Αριθμός 1735/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Σ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Τ. του Κ., και 2 Ι. Σ. του Π., κατοίκων ... Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κατηφόρη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάνου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος την από 29-7-2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη α'αναιρεσιβλήτου και την από 9-10-2004 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δευτέρου και τρίτου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε υπόθεση, η οποία αφορούσε αγωγή από σύμβαση πώλησης και αδικοπραξία λόγω απάτης των ήδη αναιρεσιβλήτων. ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί στοιχείο αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου (ΑΠ 174/2005). Περαιτέρω, υπαίτια ζημιογόνος, πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αξίωση από τη σύμβαση να επιστηρίξει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο, από το δίκαιο, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, επιβαλλόμενο καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος, υπαίτια, άλλον, χωρίς να απαιτείται προς τούτο κάποιο άλλο στοιχείο (Ολ. ΑΠ 967/1973, ΑΠ 484/2006). Ακόμη, από τα άρθρα 147 εδ. α' και β' 298, 361 και 914, 938 ΑΚ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 513, 534, 535, 540, 543, 547, 559 και 561 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παρασύρθηκε με απάτη άλλου, σε σύναψη σύμβασης έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της σύμβασης, ή να ζητήσει απ'αυτόν, τον άλλο, τη σύναψη σχετικής ανατρεπτικής σύμβασης, δηλαδή σύμβαση για το ότι η προηγούμενη τοιαύτη λογίζεται σαν να μη είχε ποτέ συναφθεί. Παράλληλα δε, εκείνος έχει δικαίωμα να ζητήσει απ'αυτόν τον άλλο την ανόρθωση κάθε ζημίας, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις αδικοπραξίες, πράγμα που κατ' αρχήν, συμβαίνει εφόσον η απάτη συνιστά παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά, να ζητήσει δηλαδή, αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Συγκεκριμένα, εκείνος δικαιούται να αποζημιωθεί, για το αρνητικό διαφέρον, δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση κάθε ζημίας που θα απεφεύγετο αν δεν είχε εσφαλμένα πιστεύσει, ότι συνάπτει έγκυρη σύμβαση όπως είναι οι δαπάνες του για τη σύναψη της σύμβασης ή το διαφυγόν κέρδος που θα πετύχαινε εκείνος από άλλη σύμβαση που θα συνήπτε, αν δεν απασχολούνταν με τη σύναψη της ακυρώσιμης σύμβασης. Επίσης, ο απατηθείς έχει δικαίωμα να αποδεχθεί τη σύμβαση σ' αυτή δε την περίπτωση δικαιούται να αποζημιωθεί για το θετικό διαφέρον, δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση από αυτόν τον άλλο, κάθε ζημίας, που θα αποφευγόταν, αν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ήταν όχι ψευδή, αλλά αληθή και η σύμβαση εκπληρώνοταν. Τα δε προεκτιθέμενα ισχύουν και σε περίπτωση σύναψης σύμβασης πώλησης, αν ο αγοραστής, που, αγνοώντας, ότι στο πωλούμενο πράγμα λείπει συμφωνημένη ιδιότητα ή υπάρχει πραγματικό ελάττωμα, παρασύρθηκε από τον πωλητή, ο οποίος γνωρίζοντας την αντίστοιχη έλλειψη ή την ύπαρξη παρέστησε σε εκείνον ψευδές γεγονός ως αληθινό, δηλαδή, ότι υπήρχε η ιδιότητα ή έλειπε το ελάττωμα και, έτσι, εκείνος συνήψε τη σύμβαση πώλησης (ΑΠ 649/2008 ΑΠ 776/2004,). Ακόμη, ως πραγματικό ελάττωμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ, νοείται η προς το χειρότερο παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή του κατάσταση, που οφείλεται, κατά κανόνα, στον ατελή τρόπο κατασκευής και έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του ή τη χρησιμότητα του σύμφωνα με όσα συνομολογήθηκαν με τη σύμβαση της πώλησης. Ανεξάρτητα, όμως, από την ύπαρξη της ελαττωματικότητας στην υλική υπόσταση του πράγματος, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα και όταν η ατέλεια αυτού ανάγεται στην νομική του κατάσταση, εφόσον τούτο δεν προέρχεται από δικαίωμα τρίτου (Ολ. ΑΠ 29/1990), όπως όταν πρόκειται για αυθαίρετη οικοδομή ή για αυθαίρετο κατασκεύασμα σε ακίνητο (ΑΠ 1291/2000, ΑΠ 270/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην αγωγή του για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (απάτη), επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο εκκαλών Η. Σ. εξέθετε ότι: 1)με...συμβόλαιο το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον εναγόμενο, εργολάβο οικοδομών το διαμέρισμα το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ήτοι το υπό στοιχεία Γ-4 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από την πυλωτή ορόφου της πτέρυγας II της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ… στο ... αντί τιμήματος 73.368 ευρώ το οποίο κατέβαλε ολοσχερώς, 2) η δήλωση βούλησης αυτού για την αγορά του...