Αριθμός 504/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πατρίκιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-10-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου Π., ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "... 2) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου Π., ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως εκκαθαρίστριας της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "..." και 3) υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Π.κι εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους: 1) Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 26-10-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ευάγγελο - Παναγιώτη Λιάσκο. Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου Π., ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... 2) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου Π., ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως εκκαθαρίστριας της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και 3) υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Π. κι εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους: 1) Αντώνιο Ρουπακιώτη, και 2) Ευάγγελο - Παναγιώτη Λιάσκο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον Ά. Σ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πατρίκιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-10-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2222/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 14-7-2021 και 10-9-2021 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των αιτήσεων του αντιδίκου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (31-10-2022) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: Α) η από 14/7/2021 αίτηση αναίρεσης της "...." κατά των Μ. Γ. κ.λ.π. και Β) η από 10/9/2021 αίτηση αναίρεσης των τελευταίων κατά της πρώτης. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 2222/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα), αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.1, 3 Κ.Πολ.Δ). Α. Επί της από 14/7/2021 αίτησης αναίρεσης της "....": Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που από άποψη οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προωθήσεως προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ. Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της συμβάσεως-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαιδεύσεώς του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρεώσεως διαφημίσεως των προϊόντων του συστήματος και της συντηρήσεως των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη. Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω συμβάσεως ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entryfee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως και να προμηθεύεται από τον δότη ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος τα συμβατικά προϊόντα. Όπως συνάγεται από την φύση της συμβάσεως δικαιόχρησης (franchising) ως σχέσεως διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης προϋποθέτει πολλές φορές τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πωλήσεως του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πωλήσεως και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ. Η μη ομαλή εξέλιξη της συμβάσεως αυτής ως διαρκούς ενοχής δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρα 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρεώσεως (Α.Π.1043/2015). Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (Α.Π.1801/2011). Ειδικότερα, προκειμένου για τη σύμβαση δικαιόχρησης, η παραβίαση της γενικότερης αυτής, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου, συνιστά πλημμελή εκ μέρους της εκπλήρωση κύριας παροχής του από τη σύμβαση. Προκειμένου δε για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία συμβάσεως δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί κατ' αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος αλλά και η παράβαση της ως άνω γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου και τέλος εκείνα τα περιστατικά τα οποία, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, πράγμα που συμβαίνει π.χ. όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας. Στην περίπτωση της έκτακτης καταγγελίας, οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους, μπορεί από τη σύμβαση δικαιόχρησης να απορρέουν αξιώσεις αποζημιώσεως υπέρ του καταγγείλαντος. Οι αξιώσεις αυτές, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της συμβάσεως (Α.Π.1180/2019. Α.Π.1043/2015). Για την επιδίκαση δε αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298ΑΚ, απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή και στην απόφαση όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομοιθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης. Όμως τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή και στην απόφαση και δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια και η επίκληση και αναφορά των κονδυλίων αυτών (Ολ.Α.Π.22/1995, Α.Π.1043/2015, Α.Π.979/2014, A.Π.455/2014).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (Α.Π.1439/2019, Α.Π.2257/2014). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019). Επιπλέον, κατά το άρθρο 216 παρ.1 τουΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 τουΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Επιπλέον, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (Ολ.Α.Π.18/1998, Α.Π.108/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ` αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.Α.Π.1573/1981, Α.Π.14/2022, Α.Π.1321/2015, A.Π.119/2014, Α.Π.2015/2014).Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (Ολ.Α.Π.20/2005, Α.Π.83/2019, Α.Π.822/2013). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π.25/2008, Α.Π.1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.480/2020, Α.Π.175/2019, Α.Π.1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π.927/2019, Α.Π.357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π.371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών. Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π.1206/2019, Α.Π. 2081/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 2-11-2017 αγωγή τους (σε συνέχεια τελεσίδικης απόρριψης, ως προς τα ένδικα κονδύλια, προηγούμενης αγωγής τους), με την οποία εξέθεταν τα εξής: Ότι στις 16.12.2004 κατάρτισαν με την, απορροφηθείσα από την αναιρεσείουσα εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." δύο συμβάσεις δικαιόχρησης (μιάς για κάθε κατάστημα που λειτούργησαν), για χρονικό διάστημα έως την 18η Δεκεμβρίου 2016, με τις οποίες τους παρασχέθηκε το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης του σήματος "...", καθώς και το δικαίωμα πώλησης προϊόντων και υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας (...),καθώς και σταθερής τηλεφωνίας και διαδικτύου, και μπαταριών, ηλεκτρικών συσκευών και ωρολογιών της δικαιοπαρόχου εταιρείας, κατ' αποκλειστικότητα, στην περιοχή της Π., μέσω δύο καταστημάτων, που λειτούργησαν στην ανωτέρω περιοχή, αφού αγόρασαν τον πάγιο εξοπλισμό τους από τον προηγούμενο δικαιοδόχο που λειτουργούσε μέχρι τότε τα εν λόγω καταστήματα. Ακόμη η δικαιοπάροχος ανέλαβε την υποχρέωση να μην προμηθεύει σε τρίτους εγκατεστημένους στην Π. προϊόντα, το δικαίωμα πώλησης των οποίων τους είχε παραχωρηθεί και οι ίδιοι (ενάγοντες) ανέλαβαν την υποχρέωση να προμηθεύονται προϊόντα μόνο από τη δικαιοπάροχο και συμφωνήθηκε, προφορικά, μεταξύ τους ότι το ελάχιστο ετήσιο μεικτό εμπορικό ποσοστό κέρδους τους θα ανερχόταν σε ποσοστό 43% επί των κατ' έτος αγοραζόμενων προϊόντων (markup). Ότι στις 10.12.2004, ενόψει της σύναψης της σύμβασης δικαιόχρησης, κατέβαλαν στην εναγομένη το ποσό των 132.061,63 ευρώ ως προκαταβολή για αγορά προϊόντων, ποσό το οποίο θα αφαιρείτο μελλοντικά από το τίμημα για την αγορά εμπορευμάτων, το οποίο ουδέποτε συνέβη και κατά το ποσό αυτό η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία. Ότι η τελευταία (εναγομένη) τους επέβαλε μη νόμιμους, καταχρηστικούς και αντιβαίνοντες στα χρηστά ήθη και στον ελεύθερο ανταγωνισμό όρους, όπως τη σύναψη σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με την Τράπεζα ..., όπου καταχωρούνταν από την εναγομένη οι χρεοπιστώσεις των πωληθέντων προϊόντων, την υποχρεωτική αγορά εμπορευμάτων σε ποσότητες μεγαλύτερες από αυτές που εκάστοτε παρήγγειλαν, προκειμένου να εμφανίζεται υψηλός τζίρος στα καταστήματά τους, την υποχρεωτική προμήθεια όλων των εμπορευμάτων από την ίδια (εναγόμενη) σε προκαθορισμένες τιμές και τον καθορισμό από την τελευταία των τιμών μεταπώλησης των εμπορευμάτων. Ότι παραβίασε τους αναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή συμβατικούς όρους, καθόσον