Αριθμός 1040/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πανο Κουρκουβάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κοινοποιουμένη προς την Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΠΕΪΚΜΑΡΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12444/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1599/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 25-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η υπό κρίση, από 17-12-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 396/20-12-2010, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1599/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη οπό την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (Α.Π. 1863/1980). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα, 12, 16 παρ.3 και 16 παρ.4 αντιστοίχως του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, οπότε, με την τυπική παραδοχή της εφέσεως, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσης αναιτιολογήτου ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείo, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικώς. Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η ως άνω απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικίαν συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Α.Π. 251/2009, 866/2008). Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι' αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και η απόρριψη συντελείται κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσιβλήτου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (Α.Π.280/2012, ΑΠ 625/2000, 126/ 2000). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 12.444/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος καθ' ου η ανακοπή, που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, έγινε δεκτή η από 8-12-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά του υπ' αριθμ. .../2007 πίνακος κατατάξεως της συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης Βασιλικής Τόλη. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 18-6-2009 έφεσή του, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 3-5-2010 και επισπεύθηκε από τον ίδιο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από την παραστάσα δικαστική Αντιπρόσωπο ΝΣΚ, ενώ ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. . Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ως μη κανονική την παράσταση του αναιρεσείοντος, ο οποίος πρωτοδίκως είχε δικαστεί σαν να ήταν παρών, ενόψει του ότι η εκ μέρους του άσκηση της εφέσεως θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως άνευ άλλου τινός, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου και με τη σκέψη αυτή, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος ως εκκαλούντος, απέρριψε την έφεση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν δίκασε παρά το νόμο ερήμην τον αναιρεσείοντα, διότι αυτός, ενόψει της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ώφειλε, για να θεωρηθεί προσηκόντως παριστάμενος στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι να παραστεί με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι εσφαλμένως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δίκασε ερήμην τον αναιρεσείοντα και απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ας σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ρητώς την παραβίαση της ως άνω διατάξεως, την υποδηλώνει όμως σαφώς με τις αιτιάσεις του ότι το Εφετείο παρά τον νόμον δεν δέχθηκε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωσή του και τον εδίκασε ερήμην, τις οποίες ωστόσο ανάγει σε παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., που δεν έχει συντελεσθεί. Ειδικότερα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι στις δίκες περί την εκτέλεση, όπως η προκειμένη, τυγχάνουν μεν εφαρμογής οι διατάξεις της τακτικής διαδικασίας, αλλά με τις παρεκκλίσεις που διαγράφουν τα άρθρα 979 και 937 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και κατά λογική συνέπεια δεν εφαρμόζεται και το άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ. που αναφέρεται σε έφεση ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, διότι, αφού αποκλείεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ο ερημοδικασθείς διάδικος, προς εξασφάλιση της ταχύτητος της διαδικασίας, στερείται κάποιων δικαιωμάτων, όπως της προφορικότητος της συζητήσεως. Συνεπώς, η έφεση στην περίπτωση αυτή ρυθμίζεται αποκλειστικά από τα άρθρα 522 και 524 Κ.Πολ.