διαμερίσματος ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησης που μετήλθε ο εναγόμενος, ο οποίος, ενώ εγνώριζε ότι το διαμέρισμα δεν είχε συμφωνημένες ιδιότητες και ήταν αυθαίρετο, υποκείμενο σε κατεδάφιση λόγω υπέρβασης του επιτρεπομένου στην περιοχή από το νόμο ύψους της οικοδομής, σκόπιμα του το απέκρυψε, με αποτέλεσμα αυτός (ενάγων) να προβεί στην κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης, στην οποία άλλως δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. 3) η κατάσταση αυτή της σε βάρος του απάτης συνεχίστηκε μέχρι και το μήνα Ιανουάριο του έτους 2000, οπότε ήρθη γι' αυτόν με τη βοήθεια και εμπειρία ειδικών, στους οποίους προσέφυγε τόσο ο ίδιος, όσο και οι άλλοι εξαπατηθέντες αγοραστές διαμερισμάτων της συγκεκριμένης πολυκατοικίας, 4) για την ως άνω αξιόποινη πράξη του (απάτη κατ' εξακολούθηση) ο εναγόμενος καταδικάστηκε, συνεπεία δε της ως άνω συμπεριφοράς του εναγόμενου, αυτός ζημιώθηκε κατά το ποσό του τιμήματος που κατέβαλε στον πωλητή, το ποσό που δαπάνησε για έξοδα της αγοραπωλησίας, καθώς και κατά το επιπλέον πέραν του καταβληθέντος τιμήματος ποσό, που αυτός θα απαιτηθεί να δαπανήσει για την αγορά άλλου, χωρίς το ελάττωμα, διαμερίσματος του αυτού εμβαδού με το πιο πάνω διαμέρισμα, λόγω αύξησης των τιμών. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, για τις πιο πάνω αιτίες, να του καταβάλει για την περιουσιακή του ζημία και τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης το συνολικό ποσό των 237.865€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η αγωγή αυτή είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, ενόσω η ακυρώσιμη λόγω απάτης αδικοπραξία δεν ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση συνεπεία αγωγής του εξαπατηθέντος κατά του αντισυμβαλλομένου του για οποιονδήποτε λόγο, δηλαδή είτε λόγω αποδοχής της δικαιοπραξίας από αυτόν (εξαπατηθέντα, πρβλ. και άρθρο 149 του ΑΚ), είτε λόγω της άπρακτης παρόδου της αποσβεστικής των δύο ετών προθεσμίας από την κατάρτιση της σύμβασης ή, επί συνεχιζόμενης απάτης, από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, οπότε επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση της ελαττωματικής σύμβασης (ΑΚ 116,157), δεν αποτελεί αποκαταστατέα για τον εξαπατηθέντα ζημία το όφελος που εξακολουθεί αυτός να έχει από την απρόσβλητη, αλλά ελαττωματική λόγω της απάτης σύμβαση. Επομένως, όταν εναγόμενος για αποζημίωση είναι ο εξαπατήσας αντισυμβαλλόμενος, εφόσον για οποιονδήποτε λόγο έχει γίνει αποδεκτή η ακυρωτέα λόγω απάτης σύμβαση από τον εξαπατηθέντα, ο τελευταίος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση όχι για την επικαλούμενη στην αγωγή του ζημία, η οποία κατά τα άνω συνέχεται μόνο με την ακύρωση της σύμβασης, αλλά για οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω ζημία που αυτός υπέστη από την εξαπάτηση, η οποία στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να είναι λχ. 1)το χρηματικό πρόστιμο που ενδεχομένως να επιβάλει στον ενάγοντα ιδιοκτήτη του αυθαίρετου διαμερίσματος η πολεοδομία για τη νομιμοποίηση και 2)η αποζημίωση που ενδεχομένως θα υποχρεωθεί ο ενάγων να καταβάλει στον τρίτο, απέναντι στον οποίο αυτός έχει αναλάβει με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο την υποχρέωση να του πωλήσει το επίδικο ελαττωματικό διαμέρισμα...". Με τις πιο πάνω παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά των από την αδικοπραξία βάση της ένδικης αγωγής, η οποία νόμιμα σωρεύεται, εν προκειμένω, γιατί μ'αυτή ζητείται το υπερβάλλον, δηλαδή η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 914, 932 ΑΚ βλ και ΑΠ 373/2009, ΑΠ 1709/1999 και ΑΠ 39/2006), που ουδέν διέλαβε σχετικά και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, στο σύνολό της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, που αποδίδουν στην απόφαση, η οποία προσβάλλεται τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: 1)ορθά ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, όσον αφορά τη συμβατική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, από τις προσβαλλόμενες στην αγωγή αξιώσεις του αναιρεσείοντος, από την εκτιθέμενη σε βάρος του, απάτη, σύμφωνα και με τα νομικά δεδομένα, τα οποία στην αρχή της παρούσας παρατέθηκαν, εν όψει και του ότι, δεν προκρίθηκε και η ακύρωση της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας. β)όσον αφορά τον ισχυρισμό, πως η δικαιοπραξία ήταν, από την αρχή, άκυρη, τούτο δεν είναι ακριβές, εφόσον: 1)κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1, 10 του Ν.1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν.1312/1985, αυθαίρετα νοούνται, όσα έχουν αυτοτελή ύπαρξη 2)κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του από 12/7/1983 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 291 Δ), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ.7 του Ν.1337/1983, για τον χαρακτηρισμό κτίσματος, ως αυθαίρετου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 3 του παραπάνω Π.