σύναψε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με έτερη ατομική επιχείρηση, που εδρεύει στην Π., και συνέπραξε στην ίδια περιοχή (της Π.) με αλυσίδες καταστημάτων πώλησης προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, που περιλαμβάνονταν στο πακέτο δικαιόχρησης. Ακόμη, τους υποχρέωσε να μεταστεγάσουν το ένα κατάστημά τους σε μεγαλύτερο χώρο, χωρίς ωστόσο να επωμιστεί τις δαπάνες μεταστέγασης ως όφειλε συμβατικά, αθετώντας παράλληλα την υπόσχεσή της να προχωρήσουν, μετά τη μετεγκατάσταση στο νέο μεγάλο κατάστημα, στη διακοπή λειτουργίας του δεύτερου καταστήματος, τους υποχρέωσε να καταβάλουν όλα τα έξοδα για διαφήμιση - μάρκετινγκ, παρά τη συμβατική πρόβλεψη περί επιβάρυνσής της κατά το ήμισυ. Εν αγνοία τους η εναγομένη υπέγραψε συμφωνία εξαγοράς του πλειοψηφικού πακέτου της από την εταιρεία ..., με αποτέλεσμα να απωλέσουν το δικαίωμα εμπορικής εκμετάλλευσης των προϊόντων και υπηρεσιών των ανταγωνιστικών προς την ... παρόχων κινητής τηλεφωνίας και να μειωθεί κατακόρυφα ο τζίρος τους. Ότι χωρίς να το αντιληφθούν και χωρίς να τους ενημερώσει η εναγομένη το πλαφόν της οφειλής τους υπερέβη το ποσό των 200.000 ευρώ και η παραπάνω δικαιοπάροχος, επικαλούμενη σχετικούς όρους της σύμβασης σχετικά με την υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου της οφειλής τους, δεν εκτελούσε πλέον τις παραγγελίες τους μέχρι η οφειλή τους να μειωθεί στις 30.000 ευρώ. Ότι λόγω της ανωτέρω υπαίτιας, αντισυμβατικής και ενάντια στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης κατέστη ανέφικτο γι' αυτούς να συνεχίσουν τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους και αναγκάσθηκαν με την από 14.03.2008 εξώδικη δήλωση-καταγγελία τους να καταγγείλουν τη σύμβαση δικαιόχρησης για σπουδαίο λόγο. Ότι, λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης, η δικαιοδόχος ενάγουσα εταιρεία παρουσίασε ζημίες καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της, από το έτος 2004 έως το έτος 2008, συνολικού ύψους, 92.103,30 ευρώ, δεδομένου ότι η αξία αγοράς των προϊόντων που μεταπωλήθηκαν και οι δαπάνες κάθε χρήσης (δηλ. το λειτουργικό κόστος) υπερέβησαν τον αντίστοιχο κύκλο εργασιών της (μικτά έσοδα), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και όπως τα ποσά επιμερίζονται ανά έτος. Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το συνολικό ύψος της αξίας αγοράς από την εναγομένη των μεταπωληθέντων προϊόντων της τρίτης ενάγουσας εταιρείας ανήλθε στο ποσό των 1.412.500 ευρώ, στο οποίο αντιστοιχεί, με βάση το συμφωνηθέν ποσοστό 43%, κέρδος ύψους 607.375 ευρώ συνολικά, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, και ότι το ως άνω ποσοστό κέρδους (43%) είχε συμφωνηθεί επί του κόστους αγοράς των εμπορευμάτων και ότι σε αυτό δεν περιλαμβάνονταν οι ποσοστιαίες αμοιβές επί του χρόνου ομιλίας (airtime), οι προμήθειες επί των εισπραττόμενων λογαριασμών και οι επιβραβεύσεις για την επίτευξη στόχων (bonus). Ότι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η ως άνω παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, θα είχαν πραγματοποιήσει τα ως άνω κέρδη, ύψους 607.375 ευρώ κατά το διάστημα 2004 - 2008, κατά το οποίο λειτούργησαν οι επίδικες συβάσεις και δεν θα είχαν ζημιωθεί με το ποσό των 92.103.30 ευρώ κατά τα έτη 2004 - 2008, με συνέπεια η συνολική τους θετική και αποθετική ζημία για τα έτη αυτά να ανέρχεται σε 699.478,30 ευρώ. Επικουρικά, ότι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η συμπεριφορά της εναγόμενης, θα είχε λειτουργήσει η τρίτη ενάγουσα με εύλογα κέρδη και όχι με ζημίες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ότι το ύψος των κερδών αυτών θα ανερχόταν τουλάχιστον σε 21% επί του κύκλου των εργασιών (μικτά έσοδα) των καταστημάτων, σύμφωνα με το κέρδος που είχε ένας ανταγωνιστής που δρούσε στην ίδια αγορά, την ίδια χρονική περίοδο, στην περιοχή της Π., χωρίς να περιορίζεται από τις προπεριγραφόμενες παράνομες πρακτικές της εναγομένης. 'Οτι με βάση τον κύκλο συναλλαγών τους, που ανέρχεται συνολικά για το διάστημα 2004 - 2008, σε 1.555.878,20 ευρώ, το εύλογο ποσοστό κέρδους τους θα ανερχόταν σε 326.734.42 ευρώ (1.555.878,20 Χ 21%), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, στο οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, θα πρέπει να προστεθεί το ποσό της θετικής ζημίας κατά τα έτη 2004 - 2008, ύψους 92.103,30 ευρώ, με συνέπεια το συνολικό ποσό της θετικής και αποθετικής τους ζημίας, κατά το επικουρικό τους αίτημα, να ανέρχεται σε 418.837,72 ευρώ. Ότι από την 14.3.2008 (ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης) μέχρι την 18.12.2016 (ημερομηνία συμβατικού χρόνου λήξης της σύμβασης) απώλεσαν, λόγω της ίδιας παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης, διαφυγόντα κέρδη, προσδιοριζόμενα κατά μήνα στο ποσό των 12.147,50 ευρώ - το οποίο υπολογίζουν αφαιρώντας, από το ποσό των (607.375 /40 μήνες =) 15.184,37 ευρώ, που θα είχαν μηνιαίο κέρδος με βάση την κερδοφορία που θα πραγματοποιούσαν ανά μήνα κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2004 - Μαρτίου 2008 με την εφαρμογή του ποσοστού κέρδους 43% επί των αγορών, ποσοστό 20% (ήτοι 3.036,87 ευρώ) λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης στη χώρα, δηλαδή 15.184,37 - 3.036,87 ευρώ = 12.147,50 ευρώ - ήτοι συνολική κερδοφορία για το διάστημα αυτό, ύψους (12.147,50 Χ 105 μήνες =)1.275.487,50 ευρώ. Επικουρικά δε, προσδιορίζουν τα μηνιαία διαφυγόντα κέρδη τους για την πιο πάνω αιτία στο ποσό των 6.534,69 ευρώ μηνιαίως - το οποίο υπολογίζουν αφαιρώντας από το ποσό των (326.734,42/ 40 μήνες =) 8.168,36 ευρώ, που θα είχαν μηνιαίο κέρδος με βάση την κερδοφορία που θα πραγματοποιούσαν ανά μήνα κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2004 - Μαρτίου 2008 με την εφαρμογή του ποσοστού κέρδους 21% επί του κύκλου συναλλαγών, ποσοστό 20% (ήτοι 1.633,67 ευρώ) λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης στη χώρα δηλαδή 8.168,36 - 1.633,67 =) 6.534,69 ευρώ - ήτοι συνολική κερδοφορία για το άνω διάστημα αυτό, ύψους (6.534,69 Χ 105 μήνες =) 686.142.45 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι οι ενάγοντες εκπλήρωναν πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και είχαν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, για να συνεχισθεί η σύμβαση, δηλαδή λειτουργούσαν τα δύο καταστήματα, στα οποία εργάζονταν οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων και τέσσερις υπάλληλοι και, με βάση την εμπειρία που είχαν αποκομίσει, στις απαιτήσεις των καταναλωτών της περιοχής, η επιχείρηση είχε αποκτήσει σταθερή πελατεία και καλή φήμη στην τοπική αγορά της Π. και το εύρος εργασιών εμφανιζόταν με βάση τον κύκλο συναλλαγών να κινείται σταθερά. Ότι όταν έκλεισε το μικρό κατάστημα, το μεγάλο εξακολούθησε να λειτουργεί και ήταν ικανό να καλύπτει πλήρως τις ανάγκες των πελατών και των καταναλωτών της Π., ο δε, νέος δικαιοδόχος, που ανέλαβε μετά τη λύση της συνεργασίας τους με την εναγομένη, συνέχισε να λειτουργεί μόνο το μεγάλο κατάστημα. Ότι, εάν η εναγομένη τους άφηνε ελεύθερους να διαμορφώσουν την εμπορική τους πολιτική, δηλαδή να διαμορφώνουν ελεύθερα τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους, τις εκπτώσεις και την εν γένει στρατηγική τους, θα μπορούσαν να επιτύχουν ένα εύλογο κέρδος κατά τα παραπάνω. Ότι η εναγομένη τους οφείλει αποζημίωση πελατείας, διότι προώθησαν τις πωλήσεις και διεύρυναν το πελατολόγιο της. Ότι κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης πραγματοποίησαν συνολικές πωλήσεις (μικτά έσοδα) ύψους 1.555.878,26 ευρώ, με συνολικό κόστος (αξία αγοράς μεταπωληθέντων προϊόντων) 1.412.500.03 ευρώ με μεικτό κέρδος 143.378,23 ευρώ, το οποίο ανάγεται σε μέσο ετήσιο κέρδος (143.378,23 /39 μήνες Χ 12 μήνες =) 44.116.37 ευρώ. Ότι είχαν παραλάβει κύκλο εργασιών περίπου 100.000 ευρώ και παρέδωσαν κύκλο εργασιών ύψους 228.486,55 ευρώ. Ότι την πελατεία αυτήν παρέδωσαν στην εναγομένη, η οποία συνέχισε τη λειτουργία του καταστήματος της οδού ... με νέα δικαιοδόχο την ατομική επιχείρηση του Σ. Π., ο οποίος εκμεταλλεύθηκε όλη την πελατεία τους, η αξία της οποίας ανέρχεται στο ύψος των ως άνω ετησίων κερδών ύψους 44.116,37 ευρώ. