλητου ως προς το πρόσωπό του, και ειδικότερα, ενώ προσκόμισε και επικαλέσθηκε το 2224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δυνάμει του οποίου ο ίδιος απαλλάσσεται από κάθε κατηγορία σε βάρος του αναιρεσίβλητου για την πράξη της απάτης, η οποία αποτελεί και την ιστορική βάση της αγωγής, ωστόσο το Εφετείο δεν εκτίμησε το εν λόγω έγγραφο αλλά το αγνόησε, αφού δεν διέλαβε στην απόφασή του την οποιαδήποτε κρίση ως προς αυτόν. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τη θεμελίωση της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς όχι μόνο εκ μέρους των λοιπών εναγομένων αλλά και εκ μέρους του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και το ως άνω βούλευμα. Το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά και από την πλευρά του αναιρεσείοντος και τον υποχρέωσε να καταβάλει αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο, παρά την απαλλακτική ως προς αυτόν κρίση για την πράξη της απάτης με το βούλευμα τούτο, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, δεδομένου ότι το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε για την ποινική ευθύνη του εκεί κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και όχι επί των αστικών ευθυνών του από την αδικοπραξία σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα. Άλλωστε, η ποινική απόφαση σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την απόφαση του αστικού δικαστηρίου, που δικάζει τις πολιτικές αξιώσεις του ενάγοντος, καθόσον αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο, κατ' άρθρο 321 ΑΚ, αλλά χρησιμεύει μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ουδόλως προκύπτει παράβλεψη του βουλεύματος που προηγήθηκε και με το οποίο απαλλάχθηκε αυτός από κάθε κατηγορία σε βάρος του αναιρεσίβλητου, αλλά αντιθέτως συνεκτίμηση και συναξιολόγησή του ως τεκμηρίου μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, κατά το ισχύον δικονομικό σύστημα στα πλαίσια της πολιτικής δίκης. Καθίσταται λοιπόν βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκε το ως άνω αποδεικτικό μέσο και κατόπιν τούτου ο σχετικός λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 ΚΠολΔ κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο, αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα για κάποιον από τους αναφερόμενους στο εν λόγω άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του, ειδική αιτιολογία. Με τους πέμπτο και έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 12 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο για το λόγο ότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του τις ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος-ενάγων το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη από βαριά αμέλεια, δηλαδή αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπονται από το νόμο, προσέδωσε δε σ' αυτές το Εφετείο πλήρη απόδειξη σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, που κρίθηκαν ότι περιείχαν αναλήθειες. Ως προς τις αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο πέμπτος λόγος τυγχάνει αβάσιμος, γιατί από κανένα στοιχείο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Εφετείο προσέδωσε στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις πλήρη αποδεικτική δύναμη, σε αντίθεση με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, τις οποίες εκτίμησε και δεν έκρινε πειστικές. Εξάλλου, ο έβδομος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον στην κατ' έφεση δίκη η λήψη υπόψη νέων αποδεικτικών μέσων είναι δυνητική, εξαρτωμένη από την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου, ως αναγόμενη σε πράγματα, και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Επίσης, είναι απαράδεκτος, ο λόγος αυτός κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ότι έλαβε υπόψη του το προαναφερθέν παράνομο αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του ότι η μη προσκόμιση αυτών από τον αναιρεσίβλητο στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας του ή σε βαριά αμέλειά του, διότι, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς παραδεκτό της προσκομίσεως του ως άνω αποδεικτικού στοιχείου (ΑΠ 1590/2010). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ. ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 1643/2005 - ΑΠ 1654/2005). Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, παραμόρφωσε το περιεχόμενο μεγάλου αριθμού μηνύσεων, και ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε πως η υπαιτιότητά του αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τον έχουν καταμηνύσει και πολλοί άλλοι παθόντες, που έχουν συστήσει μάλιστα και σύλλογο εξαπατηθέντων από τους εναγομένους, πλην όμως από τις μηνύσεις που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος προκύπτει ότι καμιά δεν στρέφεται εναντίον του, και κατά συνέπεια με το να περιλάβει και αυτόν ως συγκατηγορούμενο των λοιπών εναγομένων παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μηνύσεων τούτων. Εξάλλου, το ίδιο συνέβη και με την παραδοχή του Εφετείου ότι αμέσως μετά τη συνάντηση του αναιρεσίβλητου με τους λοιπούς εναγομένους, τον προέτρεψε αυτός κατ' επανάληψη τηλεφωνικώς να προχωρήσει στη σύμβαση αγοραπωλησίας άδειας και οχήματος ΤΑΧΙ από τον πρώτο εναγόμενο, γεγονός που ομολογούσε ο ίδιος στο απολογητικό του υπόμνημα στον Ανακριτή, αφού τέτοιες ομολογίες δεν περιλαμβάνονταν στο εν λόγω υπόμνημα. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα τούτο δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ... συνάγεται ότι οι εναγόμενοι, ενώ γνώριζαν ότι οι τρεις πρώτοι εξ αυτών ... δεν ήσαν αξιόπιστοι, ούτε φερέγγυοι έμποροι αυτοκινήτων, ... εντούτοις έπεισαν τον ενάγοντα, με ψευδείς παραστάσεις περί της φερεγγυότητας ... των τριών πρώτων εναγομένων, ... να καταρτίσει με αυτούς τις ανωτέρω συμφωνίες, να τους καταβάλει τα ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα ποσά, ... με αποτέλεσμα να υποστεί περιουσιακή ζημία συνολικού ύψους ... 295.600 ευρώ, ποσό το οποίο οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ιδιοποιήθηκαν. Τέλος, είναι ενδεικτικό ότι υπάρχουν δεκάδες πρόσωπα που εξαπατήθηκαν από τους παραπάνω εναγομένους, ..., για τους οποίους προσκομίζονται τουλάχιστον δώδεκα μηνύσεις διαφόρων προσώπων, ..., οι δε τρεις πρώτοι κρατούμενοι κρίθηκαν προσωρινώς κρατούμενοι ... για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Περαιτέρω, και όσον αφορά τον τέταρτο εναγόμενο - εκκαλούντα αποδείχθηκε ... ότι αυτός συνεργαζόταν με τους τρεις πρώτους εναγομένους, με την έννοια ότι είχε αναλάβει να ανευρίσκει υποψήφιους αγοραστές και να τους κατευθύνει στις επιχειρήσεις των λοιπών εναγομένων και να τους πείθει να συναλλαγούν με αυτούς, ...". Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την ύπαρξη δεκάδων μηνύσεων από πρόσωπα που εξαπατήθηκαν κατά παρόμοιο τρόπο αναφέρεται μόνο στους τρεις πρώτους εναγομένους, όχι όμως και στον αναιρεσείοντα, για τον οποίο γίνεται ειδική μνεία στη συνέχεια για τον τρόπο συμμετοχής του στην αδικοπρακτική συμπεριφορά των άλλων, και κατά τούτο ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Εξάλλου, κατά το σκέλος που αναφέρεται στο απολογητικό υπόμνημα του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών, ο λόγος αυτός τυγχάνει επίσης αβάσιμος, εφόσον δεν προσκομίζεται το έγγραφο αυτό, ώστε να καταδειχθεί, κατά πόσον περιλαμβάνεται ή όχι σ' αυτό ομολογία του αναιρεσείοντος ότι αμέσως μετά την επίσκεψή τους στην έκθεση αυτοκινήτων του Γ. Κ., τηλεφώνησε ο ίδιος στον αναιρεσίβλητο 7 - 8 φορές. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει, ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει, όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξεως, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται ή τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 926 ΑΚ:"Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται εις ολόκληρο. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την προκαλούμενη από περισσοτέρους παρανόμως και υπαιτίως ζημία, δημιουργείται εις ολόκληρον ευθύνη αυτών έναντι του δικαιούχου, είτε ενήργησαν προσυνεννοημένα μεταξύ τους είτε όχι και ανεξάρτητα από το αν είναι εφικτός ή ανέφικτος ο προσδιορισμός του μεγέθους της συμβολής καθενός από αυτούς στη ζημία, αφού αυτός ο καταμερισμός ευθυνών είναι αναγκαίος μόνον στη δίκη αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον υποχρέων και όχι όταν κρίνεται το δικαίωμα του ζημιωθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 29-1-2008 αγωγή του ο αναιρεσείων - ενάγων ισχυρίσθηκε: Ότι οι εναγόμενοι, ενεργώντας τόσο από κοινού όσο και χωριστά ο καθένας, τον εξαπάτησαν παρουσιάζοντας τον πρώτο εξ αυτών ως φερέγγυο και ευυπόληπτο επιχειρηματία, που εδραστηριοποιείτο στην εμπορία αυτοκινήτων, τους δε δεύτερο και τρίτο εξ αυτών ως συνεταίρους του πρώτου (και οι τρεις μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) και τον έπεισαν να τους καταβάλει σε μετρητά και με τραπεζικές επιταγές, κατά τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή διακρίσεις, τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ποσά, καθώς και να τους μεταβιβάσει ένα δικό του Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, για να του προμηθεύσουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ΔΧ (ταξί) και δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα και μια άδεια εκμεταλλεύσεως ταξί. Ότι το συνολικό ποσόν που τον έπεισαν οι εναγόμενοι να τους καταβάλει, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η αξία του αυτοκινήτου που τους μεταβίβασε, ανήλθε σε 295.260 ευρώ. Ότι οι εναγόμενοι, παρά τις συνεχείς και πειστικές διαβεβαιώσεις τους και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, δεν του παρέδωσαν ποτέ τα οχήματα και την άδεια εκμεταλλεύσεως ταξί, που του είχαν υποσχεθεί να του μεταβιβάσουν, αλλά ιδιοποιήθηκαν το παραπάνω ποσόν που τους είχε καταβάλει ο ενάγων. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν το πιο πάνω ποσό, καθώς και 700.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία των εναγομένων, και συνολικά 995.260 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία τόσο για τη θεμελίωση της ευθύνης των εναγομένων, και ειδικότερα του τετάρτου εξ αυτών και ήδη αναιρεσείοντος, από αδικοπραξία, όσο και της απαιτούμενης αποζημιώσεως και των όρων αναγνωρίσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ομοίως και, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το ζήτημα τούτο, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως ως αβάσιμο, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και κατόπιν τούτου ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη δική του συμμετοχή στην απάτη σε βάρος του ήταν αόριστη, τυγχάνει αβάσιμος. Συναφής με τον έβδομο λόγο είναι και ο ένατος λόγος αναιρέσεως. Με αυτόν ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι η αγωγή κατά το μεγαλύτερο μέρος της αναφέρεται στους τρεις άλλους εναγομένους και όχι στο πρόσωπό του και ότι με τις παραδοχές του το Εφετείο, που δέχθηκε δική του συμμετοχή στην αδικοπρακτική συμπεριφορά εκείνων σε βάρος του αναιρεσίβλητου και τον υποχρέωσε σε αποζημίωση εις ολόκληρον με εκείνους και για το σύνολο της ζημίας του, ερμήνευσε λανθασμένα τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και κακώς τις εφάρμοσε στο πρόσωπό του, προβάλλει ότι με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, γιατί ναι μεν για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων παραθέτει τις διατάξεις που παραβιάσθηκαν