Δ/τος (κτίσματα που εντοπίζονται κατά την ώρα που κατασκευάζονται), ο χαρακτηρισμός τους ως αυθαιρέτων γίνεται, ύστερα από σύνταξη έκθεσης αυτοψίας υπαλλήλου της, κατά τόπο, αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Άρα, εφ'όσον το μεν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα, το δε δεν γίνεται μνεία για την πιο πάνω έκθεση, ώστε να υπάρχουν οι έννομες συνέπειες τούτου, ως αυθαιρέτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί, πως η σύμβαση ήταν, από την αρχή άκυρη. Κατά συνέπεια τα μνημονευόμενα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αναφορικά με τις παραπάνω παραδοχές, είναι αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπ'όψιν αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση. Είναι πρόδηλο, πως για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το Εφετείο να έχει ήδη, εισέλθει, στην έρευνα της ουσίας των κρισίμων ισχυρισμών, και όχι να τους απέρριψε ως απαράδεκτους ή μη νόμιμους (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1313/1999, ΑΠ 1665/2005) το αυτό, δε ισχύει και για τον στη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ερειδόμενο λόγο αναίρεσης (AΠ 885/1994, ΑΠ 159/2004, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 1376/1994, ΑΠ 451/1996 και Ολ.ΑΠ 3/1997). Εδώ, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, απέρριψε την αγωγή όχι μετά από ουσιαστική έρευνα, του περιεχομένου της, αλλά ως μη νόμιμη. Κατά ταύτα, οι έκτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι προβάλλουν: α)πως δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, τα στο αναιρετήριο μνημονευόμενα έγγραφα, β)η απόφαση στερείται αιτιολογιών ως προς την απόρριψη, ως μη νόμιμης της αγωγής προβάλλονται απαραδέκτως. III. Με το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης (και) αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Δεδικασμένο, δεν παράγεται, όμως, από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, (ΑΠ 1474/2000), εκτός αν δίκασαν πολιτική αγωγή (ΑΠ 1585/2000, ΑΠ 1044/2000). Τούτο, όμως, μόνο στα πλαίσια της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 63 και 67 παρ.1, 2 ΚΠοινΔ. Δηλαδή, το δεδικασμένο της ποινικής απόφασης που δέχεται ή απορρίπτει την πολιτική αγωγή, καλύπτει μόνο, το κύριο ζήτημα της επιδίκασης ή μη της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης που ζητήθηκε. Η έννομη σχέση της αδικοπραξίας, αν και είναι προδικαστικό ζήτημα του πιο πάνω κυρίου ζητήματος και η εξέταση της είναι αναγκαία για την απόφαση στο κύριο ζήτημα, παρά ταύτα, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. Και τούτο διότι: α)το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει για την αδικοπραξία, ως έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, β)άρα, δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, αν μετά την έκδοση απόφασης, η οποία κάνει δεκτή την πολιτική αγωγή, ασκηθεί αγωγή για περαιτέρω αποζημίωση ή για επί πλέον χρηματική ικανοποίηση στο πολιτικό δικαστήριο, αυτό δεν δεσμεύεται, ως προς το αν τελέστηκε ή όχι η αδικοπραξία, από την ποινική απόφαση. Έτσι, θα αναδικάσει την όλη υπόθεση, χωρίς να δεσμεύεται για το αν ο ήδη εναγόμενος και πριν κατηγορούμενος, τέλεσε υπαίτια αδικοπραξία. (Α.Κονδύλη Το Δεδικασμένο 2007, σελ.108-109). Κατά ταύτα, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το δεδικασμένο από απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία δέχτηκε παράσταση πολιτικής αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, για την πράξη της απάτης (κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα), πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος. Σημειώνεται εδώ, ότι η αναίρεση μπορεί να στρέφεται κατά του δεύτερου των αναιρεσίβλητων, ο οποίος, στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από την νόμιμη επισκόπηση των δικογράφων της υπόθεσης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), απλά παρενέβη προσθέτως υπέρ του πρώτου τούτων, εφ'οσον δεν έχει παράπονο που αφορά την παρέμβαση (ΑΠ 894/2003). Όμως, κρίνεται, πως η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο της, περιλαμβάνει διάταξη και αιτιολογία δυσμενή για τον αναιρεσείοντα και επωφελή για τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, και, άρα, είναι επιτρεπτή (ΑΠ 81/1993 βλ. και ΑΠ 686/1992). Κατά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση στα όρια που παραπάνω αναφέρθηκαν και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθεί μερικώς, σε βάρος των αναιρεσίβλητων. (αρθρ.178, 180, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 101/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από χίλια (1000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