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν κατόπιν νόμιμης τροπής των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους καταβάλει εις ολόκληρον: ί) το ποσό των 132.061,63 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ii) το ποσό των 699.478,30 ευρώ, άλλως των 418.837,72 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία (θετική και αποθετική) που υπέστησαν κατά το χρόνο λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων μέχρι την καταγγελία αυτών, iii) το ποσό των 1.275.48,50 ευρώ, άλλως των 686.142,45 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία (αποθετική) που υπέστησαν κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία των επίδικων συμβάσεων μέχρι συμβατική λήξη αυτών και ίν) το ποσό των 44.116,37 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, άπαντα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης, άλλως από την επίδοση της προηγούμενης αγωγής τους, η οποία έχει απορριφθεί τελεσιδίκως ως αόριστη ως προς τα ανωτέρω κονδύλια, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.194/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και συγκεκριμένα ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων για το σύνολο των κονδυλίων, πλην αυτού των 132.061,63 ευρώ ως αχεωστήτως καταβληθέντος, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο, απέρριψε ως αόριστο το κονδύλιο για αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας, πλην αυτού των 30.000 ευρώ για έξοδα μεταστέγασης, το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο, απέρριψε ως αόριστα τα κονδύλια για αποζημίωση λόγω αποθετικής ζημίας, τόσο κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, όσο και από το χρόνο της καταγγελίας της έως και το συμφωνηθέντα χρόνο λύσης της σύμβασης και τέλος απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το κονδύλιο των 44.116,37 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 330.283,15 ευρώ, νομιμότοκα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι ορισμένα τα κονδύλια για θετική και αποθετική ζημία με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εν προκειμένω, η ένδικη αγωγή αναφορικά με τη βάση της, που στηρίζει το αίτημά της, περί αποζημίωσης των εναγόντων λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών είναι επαρκώς ορισμένη, αφού με πληρότητα προσδιορίζονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης από την ένδικη σύμβαση, καθόσον, 1) όσον αφορά στο κύριο αίτημα για την αποκατάσταση της ζημίας που επικαλούνται ότι υπέστησαν από την απώλεια κερδών (διαφυγόντα κέρδη), τα οποία θα απεκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αφενός κατά το χρόνο λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων μέχρι την καταγγελία αυτών, ποσοστού 43% επί του κόστους αγοράς των εμπορευμάτων, αφετέρου στο μέλλον έως τη συμφωνημένη λήξη των συμβάσεων αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία , που αναγκάσθηκε να ασκήσει από υπαιτιότητα της εναγομένης, ομοίως ποσοστού 43% επί του κόστους αγοράς των εμπορευμάτων, αναφέρονται, το περιεχόμενο της συμφωνίας, οι όροι, η καταγγελία των συμβάσεων και οι λόγοι που την επέβαλαν, που υπάγονται στην έννοια του σπουδαίου λόγου και η ζημία των εναγόντων, όσον αφορά στα διαφυγόντα κέρδη. Συγκεκριμένα, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις, που αναφέρθηκαν (ενν: 297 και 298 ΑΚ), καθόσον περιέχει όλα τα απαραίτητα κατά τις διατάξεις αυτές, για τη θεμελίωση της περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία του συγκεκριμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, με την αναφορά της πραγματικής κατάστασης που είχε διαμορφωθεί με βάση τις επίδικες συμβάσεις, τους όρους αυτής, τη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών περί αποκόμισης ελάχιστου μεικτού κέρδους 43% επί του κόστους αγοράς εμπορευμάτων από την εναγομένη, και προσδιορίζεται το κατ' έτος κόστος αγοράς εμπορευμάτων κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων κατά τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, και στη συνέχεια βάσει αυτών υπολογίζεται και κατά το χρονικό διάστημα, από την καταγγελία της σύμβασης μέχρι τη συμβατική λήξη της. Δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής κατά τα ανωτέρω κύρια αιτήματά της, ο καθορισμός των αμοιβών της ενάγουσας εταιρείας για υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, σταθερής τηλεφωνίας, και διαδικτύου με ποσοστά επί του χρόνου ομιλίας, προμήθεια επί κάθε εισπραττόμενου ποσού λογαριασμού και πολιτική επιβραβεύσεων για την επίτευξη των στόχων, αφού δεν ζητούνται αυτές, 2) όσον αφορά στο επικουρικό αίτημα για την αποκατάσταση της ζημίας που επικαλούνται ότι υπέστησαν οι ενάγοντες από την απώλεια κερδών (διαφυγόντα κέρδη), τα οποία θα απεκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αφενός κατά το χρόνο λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων μέχρι την καταγγελία αυτών, ποσοστού 21 % επί του συνολικού κύκλου εργασιών της, αφετέρου στο μέλλον έως τη συμφωνημένη λήξη των συμβάσεων αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία, που αναγκάσθηκε να ασκήσει από υπαιτιότητα της εναγομένης, ομοίως ποσοστού 21% επί του συνολικού κύκλου εργασιών της, προσδιορίζονται, πέραν των αμέσως παραπάνω αναφερόμενων, ότι το εν λόγω ποσοστό (21%) αντιστοιχεί στο κέρδος που θα απεκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν η εναγομένη δεν είχε την ως άνω αντισυμβατική αλλά και παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και αντιστοιχεί σε αυτό που θα αποκόμιζε ένας ανταγωνιστής, ο οποίος δραστηριοποιούταν στην ίδια σχετική από πλευράς προϊόντος και γεωγραφίας αγοράς κατά την ίδια χρονική περίοδο, η επιχειρηματική δράση του οποίου δεν περιοριζόταν από τις παράνομες πρακτικές της εναγομένης, όπως αυτές τις εκθέτει στο δικόγραφο της και συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, ένας ανταγωνιστής της στην περιοχή της Π., ο οποίος είχε τη δυνατότητα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές πώλησης των προϊόντων του και να προμηθεύεται αυτά από όποιον χονδρέμπορο τα πωλούσε σε καλύτερη τιμή. Αναφέρονται δε, τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται ότι η ενάγουσα εταιρεία θα εισέπραττε με πιθανότητα από την δραστηριότητά της το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης επικαλούμενη την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της, την παροχή προσωπικής εργασίας στα καταστήματα, από τους ίδιους, πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, την πρόσληψη και απασχόληση τεσσάρων υπαλλήλων, τη διαμόρφωση μεγάλου καταστήματος προσαρμοσμένου στις οδηγίες της εναγομένης, και στις απαιτήσεις των καταναλωτών της περιοχής, την απόκτηση σταθερής πελατείας, τη σταθερή πορεία του εύρους των εργασιών και την επάρκεια του μεγάλου καταστήματος για την κάλυψη των αναγκών του καταναλωτικού κοινού. Σε αμφότερες δε, τις ανωτέρω περιπτώσεις (με αριθμούς 1 και 2) δεν είναι αναγκαία για την πληρότητα της αγωγής η αναφορά της εξοικονομηθείσας δαπάνης ή των καθαρών μηνιαίων κερδών, στοιχεία τα οποία μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις. Περαιτέρω, όσον αφορά στην αποκατάσταση της θετικής ζημίας που επικαλούνται οι ενάγοντες ότι υπέστησαν (κατά τη κύρια και επικουρική βάση του αιτήματος) κατά το χρόνο που ήταν σε λειτουργία οι επίδικες συμβάσεις, συνολικού ύψους 92.103,30 ευρώ, όπως επιμερίζεται κατ' έτος, αναφέρουν ότι αυτή προσδιορίζεται από τη διαφορά του ποσού του ετήσιου κύκλου εργασιών -δηλαδή των μικτών εσόδων από τις πωλήσεις των προϊόντων που αγόραζαν από την εναγομένη και από τα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών - και του λειτουργικού κόστους, στο οποίο συνυπολογίζουν το κόστος των πωληθέντων προϊόντων ανά έτος και τις δαπάνες χρήσης δηλαδή τη δαπάνη για τα άμεσα έξοδα αγορών κατ' έτος". Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού της, την από το άρθρο 559 αριθ.14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσίβλητων ως προς τα κονδύλια για θετική και αποθετική ζημία (κατά το κύριο και επικουρικό της αίτημα) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, στον οποίο δεν αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, είναι, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Πέραν, όμως της αοριστίας του, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, είναι αρκούντως ορισμένη, ως προς τα ανωτέρω κονδύλια, καθότι περιέχει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ καθώς και 297, 288, 298, 914 και 919 Α.