κατά την άποψή του, δεν εκθέτει όμως σε ποιο νομικό σφάλμα (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 788/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και όγδοο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι παρά το γεγονός ότι τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και με λόγο εφέσεως πρότεινε την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος στη ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, τουλάχιστον ως προς τα δύο επιβατικά αυτοκίνητα που παράγγειλε και αγόρασε αυτός από τους λοιπούς εναγομένους μετά το ΤΑΧΙ, το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 300 ΑΚ και με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη. Εξάλλου, με το δέκατο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατόπιν συστάσεως του αναιρεσείοντος, τον οποίο γνώρισε μέσω τραπεζικού υπαλλήλου, και χωρίς να έχει προβεί σε έρευνα αγοράς, παράγγειλε στον πρώτο εναγόμενο άδεια και όχημα ΤΑΧΙ και μολονότι παρήλθε χρονικό διάστημα δύο μηνών και δεν το παρέλαβε, αντί να ανησυχήσει, προχώρησε στην παραγγελία και άλλου πολυτελούς επιβατικού αυτοκινήτου και μολονότι ούτε αυτό παρέλαβε, ούτε το ΤΑΧΙ, προχώρησε στην παραγγελία και τρίτου αυτοκινήτου, το οποίο ούτε αυτό παρέλαβε, έχοντας καταβάλει ωστόσο το τίμημα και για τα τρία οχήματα, και ενώ θα έπρεπε, ενόψει όλων αυτών των περιστατικών, να δεχθεί ότι η ζημία του αναιρεσίβλητου προήλθε εξ ολοκλήρου από δικό του πταίσμα, λαμβάνοντας υπόψη την από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, την οποία πρότεινε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε τα πιο πάνω διδάγματα της κοινής πείρας και απέρριψε την ένστασή του αυτή, μη ερευνώντας το σχετικό λόγο της εφέσεώς του. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος με τις ακόλουθες σκέψεις: "Ο τέταρτος εναγόμενος - εκκκαλών είχε προτείνει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενος ότι υπαίτιος της ζημίας του είναι ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι δεν του παρέδωσαν το ταξί, που είχε παραγγείλει, μέσα σε δύο μήνες από την καταβολή του τιμήματος για την αγορά του, αυτός συνήψε νέες συμφωνίες μαζί τους για την αγορά και άλλων Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων. Τα παραπάνω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να συγκροτήσουν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, ... αφού το γεγονός ότι ο αγοραστής εμπιστεύεται την αρχική υπόσχεση του πωλητή και προχωρεί σε νέες συμφωνίες αγοραπωλησίας μαζί του, δεν συνιστά συνυπαιτιότητα του αγοραστή στην επίταση της ζημίας του, σε περίπτωση που στη συνέχεια ο πωλητής δεν του μεταβιβάσει το πωλούμενο πράγμα. Συνακόλουθα, η προταθείσα ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, ο δε αντίστοιχος λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία". Εξάλλου, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων αποδίδει στον αναιρεσείοντα ως πράξεις συμμετοχής τούτου στο αδίκημα και στη ζημία που του προξενήθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Ότι του συνέστησε τον πρώτο εναγόμενο Γ. Κ. ως έντιμο, φερέγγυο, ευυπόληπτο και αξιόπιστο επιχειρηματία στο χώρο εμπορίας αδειών ΤΑΧΙ και τον μετέφερε με το δικό του ΤΑΧΙ στο κατάστημά του στην …, όπου και τον ανέμενε, μέχρις ότου ολοκληρώσει τις επαφές του με τους λοιπούς εναγομένους, και β) Ότι υπήρχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία με τον αναιρεσίβλητο όλων των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, προκειμένου να τον πείσουν για τη φερεγγυότητα και αξιοπιστία όλων των προσώπων με τα οποία είχε συζητήσει για την αγορά αυτοκινήτου και αδείας ΤΑΧΙ, καθώς και ότι ήταν απαραίτητο να επισπεύσει την απόφασή του, ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά, γιατί διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να