ΑΡΙΘΜΟΣ 2218/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μελιγό, περί αναιρέσεως της 1532/2006 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1207/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδαφ. Α΄ του ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση της πλημμεληματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ)η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ)παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη αυτής της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ αποτελεί λόγο αναίρεσης και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1532/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο αυτό, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 στη ...... στις 10-12-2000 ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο (ολικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ήταν πλανόδιος πωλητής λαχείων και από του έτους 1983 έως τον Ιούνιο του 2000 προμηθευόταν λαχεία (λαϊκά - εθνικά) από το πρακτορείο ΠΡΟΠΟ-ΛΑΧΕΙΑ του εγκαλούντος Ψ1 στη ....... και μετά την παρακράτηση του ποσοστού προμήθειάς του εκ 10% απέδιδε το ποσό της αξίας τους στον εγκαλούντα. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος προμηθεύτηκε από το ως άνω πρακτορείο του εγκαλούντος λαϊκά και εθνικά λαχεία συνολικής αξίας 616.520.000 δραχμών, μετά δε την παρακράτηση του ποσοστού της προμήθειάς του (61.652.000 δρχ) και την καταβολή τμηματικά διάφορων χρηματικών ποσών προς τον εγκαλούντα παρέμεινε υπόλοιπο οφειλής του προς τον τελευταίο εκ δραχμών 15.000.000. Το ποσό αυτό, το οποίο είναι ιδιαιτέρως μεγάλο, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε στον εγκαλούντα, αλλά το παρακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, την δε πρόθεσή του αυτή ( της υπεξαίρεσης) την εκδήλωσε την 10-1-2000 σε απάντησή του ύστερα από εξώδικη πρόσκληση του εγκαλούντος. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από την κατάθεση του εγκαλούντος, η οποία είναι αξιόπιστη, δεν αναιρείται δε η κατάθεση αυτή από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνεργαζόταν και με το πρακτορείο ΠΡΟΠΟ "........." στη Θεσσαλονίκη. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α΄ του ΠΚ την οποία εφάρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, η αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν αγόραζε τα λαχεία από τον εγκαλούντα, αλλά τα έπαιρνε και τα πωλούσε για λογαριασμό του τελευταίου με προμήθεια μετά δε την παρακράτηση του ποσοστού προμήθειας απέδιδε το ποσό της αξίας τους στον εγκαλούντα β) αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η πρόθεση ιδιοποιήσεως από τον κατηγορούμενο του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσού των 15.000.000 δραχμών που είχε στην κατοχή του ως υπόλοιπο της αξίας των λαχείων του εγκαλούντος, στον οποίο ανήκε το εν λόγω ποσό. γ) προσδιορίζονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα. Η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό της απόφασης μόνο της κατάθεσης του εγκαλούντος Ψ1 γίνεται γιατί το Δικαστήριο αποδίδει μεγαλύτερη σημασία, χωρίς από το γεγονός αυτό να υποδηλώνεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν και όλα τα άλλα (υπόλοιποι μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου). Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύεται κάθε συναλλαγή, και τα επί μέρους ποσά αυτής και δη τα καθαρά με αφαίρεση της προμήθειας ούτε εκ της μερικής επαναλήψεως στο σκεπτικό του διατακτικού καθίσταται η αιτιολογία ανεπαρκής όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, δεδομένου μάλιστα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό που περιλαμβάνει και στοιχεία αιτιολογίας. Επίσης, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εφόσον το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α΄ του ΠΚ δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του προβλεπόμενου απ' αυτό εγκλήματος, ούτε ενδεχόμενο δόλο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση αυτών. Επομένως, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Με βάση τα προεκτεθέντα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1532/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, την οποία ορίζει σε πεντακόσια ενενήντα (590) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