Κ. απαιτούμενα για την πληρότητά τους στοιχεία. Ειδικότερα, προκύπτει ότι αναφέρονται στην αγωγή, αναφορικά με τη θετική ζημία, το περιεχόμενο των συμβάσεων δικαιόχρησης, οι όροι τους, η αντισυμβατική, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της αυτής και της θετικής ζημίας των εναγόντων και εκτίθεται ο τρόπος υπολογισμού αυτής (θετικής ζημίας), την οποία προσδιορίζουν, κατ' έτος, από τη διαφορά του λειτουργικού κόστους της τρίτης ενάγουσας - εταιρείας, στο οποίο συνυπολογίζουν την αξία αγοράς των κατ' έτος μεταπωληθέντων προϊόντων και τις δαπάνες χρήσης, από τον κύκλο εργασιών της (μικτά έσοδα). Αναφορικά δε με την αποθετική ζημία, κατά το κύριο αίτημα, αναφέρεται, η καταγγελία των συμβάσεων και οι σπουδαίοι λόγοι που την επέβαλαν εξαιτίας της παραπάνω συμπεριφοράς της εναγομένης, ως και η συμφωνία τους περί μεικτού κέρδους 43 % επί της αξίας αγοράς των μεταπωληθέντων προϊόντων, το οποίο εκθέτουν ότι θα αποκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρόνο λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων, με βάση τις αναφερόμενες ειδικές συνθήκες που είχαν διαμορφώσει και στη συνέχεια, βάσει αυτών, με τον ίδιο τρόπο υπολογίζουν την αποθετική τους ζημία και κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία των συμβάσεων μέχρι τη συμβατική λήξη τους. Ενώ, κατά το επικουρικό αίτημα, εκθέτουν ότι, κατά το χρόνο λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων, θα αποκόμιζαν κέρδη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ανερχόμενα σε 21 % επί του συνολικού κύκλου εργασιών της εταιρείας, το οποίο (21%) αντιστοιχεί στο ποσοστό κέρδους οιουδήποτε ανταγωνιστή τους που θα δραστηριοποιούνταν με τα ίδια προϊόντα, στην ίδια περιοχή και κατά τον ίδιο χρόνο, την οποία (αποθετική ζημία) ομοίως υπολογίζουν στο ως άνω ποσοστό (21%), μειούμενο, όμως, κατά 20 %, λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης, και κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης μέχρι τη συμβατική λήξη της. Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, ως προς τα ανωτέρω κονδύλια, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, ο ως άνω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, Α.Π.862/2020). Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 παρ.1 ΚΠολΔ, Α.Π.672/2014, Α.Π.1179/1996). Οι ίδιοι κανόνες (των άρθρων 173 και 200 Α.Κ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑ.Π.26/2004, Α.Π.386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (Α.Π.597/2005, Α.Π.838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (Α.Π.426/2010, Α.Π.1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π.1184/2022, Α.Π.1324/2018, Α.Π.929/ 2014).Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Μ. Γ. του Κ. και η Ι. Γ. του Κ. υπήρξαν ομόρρυθμοι εταίροι και νόμιμοι εκπρόσωποι της τελούσας, ήδη, υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Π.. Η ανώνυμη εταιρεία (εφεξής ...) τυγχάνει καθολική διάδοχος μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με το διακριτικό τίτλο ". ... και δραστηριοποιείται στην παραγωγή, πώληση συσσωρευτών (μπαταριών), ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, ωρολογίων, ασυρμάτων και κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) και συναφών ειδών, στην παροχή συναφών προς τα πωλούμενα υπηρεσιών και ιδίως, υπηρεσιών κινητής, σταθερής τηλεφωνίας και INTERNET, ενώ ανέπτυξε σύστημα παραγωγής, εισαγωγής και διάθεσης των παραπάνω αναφερομένων ειδών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μέσω καταστημάτων, είτε ιδιοχρησιμοποιούμενων είτε υπό δικαιόχρηση, με ειδικές προδιαγραφές και σχεδίασμα, γνωστών ως "ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ...". Στις 16.12.2004 καταρτίστηκε μεταξύ, αφενός της απορροφηθείσας ως άνω εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "Π. ... Α.Ε.Β.Ε." ως δικαιοπαρόχου και αφετέρου, των Μ. Γ. του Κ., Ι. Γ. του Κ. και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως δικαιοδόχων, ενεργώντας ο πρώτος και η δεύτερη αυτών για τον εαυτό τους ατομικά, αλλά και ως νόμιμοι εκπρόσωποι της, ως άνω, ομόρρυθμης εταιρείας, συμβληθέντος και του Κ. Γ. του Δ., πατέρα των ανωτέρω, ως εγγυητή, σύμβαση δικαιόχρησης, δυνάμει της οποίας η δικαιοπάροχος εταιρεία παραχώρησε στους δικαιοδόχους για το χρονικό διάστημα από 17.12.2004 έως 17.12.2016 το δικαίωμα λιανικής πωλήσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών του δικαιοπαρόχου, το δικαίωμα χρήσεως του διακριτικού τίτλου "... ... και του καταχωρημένου σήματος ... ... επί των επωνύμων προϊόντων, τα οποία εμπορεύεται, καθώς και την τεχνογνωσία, την οποία κατέχει για τη διάθεση και την εμπορία των προϊόντων και των υπηρεσιών του και το δικαίωμα να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται τα παραπάνω δικαιώματα και την τεχνογνωσία σε συνδυασμό με τη λειτουργία δύο (2) καταστημάτων λιανικής πώλησης του ενιαίου δικτύου "ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ..." στο δήμο Π.. Η μεταξύ τους σύμβαση αποτυπώθηκε σε δύο (2) ιδιωτικά συμφωνητικά, ένα ιδιωτικό συμφωνητικό για κάθε κατάστημα, στο άρθρο 4 των οποίων καθορίστηκε ως "περιοχή" ή "περιοχή πρωταρχικής ευθύνης" με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του πακέτου δικαιόχρησης, για το μεν πρώτο κατάστημα (εφεξής "ΚΑΓΕΜ 1"), με διευθυντή το Μ. Γ. (άρθρο 27 της σύμβασης 1), η περιοχή του Δήμου Π., που ορίζεται από τις οδούς "...", για, δε, το δεύτερο κατάστημα (εφεξής "ΚΑΓΕΜ 2"), με διευθύντρια την Ι. Γ. (άρθρο 27 της σύμβασης 2), η περιοχή του Δήμου Π., που ορίζεται από τις οδούς "......Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους των από …. δύο (2) έγγραφων συμβάσεων δικαιόχρησης, ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: ...Άρθρο 6 ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ: Ο Δικαιοπάροχος αναλαμβάνει τις παρακάτω υποχρεώσεις υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο Δικαιοδόχος θα εκπληρώνει τις δικές του. [...]. 22.18. Να μην παραχωρεί σε τρίτους το δικαίωμα της εκμετάλλευσης μέρους ή του συνόλου του franchise στην παραχωρούμενη περιοχή. 22.19. Να μην προμηθεύει ο ίδιος σε τρίτους εγκατεστημένους στην χορηγούμενη περιοχή με προϊόντα, το δικαίωμα πωλήσεως των οποίων παρεχώρησε στον Δικαιοδόχο. 22.20. Να μην δραστηριοποιείται στην χορηγούμενη περιοχή, αλλά ούτε και ο ίδιος να εμπορεύεται τα προϊόντα αυτά. Από την υποχρέωση της παρ.6.3 και 6.4 εξαιρούνται τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης όπως μπαταρίες, φακοί κλπ. [...]. Άρθρο 10 : ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΥ - ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ [...] 22.46. Ο Δικαιοπάροχος ευθύνεται για την ύπαρξη των δικαιωμάτων, που αποτελούν το πακέτο franchise, καθώς επίσης και για τη δυνατότητα εφαρμογής του συστήματος "..." κατά τρόπο, που αυτή να μη θίγεται από δικαιώματα τρίτων. Άρθρο 12: ΤΙΜΗ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ. 22.50. Οι τιμές, στις οποίες ο Δικαιοδόχος θα αγοράζει τα εμπορεύματα της σύμβασης θα καθορίζονται από τον Δικαιοπάροχο. Οι τιμές, στις οποίες ο Δικαιοδόχος διαθέτει περαιτέρω τα εμπορεύματα, διαμορφώνονται καταρχήν ελεύθερα από αυτόν. Ο Δικαιοπάροχος διαμορφώνει και ανακοινώνει στον Δικαιοδόχο τις τιμές μεταπώλησης, ο τιμοκατάλογος αυτός έχει, ωστόσο, ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύει τον Δικαιοδόχο. Όμως, ο Δικαιοπάροχος έχει τη δυνατότητα να επιβάλει στον Δικαιοδόχο μέγιστες τιμές μεταπώλησης των εμπορευμάτων, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτές δεν ισοδυναμούν με πάγιες ή ελάχιστες τιμές μεταπώλησης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Δικαιοδόχος περιορίζεται, ως προς την ελευθερία διαμόρφωσης των τιμών του, από τη φήμη των εμπορευμάτων της σύμβασης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διατίθενται σε τόσο χαμηλές τιμές, ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπιστία και η φήμη του συστήματος "...". 22.51. Εφόσον στο μέλλον επιτραπεί από τη νομοθεσία περί ελεύθερου ανταγωνισμού η δυνατότητα του Δικαιοπαρόχου να καθορίζει τις τιμές μεταπώλησης, συμφωνείται ότι ο Δικαιοπάροχος θα έχει δικαίωμα να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής στο πλαίσια της παρούσας σύμβασης. 22.52. Οι τιμές πώλησης των προϊόντων και των συναφών ειδών, που θα πραγματοποιεί ο όμιλος των εταιρειών "..." στον Δικαιοδόχο θα είναι εύλογες και ανάλογες προς τις τιμές που ισχύουν στην αγορά για τα αυτά ή παρεμφερή προϊόντα, θα παρέχουν, δε, ικανό κέρδος, που θα επιτρέπει την βιωσιμότητα της επιχείρησης του Δικαιοδόχου κατ' αντικειμενική κρίση. 22.53 Οι τιμές πώλησης των προϊόντων και συναφών ειδών, που θα πραγματοποιεί ο όμιλος των εταιρειών "..." σε καταστήματα λιανικής πώλησης δεν θα είναι κατώτερες από τις τιμές πώλησης, που παρέχονται στον Δικαιοδόχο. Σε περίπτωση δημιουργίας προβλήματος λόγω ανισότητας τιμών ο Δικαιοπάροχος δικαιούται να προστατέψει τον Δικαιοδόχο τροποποιώντας ανάλογα την τιμολογιακή πολιτική του. 22.54. Η πολιτική τιμών καθορίζεται αποκλειστικά από τον Δικαιοπάροχο και είναι συνάρτηση του κόστους κτήσης ή παραγωγής των προϊόντων ή υπηρεσιών, των δαπανών οργάνωσης, διαχείρισης και προβολής και της πολιτικής διείσδυσης στην αγορά. Ο Δικαιοπάροχος δηλώνει ότι οι τιμές λιανικής, που καθορίζει κινούνται στα επίπεδα των αντίστοιχων τιμών της αγοράς. 