Δ., γιατί αφού δεν υπάρχει περιθώριο ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, δεν υπάρχει και περιθώριο παραδοχής "υποκαταστάτου" αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος τυγχάνει αβάσιμος, διότι το γεγονός ότι στις δίκες περί την εκτέλεση, όπως η παρούσα, δεν προβλέπεται, χάριν της ταχύτητος της διαδικασίας, η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν συνεπάγεται και την άρση της αρχής της προφορικής συζητήσεως, η οποία, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις είναι υποχρεωτική ενώπιον όλων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, αλλά και ενώπιον των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, όπως δηλαδή συνέβη και με τον αναιρεσείοντα. Έτσι με την τυπική και μόνο παραδοχή της εφέσεως του τελευταίου εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, εντός των καθοριζομένων από την έφεση και τους προσθέτους λόγους ορίων, και η ανακοπή αυτού αναδικάζεται στο Εφετείo, ενώπιον του οποίου πλέον η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική. Εξάλλου το γεγονός ότι στις δίκες περί την εκτέλεση δεν προβλέπεται παντάπασι η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ούτε αιτιολογημένης) καθιστά πολύ περισσότερο επιβεβλημένη την εφαρμογή του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ., ώστε να παρέχεται η ευκαιρία "ουσιαστικής" ακροάσεως στον ερημοδικασθέντα και μη ακουσθέντα πρωτοδίκως διάδικο, προκειμένου να ανατρέψει δυσμενείς εκ της απουσίας του στον πρώτο βαθμό, συνέπειες ενώπιον του Εφετείου, το οποίο λειτουργεί πλέον ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Άλλωστε η συγκεκριμένη ρύθμιση, κατά τη νέα ρητή διάταξη του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ., μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 44 του ν. 3994/2011, ισχύει για όλες τις αποφάσεις που εκδόθηκαν ερήμην ανεξαρτήτως της διαδικασίας που τηρήθηκε για την έκδοση αυτών. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Αθανάσιος Κουτρομάνος, έχει τη γνώμη ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος έπρεπε να γίνει δεκτός με τις ακόλουθες σκέψεις: Από το συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των προαναφερομένων δικονομικών διατάξεων και γενικών αρχών συνάγεται ότι, στην περίπτωση που ο δικασθείς ερήμην πρωτοβαθμίως εκκαλών καταθέτει στο εφετείο έγγραφες προτάσεις υπεραμυνόμενος της εφέσεώς του και αιτούμενος την αποδοχή της υποβάλλει δε και δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν προσέρχεται στο ακροατήριο, η δήλωσή του έχει την έννοια ότι αυτός δεν επιθυμεί να αναπτύξει προφορικώς τις απόψεις του κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ούτε να αντιλέξει σε ενδεχόμενη αγόρευση του αντιδίκου του όχι δε ότι παραιτείται της εφέσεως και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση. Η αντίθετη εκδοχή οδηγεί στο άτοπο: αφ' ενός μεν να αποδίδεται στη βούληση του Νομοθέτου η θέσπιση αμάχητου τεκμηρίου περί του ότι η δήλωσή του εκκαλούντος ότι εμμένει στην βασιμότητα της έφεσής του και το αίτημά του για αποδοχή της έχουν το ακριβώς αντίθετο από το δηλούμενο νόημα (ακόμα και αν η κατάθεση της δήλωσης του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ. προηγήθηκε των εγγράφων προτάσεων) αφ' ετέρου δε να εκλαμβάνεται το δικαίωμα του εκκαλούντος σε προφορική υποστήριξη των απόψεών του σε υποχρέωση αυτού και μάλιστα τόσο θεμελιώδη υποχρέωση, ώστε σε περίπτωση παραβίασής της να θεωρείται ηττώμενος διάδικος χωρίς ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεώς του ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ανταποκρινόμενο στις αρχές της δίκαιης δίκης, στο περί δικαίου και ορθής απονομής της δικαιοσύνης αίσθημα και στις αρχές της αναλογικότητος του άρθρου 25 του Συντάγματος, θα έπρεπε κατ' εφαρμογήν των άρθρων 227 και 254 του Κ.Πολ.Δ., να διατάξει επανάληψη της συζητήσεως, προς το σκοπό "προφορικής" συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο και να μην προσδώσει σε μία τυπική παράλειψη ή έστω ερμηνευτική διαφωνία τις βαρύτατες συνέπειες της ερημοδικίας που οδήγησαν στην απόρριψη της εφέσεως του ως απαραδέκτου. Και ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος τυγχάνει αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προβλέπεται και δεν είναι επιτρεπτή κατά νόμον η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 227 και 254 του Κ.Πολ.Δ. που επικαλείται. Ειδικότερα η πρώτη των ως είρηται διατάξεων αφορά συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων, δυναμένων να αναπληρωθούν, και όχι βεβαίως στην διόρθωση του εσφαλμένου τρόπου παραστάσεως των διαδίκων, τον οποίον άλλωστε το Εφετείο δεν θα μπορούσε και να διαγνώσει κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ώστε να διατάξει ενδεχομένως την αναβολή της συζητήσεως, προς θεραπείαν της συγκεκριμένης πλημμελείας, ενώ η μετά την ολοκλήρωση της συζητήσεως επανάληψη αυτής για το συγκεκριμένο λόγο, για να παρασταθεί δηλαδή νομοτύπως ο εκκαλών και νυν αναιρεσείων, δεν θα ήταν κατά νόμον επιτρεπτή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-12-2010 αίτηση του Λ. Κ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1599/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013 Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