αλλάξει γνώμη ο πωλητής. Ωστόσο, παραδεκτώς στην προσβαλλόμενη απόφαση προστίθενται ως στοιχεία εμπλοκής του αναιρεσείοντος στο αδίκημα, χωρίς να αναφέρονται αυτά στην αγωγή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις: α) Ότι είχε αναλάβει αυτός να βρίσκει υποψήφιους αγοραστές για να τους κατευθύνει στις επιχειρήσεις των λοιπών εναγομένων και να τους πείθει να συναλλαγούν μαζί τους. β) Ότι έσπευδε να δικαιολογεί τους λοιπούς εναγομένους, όταν κάποια από τα θύματα άρχισαν να διαμαρτύρονται, γιατί είχαν χάσει τα χρήματά τους, χωρίς να παραλάβουν ΤΑΧΙ ή άλλα οχήματα. γ) Ότι ήταν πλήρως ενήμερος της απάτης που εξυφαινόταν σε βάρος του αναιρεσίβλητου και παρείχε συνδρομή στους λοιπούς εναγομένους καθ' όλη τη διάρκεια των συναλλαγών εκείνου μαζί τους, και ειδικότερα ήταν αυτός που παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο στην οικία του το τιμολόγιο πωλήσεως του δευτέρου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που παράγγειλε ο τελευταίος στον πρώτο εναγόμενο Γ. Κ., και δ) Ότι ο αναιρεσείων ήταν γνωστός στους κύκλους των επαγγελματιών οδηγών ως συνεργάτης και "άνθρωπος" του Κ. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά δέχθηκε ότι όχι μόνο οι τρεις εναγόμενοι αλλά και ο εκκαλών - εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προκάλεσαν με την πιο πάνω αδικοπρακτική τους συμπεριφορά ζημία στον αναιρεσίβλητο ίση με το συνολικό τίμημα που κατέβαλε αυτός και για τα τρία αυτοκίνητα, δηλαδή 295.600 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, -που έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα-, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 επ., 926, 297, 298 ΑΚ, που εφάρμοσε, τους οποίους και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, ανεξάρτητα από τον προσδιορισμό του μεγέθους της συμβολής καθενός από τους εναγομένους στη ζημία του αναιρεσίβλητου, ενέχονται, από τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, όλοι εις ολόκληρον. Ωσαύτως, απορρίπτοντας το Εφετείο ως μη νόμιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, την οποία είχε προτείνει ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και συγκεκριμένα τις διατάξεις του άρθρου 300 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, και ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είχε συμμετοχή στην απατηλή συμπεριφορά που προκλήθηκε σε βάρος του αναιρεσίβλητου αναφορικά με την εκ μέρους του τελευταίου αγορά ενός οχήματος και άδειας ΤΑΧΙ και η πλάνη αυτή διατηρήθηκε και κατά τους επόμενους μήνες, όταν πείσθηκε να αγοράσει αυτός πέραν του ΤΑΧΙ και δύο Ι.Χ. επιβατικά αυτοκίνητα. Κατά συνέπεια, εφόσον η πλάνη του αναιρεσίβλητου διατηρήθηκε μέχρι το τέλος, δεν υπάρχει νόμιμος λόγος να διαφοροποιηθεί έναντι του αναιρεσιβλήτου η ευθύνη του αναιρεσείοντος, από το αν και κατά πόσον είχε συμμετοχή αυτός στα περιστατικά που συνδέονταν με την αγοραπωλησία των δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, ούτε να θεμελιωθεί συντρέχον πταίσμα του αναιρεσίβλητου εκ του γεγονότος ότι, ενώ είχε παρέλθει χρονικό διάστημα δύο μηνών, αφότου παράγγειλε το πρώτο αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), για το οποίο μάλιστα κατέβαλε το συμφωνημένο τίμημα, και μολονότι δεν το παρέλαβε, προχώρησε στην παραγγελία και άλλου πολυτελούς επιβατικού αυτοκινήτου, για το οποίο επίσης κατέβαλε το σύνολο του τιμήματος, και μολονότι ούτε αυτό παρέλαβε ούτε το ΤΑΞΙ, προχώρησε στην παραγγελία και τρίτου αυτοκινήτου, το οποίο ούτε αυτό παρέλαβε, έχοντας καταβάλει το τίμημα και για το τρίτο όχημα. Κατόπιν τούτου οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι στο σύνολό τους αβάσιμοι. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-12-2011 αίτηση του Κ. Π. για αναίρεση της 3610/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