22.55. Ο όρος αυτός της σύμβασης δικαιόχρησης θεωρείται ουσιώδης και η συνεχής παραβίαση του δίνει το δικαίωμα στον Δικαιοδόχο να απαιτήσει και να πετύχει μείωση των τιμών λιανικής των συγκεκριμένων ειδών, χωρίς μείωση του μέσου όρου μικτού κέρδους του. Η πολιτική τιμών λιανικής δεν συνδέεται με άλλες δραστηριότητες του ομίλου των εταιρειών του Δικαιοπαρόχου σε τομείς χονδρικής πώλησης, μεγάλων διαγωνισμών κ.λ.π. [...].- Άρθρο 29: ΛΗΞΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ- ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. 22.98. Η παρούσα σύμβαση λήγει άνευ άλλου τινός μετά πάροδο δώδεκα (12) ετών από την έναρξη της ισχύος της, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 31.14. [...]. 22.101. Η σύμβαση αυτή μπορεί να καταγγελθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίος λόγος θεωρείται και η παράβαση οποιασδήποτε υποχρεώσεως, που προέρχεται από την παρούσα συμφωνία ή η μη άσκηση οποιουδήποτε καθήκοντος, που αναφέρεται στη σύμβαση αυτή και γενικά οποιαδήποτε παράβαση, που καθιστά επαχθή με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη τη συνέχιση της παρούσας σύμβασης μέχρι του χρόνου λήξης της. 22.102. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά: 22.103. Η μη καταβολή των ληξιπροθέσμων οφειλών προς τον Δικαιοπάροχο ή τις εταιρείες του ομίλου εταιρειών του Δικαιοπαρόχου. [...]. 22.113. Διακινδύνευση της φήμης του συστήματος με την επανειλημμένη άρνηση ή την σημαντική καθυστέρηση (άνω των 30 ημερών) ικανοποίησης μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων τρίτων (προμηθευτών, εκμισθωτών, άλλων συναλλασσόμενων με το σύστημα κλπ.). [...]. 22.115. Επίμονη μη τήρηση των υποχρεώσεων συνεργασίας και ενίσχυσης της συνοχής του συστήματος. 22.116. Συμπεριφορά έναντι και δηλώσεις ενώπιον τρίτων, που είναι βλαπτικές για τη φήμη του συστήματος και των μελών του. 22.117. Σοβαρή διατάραξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, που οφείλεται στη συμπεριφορά του Δικαιοδόχου. [...]. 22.125. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται και η περιέλευση του Δικαιοδόχου σε υπερημερία από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από την σύμβαση, που τυχόν έχει συνάψει με την τράπεζα EFG EUROBANK ή με οποιονδήποτε άλλο οργανισμό τραπεζικό, που θα επιλεγεί στο μέλλον...22.137. Πέρα από το κέρδος, που θα προκύπτει από την εκμετάλλευση του πακέτου franchise στην ΠΕΡΙΟΧΗ, ο Δικαιοδόχος καμία άλλη αξίωση θα έχει ούτε θα διατηρεί κατά του Δικαιοπαρόχου, παραιτούμενος από σήμερα κάθε τέτοιας τυχόν αξίωσής του [...] Περαιτέρω, προέκυψε ότι σε εκτέλεση των, ως άνω, ιδιωτικών συμφωνητικών οι δικαιοδόχοι λειτούργησαν από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 δύο (2) καταστήματα, ήτοι το ευρισκόμενο επί της ... αρ. 84, εμβαδού 29 τ.μ. (ΚΑΓΕΜ 1) και το ευρισκόμενο επί της οδού ... αρ. 33, εμβαδού 17 τ.μ. (ΚΑΓΕΜ 2). Ωστόσο, το καλοκαίρι του έτους 2005, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ δικαιοπαρόχου και δικαιοδόχων αποφασίστηκε η μεταστέγαση του ΚΑΓΕΜ 2 σε μεγαλύτερο σε επιφάνεια κατάστημα, εμβαδού 70 τ.μ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... ("νέο ΚΑΓΕΜ 2"). Αποδείχθηκε, δε, ότι η ανωτέρω απόφαση ελήφθη, μετά από πρόταση της δικαιοπαρόχου, λόγω της μικρής χωρητικότητας του ΚΑΓΕΜ 2, την οποία αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να αποδεχθούν οι δικαιοδόχοι, αφενός, μεν, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η ολιγόμηνη μέχρι εκείνο το χρονικό διάστημα συνεργασία τους και αφετέρου λόγω της ρητής διαβεβαίωσης, που είχαν λάβει από τη δικαιοπάροχο για μελλοντικό κλείσιμο του ΚΑΓΕΜ 1, καθότι το νέο κατάστημα ήταν αρκετά ευρύχωρο...Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τα καταστήματα των δικαιοδόχων είχαν αρχίσει να υπολειτουργούν, ήδη, από το μήνα Μάρτιο του έτους 2007, καθόσον, λόγω οικονομικής αδυναμίας των τελευταίων να ανταπεξέλθουν, αφενός μεν στα έξοδα λειτουργίας τους και αφετέρου στην οφειλή, που είχε δημιουργηθεί προς τη δικαιοπάροχο για τα πωληθέντα από αυτή προϊόντα και υπηρεσίες, η τελευταία δεν τους προμήθευε με προϊόντα, με αποτέλεσμα να διακόψουν οι δικαιοδόχοι τη λειτουργία του ΚΑΓΕΜ 1, ήδη, από το μήνα Μάρτιο του έτους 2007. Στις 28.12.2007, οπότε και επιδόθηκε στη δικαιοπάροχο η από 27.12.2007 εξώδικη δήλωση -διαμαρτυρία των δικαιοδόχων, οι τελευταίοι ζήτησαν από αυτή την αποκατάσταση της ζημίας, που ισχυρίστηκαν ότι τους προκάλεσε η εκτιθέμενη στο εν λόγω εξώδικο αντισυμβατική, παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της, ενώ ταυτόχρονα κάλεσαν τη δικαιοπάροχο να συναινέσει στην ολοκλήρωση των διαδικασιών για τη διακοπή λειτουργίας των, ως άνω, καταστημάτων στη Π.. Στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση η "..." επικαλούμενη επιδίωξη των δικαιοδόχων να αποφύγουν την εξόφληση της, προς αυτήν, οφειλής τους ύψους 264.715,14 ευρώ, τους κάλεσε στις 15.01.2008, με την από 07.01.2008 εξώδικη δήλωση της, να προχωρήσουν σε επαναλειτουργία του ΚΑΓΕΜ 1 και σε εξόφληση της οφειλής τους. Σε απάντηση, όμως, αυτής οι δικαιοδόχοι, με την από 14.3.2008 εξώδικη δήλωσή τους, τελικά κατήγγειλαν στις 28.3.2008 ρητά τη σύμβαση δικαιόχρησης και για τα δύο καταστήματα, επικαλούμενοι υπαιτιότητα της δικαιοπαρόχου. Περαιτέρω, αναφορικά με την αιτία της καταγγελίας αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:.... Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η εκ μέρους των δικαιοδόχων γενόμενη καταγγελία των επίδικων (δύο) συμβάσεων δικαιόχρησης οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, αφού λόγω της οφειλόμενης στις παραπάνω αιτίες, οικονομικής τους κατάρρευσης, κατέστη γι' αυτούς, κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ανέφικτη η συνεργασία τους με την "...". Περαιτέρω, η ίδια αυτή καταγγελία πρέπει να αποδοθεί σε υπαιτιότητα της δικαιοπαρόχου, η οποία, πλην της συμφωνίας της περί εξαγοράς της, η οποία δεν της καταλογίζεται, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσε επιλογή της, στα πλαίσια της ευχέρειας της να διαμορφώνει την επιχειρηματική της πολιτική, αναλαμβάνοντας όλους τους συνεπαγόμενους εξ αυτής κινδύνους, με την υπόλοιπη, ως άνω περιγραφείσα καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της κατέστησε επαχθή βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη συνέχιση των ως άνω συμβάσεων δικαιόχρησης και οδήγησε τους δικαιοδόχους στην οικονομική κατάρρευση. Έτσι, με βάση τα ανωτέρω, οι ακόλουθες ενέργειες της ... αντίκεινται στα χρηστά ήθη και συνιστούν αθέμιτο ανταγωνισμό (παραβάσεις των άρθρων 1 και 18α του ν.146/1914) και συγκεκριμένα: α) η δημιουργία εκτεταμένου δικτύου σημείων προώθησης και πώλησης ίδιων προϊόντων απευθυνόμενων στο ίδιο καταναλωτικό κοινό μέσω ανάπτυξης ανταγωνιζομένων μεταξύ τους -με άνισους όμως όρους - καταστημάτων ... και ..., που αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στην εξασφάλιση κυρίαρχης θέσης, όχι μόνο στην τοπική αγορά της Π. αλλά και πανελληνίως και στη μέσω αυτής επίτευξη βέλτιστου τιμήματος κατά την εξαγορά της από την ..., β) ο σφετερισμός των δαπανών και του μόχθου των δικαιοδόχων και η καταχρηστική εκμετάλλευση της οικονομικής εξάρτησης των επιχειρήσεων τους από αυτήν (...) , συνιστάμενη στον εξαναγκασμό τους για μετεγκατάσταση του ενός καταστήματος, αμέσως μετά την έναρξη συνεργασίας τους, στη διατήρηση δύο καταστημάτων, αν και αυτό δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες της τοπικής αγοράς και ήταν εμφανώς ζημιογόνο για τους δικαιοδόχους, στην επιβολή αυστηρής και άνευ ικανοποιητικού περιθωρίου κέρδους τιμολογιακής πολιτικής, καθώς και όρων περί επίτευξης αδύνατων αντικειμενικά, λόγω των συνθηκών, στόχων, που αποσκοπούσαν στην αύξηση του τζίρου της και ουσιαστικά στη, μέσω αυτής, επαύξηση του τιμήματος των προς αγορά εταιρειών του ομίλου της, ενέργειες στις οποίες προέβη η ..., αποδεχόμενη, ως ενδεχόμενη, την οικονομική καταστροφή των δικαιοδόχων της, και γνωρίζοντας ότι οι επιχειρήσεις των τελευταίων τελούσαν σε άμεση οικονομική εξάρτηση από αυτήν κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω. Ως εκ τούτου οι καταγγέλλοντες δικαιοδόχοι δικαιούνται να απαιτήσουν από την υπαιτίως προκαλέσασα την καταγγελία δικαιοπάροχο, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω των εκτιθέμενων ανωτέρω. Οι ενάγοντες κατά το χρόνο λειτουργίας των επιχειρήσεων τους, μέσω της τρίτης ενάγουσας εταιρείας στα πλαίσια των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης (αποτυπωθείσα σε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, όπως προεκτέθηκε), δεν αποκόμισαν κέρδη αλλά η εταιρεία εμφάνισε θετική ζημία, συνολικού ύψους 92.103,30 ευρώ, η οποία αντιστοιχεί κατ' έτος, στην διαφορά του ποσού του ετήσιου κύκλου εργασιών και του λειτουργικού κόστους, στο οποίο συνυπολογίζεται το κόστος των πωληθέντων προϊόντων ανά έτος και οι δαπάνες χρήσης δηλαδή η δαπάνη για τα άμεσα έξοδα αγορών κατ' έτος. ... Περαιτέρω, απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν κρίνεται το κύριο αίτημα της αγωγής, όπως αυτό αναφέρθηκε ανωτέρω, με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας λόγω απώλειας κερδών, προσδιορισθέντων σε μεικτό ποσοστό 43% επί του ετήσιου κόστους αγοράς προϊόντων αφενός κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκονταν σε ισχύ οι επίδικες συμβάσεις, αφετέρου από την επίδικη καταγγελία των συμβάσεων έως τη συμφωνημένη λήξη αυτών αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία, που αναγκάσθηκαν να ασκήσουν από υπαιτιότητα της εναγομένης. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συνομολογήθηκε εγγράφως ή προφορικώς, ότι το μεικτό κέρδος από την συνεργασία τους και τη λειτουργία των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης θα ανέρχεται σε ποσοστό 43% επί του κόστους αγοράς των προϊόντων από την εναγομένη. Στις επίδικες συμβάσεις δικαιόχρησης ουδέν σχετικό διαλαμβάνεται, παρότι με αυτές ορίσθηκαν άπαντες οι όροι συνεργασίας, ο τρόπος λειτουργίας των επιχειρήσεων, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών. Ούτε προφορική τέτοια συμφωνία αποδείχθηκε. Πράγματι, ο όρος αυτός περί ετήσιου μεικτού κέρδους 43% επί των συνολικών αγορών στις οποίες προβαίνει ο δικαιοδόχος, είχε προβλεφθεί σε κάποιες παλαιές συμβάσεις δικαιόχρησης, ωστόσο πρόκειται για συμβάσεις του έτους 1998, όταν κύριο αντικείμενο πώλησης και εμπορίας των καταστημάτων ..., το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του με την εμπορία μπαταριών, εξακολουθούσε να είναι οι μπαταρίες και το ποσοστό αυτό ίσχυε για την κατηγορία των μπαταριών κατά τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο ακολούθως, κατά τη δεκαετία του 2000, το δίκτυο καταστημάτων ... μετεξελίχθηκε σταδιακά με την είσοδο της κινητής τηλεφωνίας στη χώρα, σε παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και προϊόντων τεχνολογίας και κατέστη εντελώς διαφορετικό σε σχέση με αυτό που ξεκίνησε αρχικά. Άλλωστε σε παλιές συμβάσεις που είχε προβλεφθεί ο όρος αυτός, ακολούθως κατά την τροποποίηση αυτών το έτος 2009 δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτές ο εν λόγω όρος...Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι εάν η ενάγουσα δικαιοδόχος εταιρεία δεν ήταν ζημιογόνος εξαιτίας της ως άνω και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης, θα καθίστατο κερδοφόρος, αποκομίζουσα μικτό περιθώριο κέρδους ανερχόμενο κατά μέσο όρο σε 21% επί του συνολικού κύκλου εργασιών της, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τα έσοδα τόσο από τις πωλήσεις εμπορευμάτων όσο και από την παροχή υπηρεσιών. Περί τούτου καταθέτουν σχετικώς οι μάρτυρες των εναγόντων...Το καθαρό δε, κέρδος κατά τις ανωτέρω περιστάσεις, αφαιρουμένων των λειτουργικών εξόδων, προσδιορίζεται σε ποσοστό 8 έως 12% επί του συνολικού κύκλου εργασιών, όπως σχετικώς καταθέτουν οι μάρτυρες της εναγομένης... Στην προκειμένη εξεταζόμενη περίπτωση, το καθαρό κέρδος των εναγόντων, αφαιρουμένων των λειτουργικών εξόδων, προσδιορίζεται σε ποσοστό 8% επί του συνολικού κύκλου εργασιών, δεδομένου ότι οι ενάγοντες είχαν αυξημένες δαπάνες διότι υποχρεούνταν να καλύψουν τις λειτουργικές δαπάνες δύο καταστημάτων και τη μισθοδοσία περισσότερων υπαλλήλων, και συγκεκριμένα τριών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η τρίτη ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ήταν σε λειτουργία οι επίδικες συμβάσεις, πραγματοποίησε μεικτά έσοδα συνολικού ύψους 1.555.878,20 ευρώ, προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσαν οι ενάγοντες, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, τα οποία θα αποκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο ποσό των (1.555.878,20 Χ 8 % =)124.470,25 ευρώ και, επίσης, αφού δέχθηκε ότι η τρίτη ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων έως τον συμφωνηθέντα χρόνο λήξης αυτών, θα πραγματοποιούσε μεικτά έσοδα συνολικού ύψους 1.421.370,10 ευρώ, προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία οι ενάγοντες θα αποκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα οποία απώλεσαν, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, στο ποσό των (1.421.370,10 Χ 8 % =)113.709,60 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν προέβη σε ερμηνεία των επιδίκων συμβάσεων δικαιόχρησης, αναφορικά με τον προσδιορισμό, κατά το επικουρικό αίτημα, της αποθετικής ζημίας της δικαιοδόχου εταιρείας, δεχόμενο ποσοστό μεικτού κέρδους αυτής ύψους 21 %και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει, αλλά ούτε και προσέφυγε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς περιεχομένου των συμβάσεων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά, αντιθέτως, η πιο πάνω κρίση του ότι το μεικτό κέρδος της ανέρχεται στο ως άνω ποσοστό, αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, ότι το Εφετείο για την κατάφαση της ύπαρξης πρόβλεψης στις επίδικες συμβάσεις περί μεικτού κέρδους ύψους 21%, προχώρησε σε ερμηνεία αυτών, παραβιάζοντας ευθέως τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. αλλά και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκούς ατιολογίας, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνεπώς είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019). Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π.855/2021).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 (μόνον και όχι από τον αριθ. 14) πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα, ενώ, αντιθέτως, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι στις ένδικες συμβάσεις δικαιόχρησης ουδεμία συμβατική εγγύηση για ελάχιστο ποσοστό κερδοφορίας υπάρχει υπέρ του δικαιοδόχου, τον οποίο, βέβαια, δέχθηκε κατά το κύριο αίτημα αποζημίωσης για αποθετική ζημία, αλλά δεν τον αξιολόγησε κατά το επικουρικό αίτημα (αποζημίωσης για αποθετική ζημία), ενώ έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους, την ύπαρξη αξίωσης αποζημιώσεως συνισταμένης σε καθαρά κέρδη υπολογιζόμενα σε ποσοστό 8% επί του κύκλου εργασιών. Ο ανωτέρω λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά πρόκειται για αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, ο οποίος και αποκρούστηκε από το Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, δεχόμενο, αναφορικά με το μεικτό κέρδος της τρίτης ενάγουσας, ότι αυτό ανήλθε στο ως άνω ποσοστό, με βάση τα περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, αφού η επικαλούμενη με αυτόν αξίωση προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων αποτελούσε περιεχόμενο της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, η δε κρίση του εφετείου ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 του Ν. 3994/2011, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου και παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα, είτε με τις προτάσεις του, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είτε με δήλωσή του στα πρακτικά, να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της αγωγής (Α.Π.201/2021, ΑΠ 389/2010). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α' του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.Α.Π.2/1994, Α.Π. 1374/2019, Α.Π.597/2019, Α.Π.1/2017), όχι όμως και όταν πρόκειται απλώς για συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση του αγωγικού ισχυρισμού, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει τη βάση της αγωγής (Α.Π.201/2021,Α.Π.389/2010). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ. την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ.1 και 221 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (Α.Π.720/2019). Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή, ακόμη και στις αξιώσεις του άρθρου 250 Α.Κ., αρχίζει από την άσκηση αυτής, διακοπτόμενη δε μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, αρχίζει εκ νέου απ` αυτήν. Εξάλλου, ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή. Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα, οι λόγοι εκείνοι, που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης, υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 826/2020, ΑΠ 113/2019). Επίσης, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτήν προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξιώσεως (Α.Π.505/2020).Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, η εφεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προτείνει την ένσταση πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, συνολικού ποσού 92.103,30 ευρώ, ισχυριζόμενη, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση πέντε ετών από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της κατά τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007, με συνέπεια η ένδικη απαίτηση να έχει παραγραφεί. Η ένσταση αυτή, που παραδεκτώς υποβλήθηκε, είναι νόμιμη (άρθρο 937 ΑΚ), και θα πρέπει να συνεξετασθεί στην ουσία με την αντένσταση διακοπής παραγραφής κατ' άρθρο 263 ΑΚ, που πρότειναν καθ' υποφοράν οι ενάγοντες στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και αναλύουν στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, άσκησαν αρχικά κατά της εναγομένης, την από 05-02-2009 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεσαν μεταξύ άλλων ότι εξαιτίας της περιγραφόμενης σε εκείνην την αγωγή αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης στα πλαίσια λειτουργίας των μεταξύ τους συμβάσεων δικαιόχρησης, υπέστησαν περιουσιακή ζημία, κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος των συμβάσεων, ήτοι από 17-12-2004, έως την καταγγελία την οποία αναγκάστηκαν να ασκήσουν λόγω της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης. Την ζημία αυτή προσδιόρισαν ως ακολούθως: Στο κεφάλαιο της αγωγής με τίτλο "Β. ΑΠΟΘΕΤΙΚΗ ΖΗΜΙΑ - ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ" και στη στήλη 6 με τον τίτλο "φορολογητέα κέρδη" του πίνακα, όπου περιγράφονται οι αξιώσεις των εναγόντων, αναφέρεται ανά έτος η ζημία των εναγόντων και συγκεκριμένα για το 2004 ευρώ 5.048,38, για το έτος 2005 ευρώ 10.479,66, για το έτος 2006 ευρώ 48.883,47, για το έτος 2007 ευρώ 27.691,79. Τα ανωτέρω ποσά φέρονταν ως μέρος της αιτούμενης αποζημίωσης των 761.107,72 ευρώ, η οποία προέκυπτε από το σύνολο των διαφυγόντων κερδών και των υφισταμένων ζημιών στις οποίες έχουν συνυπολογίσει τα κατ' έτος ανωτέρω μερικότερα ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 576/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια κατόπιν άσκησης από τα αντίδικα μέρη, δύο συναφών εφέσεων, εκδόθηκε η με αριθμό 2090/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως αόριστη κατά το ως άνω αίτημα δηλαδή κατά το αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης, ύψους 761.107,72 ευρώ, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε συνυπολογισθεί και το ποσό της ανά έτος θετικής ζημίας των εναγόντων. Μετά την απόρριψη της ως άνω πρώτης αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, άσκησαν την από 02-11-2017 ένδικη αγωγή, κατά της ίδιας εναγομένης εταιρείας και επικαλούμενοι τις ίδιες συμβάσεις δικαιόχρησης και τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, ζήτησαν μεταξύ άλλων, την επιδίκαση των ίδιων προαναφερόμενων μερικότερων κονδυλίων, συνολικού ποσού 92.103,30 ευρώ. Εν προκειμένω μεταξύ της από 05-02-2009 πρώτης αγωγής και της από 02-11-2017 ένδικης αγωγής υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθώς και ταυτότητα της νομικής και ιστορικής βάσης τους, καθόσον τα περιεχόμενα στις αγωγές ουσιώδη πραγματικά περιστατικά είναι τα ίδια, υπάγονται στους ίδιους κανόνες δικαίου, ενώ ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους ως προς τη συμπλήρωση της αοριστίας της πρώτης αγωγής, δεν αναιρούν την ταυτότητα της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών αυτών. Παρά το γεγονός ότι η πρώτη αγωγή δεν ήταν σαφής ως προς τον προσδιορισμό της θετικής ζημίας των εναγόντων κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης, από το περιεχόμενο της μπορούσε να συναχθεί ευχερώς ότι οι εναγόντες επιδίωκαν την επιδίκαση αποζημίωσης για τη θετική ζημία που υπέστησαν κατά χρονικό διάστημα λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης, την οποία (θετική ζημία) είχαν συνυπολογίσει κατά τα ισόποσα ανωτέρω μερικότερα κατ' έτος ποσά, στην αιτούμενη ως αποθετική ζημία αυτών. Για την ίδια αξίωση των 92.103,30 ασκείται εν μέρει και η ένδικη αγωγή. Το γεγονός ότι στην πρώτη αγωγή τα ποσά είχαν συνυπολογισθεί στην αποθετική ζημία και δεν ζητούνταν χωριστά, δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαφοράς για την οποία πρόκειται και για την οποία έχει παρασχεθεί δικαστική προστασία διότι προσεγγίζοντας το ιστορικό των δύο αγωγών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ως προς το ότι αυτό που ζητήθηκε με την δεύτερη αγωγή ταυτίζεται με εκείνο που είχε ζητηθεί με την πρώτη αγωγή. Συναφώς, η ένδικη υπόθεση αφορά αγωγή με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω θετικής ζημίας των εναγόντων, την οποία υπέστησαν από την συμπεριφορά της εναγομένης ερειδομένη στην αυτή νομική και ιστορική αιτία, όπως και η πρώτη αγωγή που είχε το ίδιο αντικείμενο και την ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και ιστορική αιτία, με τις αναγκαίες όμως διαφοροποιήσεις σε σχέση με την πρώτη αγωγή, με τις οποίες συμπληρώθηκαν οι ασάφειες και οι ελλείψεις της πρώτης αγωγής, που προκάλεσαν την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστης. Η κατά τα άνω δε ταυτότητα της θεμελίωσης των ως άνω αγωγών αρκεί για την επέλευση της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ συνέπειας, δηλαδή της μη συμπλήρωσης της πενταετίας (ΑΚ 937) κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ως εκ τούτου η άσκηση της πρώτης αγωγής, πριν την παρέλευση της πενταετίας, διέκοψε την παραγραφή της ένδικης αξίωσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η παραδεκτώς προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής κατ' άρθρο 263 του ΑΚ, την οποία οι ενάγοντες έχουν προβάλλει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους και την οποία αναλύουν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού η ένδικη από 02-11-2017 αγωγή, επιδοθείσα στις 03-11-2017 ... ασκήθηκε εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευση στις 04-05-2017 της με αριθμό 2090/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω ως αόριστη η από 05-02-2009 αγωγή...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι μεταξύ της πρώτης αγωγής και της ένδικης αγωγής υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθώς και ταυτότητα της νομικής και ιστορικής βάσης τους, ως προς την αξίωση των 92.103,30 ευρώ ως αποζημίωση για θετική ζημία, έκρινε βάσιμη την προταθείσα από τους αναιρεσίβλητους αντένσταση διακοπής της παραγραφής και απέρριψε την ένσταση, που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα, περί παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ., περί μη μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής, καθώς η όλη δόμηση της ιστορικής βάσης της πρώτης αγωγής, ως προς τη διεκδίκηση της θετικής ζημίας, βασιζόταν σε εντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από αυτά που περιελήφθησαν στην ιστορική βάση της δεύτερης αγωγής, προκειμένου να επιδιωχθεί η ως άνω αποζημίωση ύψους 92.103,30 ευρώ για θετική ζημία, η οποία έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον η έγερση της δεύτερης αγωγής δεν οδήγησε σε διακοπή της παραγραφής. Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται μόνον επί παραβάσεως κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ. (A.Π.100/2018, Α.Π.1962/2014, Α.Π.898/2009). Ανεξαρτήτως αυτού, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της πρώτης αγωγής, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ και δεν παραβίασε αυτές, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή, κατ' άρθρο 263 Α.Κ., της αντένστασης διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης παραγραφής, αφού κατά τις ως άνω παραδοχές, η υπό κρίση αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επιδοθείσα στην αναιρεσείουσα στις 3-11-2017, ασκήθηκε εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση στις 4-5-2017 της υπ' αριθ. 2090/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η προηγούμενη, από 5-2-2009, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που στηριζόταν στην ίδια με αυτή ιστορική και νομική αιτία, με αποτέλεσμα να θεωρείται διακοπείσα η παραγραφή της ένδικης αξίωσης με την επίδοση της ως άνω αρχικής αγωγής πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα άρθρα 522, 524, 535 παρ.1 και 536 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στα όρια που καθορίζονται από αυτήν και τους πρόσθετους λόγους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει, ως προς την αγωγή, την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξουσία σχετικά με το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό της αγωγής και μπορεί αν ο εκκαλών παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του να εξετάσει αυτεπάγγελτα και να την απορρίψει μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ως μη νόμιμη χωρίς έτσι να γίνεται η εκδιδόμενη απόφαση επιβλαβέστερο γι' αυτόν. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή λόγου έφεσης και τη διακράτηση από αυτό της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση δεν δεσμεύεται πλέον από την αρχή της μη χειροτέρευσης του εκκαλούντος, η εξουσία του όμως αυτή να εξετάζει τα θέματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522Κ.Πολ.Δ. δηλαδή στο μέτρο που η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η τελευταία αυτή διάταξη ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως, από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε - παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (Α.Π.1141/2001). Αν εξετασθούν σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης ή αντέφεσης και μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (A.Π.1344/2015). Συνεπώς, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (A.Π.1344/2015, Α.Π.1677/2010, Α.Π.1255/2009). Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των εναγόντων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, παρά την απόρριψη της αγωγής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτης ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων για το σύνολο των αιτημάτων τους, πλην του κονδυλίου των 132.061,63 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, το οποίο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τόσο στο σκεπτικό της όσο και στο διατακτικό της, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ως προς την παραπάνω διάταξή της, χωρίς σχετικό λόγο έφεσης εκ μέρους των δύο πρώτων εναγόντων, και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ως προς τους παραπάνω ενάγοντες, αναγνωρίζοντας "την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες" το συνολικό ποσό των 330.283,15 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένου σ' αυτό του κονδυλίου των 132.061,62 ευρώ που απορρίφθηκε ως αβάσιμο). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, εξέτασε και δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο έφεσης και ερεύνησε κεφάλαιο που δεν εκκλήθηκε ούτε μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, αφού παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, η υπό κρίση από 14-7-2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η υπ' αριθ.2222/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το κεφάλαιο που, μετά την εξαφάνιση της υπ'αριθ.194/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο, την εκδίκαση απ' αυτό της από 2-11-2017 αγωγής και την παραδοχή εν μέρει της αγωγής από το Εφετείο, αναγνώρισε "την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες" το συνολικό ποσό των 330.283,15 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως ορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.) Β. Επί της από 10/9/2021 αίτησης αναίρεσης των Μ. Γ. κ.λ.π. Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1484/2021, Α.Π.1223/2021). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Α.Π. 1864/2017, Α.Π.97/2016, Α.Π.677/2015). Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.87/2013, Α.Π.1304/2012, Α.Π.292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π.576/2018, Α.Π.360/2016, Α.Π.237/2016, Α.Π.1935/2014). Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα... και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...Για την ένταξή τους στο ενιαίο δίκτυο διανομής και για την, από αυτούς, χρήση και εκμετάλλευση του πακέτου δικαιόχρησης οι δικαιοδόχοι κατέβαλαν στη δικαιοπάροχο για δικαιώματα (royalties) το εφάπαξ ποσό των 1.467 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, για κάθε κατάστημα. Επίσης, την ίδια ημέρα (16.12.2004) υπεγράφη μεταξύ των ως άνω δικαιοδόχων και των προηγούμενων δικαιοδόχων, ήτοι της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και των ομορρύθμων εταίρων αυτής, Ε. Γ. και Χ. Χ., η μεταβίβαση των επιχειρήσεων, που οι ανωτέρω λειτουργούσαν, επίσης, ως μέλη του δικτύου καταστημάτων ... στα ίδια παραπάνω καταστήματα από το έτος 1999, με τους οποίους συμφωνήθηκε η καταβολή της αξίας του πάγιου εξοπλισμού των ως άνω καταστημάτων, συνολικού ποσού 14.000,00 ευρώ (πλέον ΦΠΑ), ενώ παράλληλα, λίγες ημέρες νωρίτερα, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ανωτέρω, η καταβολή του ποσού των 132.061,63 ευρώ ως τίμημα για την μεταβίβαση της επιχείρησης από τους προηγούμενους δικαιοδόχους στους ενάγοντες με την ειδικότερη συμφωνία να κατατεθεί το ποσό αυτό σε λογαριασμό της δικαιοπαρόχου ..., προκειμένου να καλυφθεί μέρος της οφειλής των προηγούμενων δικαιοδόχων προς τη .... Πράγματι, προς εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, στις 10-12-2004, λίγες ημέρες πριν από την σύναψη των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης, το ποσό των 132.061,63 ευρώ καταβλήθηκε από τον πρώτο ενάγοντα, Μ. Γ., στην ..., η οποία το πίστωσε την ίδια ημέρα (10.12.2004) στο λογαριασμό της απερχόμενης δικαιοδόχου εταιρείας. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, το άνω ποσό των 132.061,63 ευρώ δεν καταβλήθηκε στην εναγομένη, ...όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες,... ως συμφωνηθείσα μεταξύ τους προκαταβολή για την αγορά από την εναγομένη προϊόντων, που θα αφαιρούταν μελλοντικά από το τίμημα αυτών, και το οποίο κατά τον ισχυρισμό τους, ουδέποτε συνέβη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο των 132.061,63 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι μεταξύ αυτών και του προηγούμενου δικαιοδόχου, ήτοι της εταιρείας "....", είχε υπάρξει συμφωνία για την καταβολή του ποσού των 132.061,63 ευρώ ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση σ' αυτούς της επιχείρησης των προηγούμενων δικαιοδόχων. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων (εναγόντων) περί καταβολής από αυτούς στην αναιρεσίβλητη, ενόψει της σύναψης της επίμαχης σύμβασης, του ανωτέρω ποσού των 132.061,63 ευρώ ως προκαταβολή για την αγορά προϊόντων και, συνεπώς, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ότι είχε συμφωνηθεί η καταβολή του ποσού των 132.061,63 ευρώ ως τίμημα για την μεταβίβαση της επιχείρησης από τους προηγούμενους δικαιοδόχους στους ενάγοντες, με την ειδικότερη συμφωνία να κατατεθεί το ποσό αυτό σε λογαριασμό της δικαιοπαρόχου ..., προκειμένου να καλυφθεί μέρος της οφειλής των προηγούμενων δικαιοδόχων προς τη ..., το οποίο και πράγματι καταβλήθηκε. Ανεξαρτήτως αυτού, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι περιέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, εφόσον αφενός μεν δέχτηκε ότι υπήρχε γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτών και της εταιρείας "...." που αφορούσε στην μεταβίβαση των επιχειρήσεων, με τους οποίους συμφωνήθηκε η καταβολή της αξίας του πάγιου εξοπλισμού των ως άνω καταστημάτων συνολικού ποσού 14.000,00 ευρώ, αφετέρου δε έκρινε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ανωτέρω η καταβολή του ποσού των 132.061,63 ευρώ ως τίμημα για τη μεταβίβαση της επιχείρησης από τους προηγούμενους δικαιοδόχους στους ενάγοντες με την ειδικότερη συμφωνία να κατατεθεί το ποσό αυτό σε λογαριασμό της δικαιοπαρόχου ..., προκειμένου να καλυφθεί μέρος της οφειλής των προηγούμενων δικαιοδόχων προς τη .... Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτουμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι η συμφωνία μεταξύ των ως άνω δικαιοδόχων και των προηγούμενων δικαιοδόχων (εταιρείας με την επωνυμία "...."), κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης από τους προηγούμενους δικαιοδόχους στους ενάγοντες, περί καταβολής του ποσού των 14.000,00 ευρώ αφορούσε την αξία του πάγιου εξοπλισμού των ως άνω καταστημάτων, και β) ότι η συμφωνία μεταξύ των ανωτέρω, περί καταβολής του ποσού των 132.061,63 ευρώ αφορούσε το τίμημα για την μεταβίβαση της επιχείρησης από τους προηγούμενους δικαιοδόχους στους ενάγοντες, με την ειδικότερη συμφωνία αυτό να κατατεθεί σε λογαριασμό της δικαιοπαρόχου ..., προκειμένου να καλυφθεί μέρος της οφειλής των προηγούμενων δικαιοδόχων προς τη .... Επομένως ο ως άνω λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση από 10-9-2021 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται εν μέρει την Α' από 14/7/2021 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "....". Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθ.2222/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και ειδικότερα μόνο κατά το κεφάλαιο που, μετά την εξαφάνιση της υπ'αριθ.194/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τη διακράτηση της υπόθεσης, την εκδίκαση της από 2-11-2017 αγωγής και την παραδοχή εν μέρει της αγωγής αυτής, το Εφετείο, αναγνώρισε "την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες" το συνολικό ποσό των 330.283,15 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως ορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της Α' αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Απορρίπτει την Β 'από 10.9.2021 αίτηση των Μ. Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2222/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