Αριθμός 730/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Ρ. του Ε., κατοίκου ... και 2. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία:" ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕ" που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντώνιο Χρόνη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:337/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 362/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-4-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 22-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (ΑΠ (Ολ) 36/1997). Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (ΑΠ (Ολ) 4/1994, ΑΠ (Ολ) 2/1992) κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 97 παρ.3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (αρθρ.104 εδ.β' ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από το προσκομιζόμενο υπό ημερομηνία 7-4-2011 κεκυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθ. 362/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, προκύπτει ότι τη συζήτηση αυτή επισπεύδει η αναιρεσείουσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παύλου Μιχ. Σειραδάκη, με παραγγελία του οποίου αρμόδιοι δικαστικοί επιμελητές στα πρωτοδικεία Χανίων και Αθηνών, επέδωσαν στους αναιρεσίβλητους αντίγραφα αυτής μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατ' αυτήν όμως δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ παραστάθηκαν νομίμως οι αναιρεσίβλητοι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, και ειδικότερα το υπ' αριθ. .../2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου Χανίων Χριστιάννας Γιαννουδάκη, προκύπτει ότι η απολειπομένη αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως, αφού η απολειπόμενη αναιρεσείουσα επισπεύδει νόμιμα τη παρούσα συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπό κρίση υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (αρθρ.576 παρ.1 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίση του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 424/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με το οποίο απέρριψε την από 5-8-2008 αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι η ίδια και ότι τον πρώτο αναιρεσίβλητο και οδηγό του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα, δεν έλαβε υπόψη του την προανακριτικά σχηματισθείσα ποινική δικογραφία και ειδικότερα την μαρτυρική κατάθεση του οδηγού του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και πρώτου αναιρεσιβλήτου, από την οποία προκύπτει ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν μεγαλύτερη της επιτρεπομένης, ο αιφνιδιασμός του οδηγού, ο τρόπος αντίδρασής του και οι κινήσεις της τραυματισθείσης πεζής προ του ατυχήματος. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τόσο από την περιεχομένη σ' αυτή γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία εκείνων της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την κατάθεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, το οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 1 του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται σης συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 177/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "... Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στις 10.9.2007 και ώρα 23.00', στο 2ο χλμ της επαρχιακής οδού Ταυρωνίτη-Βουκολιών. Η ενάγουσα διέσχιζε κάθετα την ανωτέρω οδό που είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και διπλής κυκλοφορίας. Έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας πλάτους 3,63 στο ρεύμα προς Ταυρωνίτη και 3,50 μέτρων στο ρεύμα προς Βουκολιές, που χωρίζονται με διαχωριστική γραμμή, ενώ υπάρχουν και ερείσματα εκατέρωθεν, πλάτους 0,83 και 1,34 μέτρων αντίστοιχα, ενώ κατά την ώρα του ατυχήματος λόγω της νύχτας και του ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού επικρατούσε σκοτάδι. Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές με αραιή κίνηση τροχοφόρων. Η ενάγουσα, 67 ετών, διέσχιζε κάθετα από δεξιά προς τα αριστερά, ήτοι από το προς Βουκολιές ρεύμα σε εκείνο προς Ταυρωνίτη, διερχόμενη πίσω από προσωρινά σταθμευμένο φορτηγό αυτοκίνητο και κατευθυνόμενη προς την παρακείμενη οικία της. Αφού είχε περάσει τη διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο προς Ταυρωνίτη ρεύμα πορείας, ήτοι σε απόσταση πέντε (5) μέτρων περίπου από την άκρη της οδού, παρασύρθηκε βίαια με το εμπρόσθιο τμήμα του με αρ. κυκλοφορίας ... ΚΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήταν ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976 στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Εξ αιτίας της σύγκρουσης το σώμα της ενάγουσας παρασύρθηκε σε απόσταση 45 μέτρων περίπου, αφού το άνω όχημα διάνυσε απόσταση 26,30 μέτρων τροχοπεδώντας και 18,30 μέτρων διαγωνίως μέχρι να σταματήσει στο δεξιό άκρο της οδού του προς Ταυρωνίτη ρεύματος πορείας, όπου και εναποτέθηκε το σώμα της παθούσας. Το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας, η οποία τη στιγμή της παράσυρσης διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της άνω οδού, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση τροχοφόρων και αφού διήλθε πίσω από σταθμευμένο προσωρινά κλειστό όχημα (φορτηγάκι), όπως μετά πειστικότητας κατατίθεται στην από 11.9.2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Σ., γείτονος της παθούσας του οποίου η αμερόληπτη κατάθεση δεν αμφισβητείται ούτε από την ενάγουσα, δεν αναιρείται δε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτει ότι "άκουσα ένα θόρυβο προερχόμενο από αυτοκίνητο, θόρυβο που κάνει ένα αυτοκίνητο όταν επιταχύνει με μεγάλη ταχύτητα. Βγαίνοντας έξω από το σπίτι μου, αντιλήφθηκα ένα όχημα να διαφεύγει από τον τόπο όπου είχε συμβεί το ατύχημα με κατεύθυνση από Ταυρωνίτη προς Βουκολιές ... ήταν ένα άσπρο φορτηγάκι, τύπου κλούβας, κλειστού υπερυψωμένης οροφής". Η ύπαρξη του πιο πάνω αυτοκινήτου, από το οποίο μάλλον εξήλθε η παθούσα και επεχείρησε την κάθετη διέλευση της οδού με πρόθεση να κατευθυνθεί προς την παρακείμενη οικία της, καθίσταται αναμφισβήτητη, καθόσον ο καταθέτων μάρτυρας, γείτονας και με καλές σχέσεις με την παθούσα, ενώ ήταν παντελώς άγνωστος με τον πρώτο των εναγομένων, βρίσκεται στον τόπο του ατυχήματος κατά την άφιξη των προανακριτικών υπαλλήλων και τη διενέργεια της έκθεσης αυτοψίας και καταθέτει την επόμενη του ατυχήματος ημέρα, εξηγεί δε επαρκώς και την πορεία του ζημιογόνου ως άνω αυτοκινήτου, συμπίπτει δε απολύτως και με την από 11.9.2007 προανακριτική απολογία του πρώτου των εναγομένων, η οποία σε συνδυασμό με το χρόνο του ατυχήματος και εκείνον των καταθέσεων αυτού και του μάρτυρα Α. Σ. δεν τίθεται καν υποψία συμπαιγνίας μεταξύ τους. Ειδικότερα, προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος, βαίνοντας με κανονική για τις συνθήκες κυκλοφορίας ταχύτητα, αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τα πίσω φώτα ενός αυτοκινήτου να κινείται ομορρόπως προς αυτόν που έδινε την εντύπωση ότι βρισκόταν σε κίνηση, πλην όμως πλησιάζοντας αντιλήφθηκε ότι αυτό ήταν σταματημένο στή μέση του δρόμου χωρίς να έχει θέσει σε κίνηση τα φώτα διακοπής πορείας (Alarm), οπότε κινήθηκε προοδευτικά προς τα αριστερά προκειμένου να αποφύγει και υπερβεί το σταθμευμένο όχημα και αφού το αντίθετο ρεύμα πορείας ήταν παντελώς ελεύθερο οχημάτων, πλην όμως κατά το χρόνο εκείνο κινήθηκε ανέλεγκτα η ενάγουσα, διασχίζουσα καθέτως όπως προεκτέθηκε, το οδόστρωμα και την οποία ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε από πολύ κοντινή απόσταση, με αποτέλεσμα παρά τη διενέργεια έγκαιρης τροχοπέδησης να μη δυνηθεί να την αποφύγει και να την παρασύρει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του. Η από την ενάγουσα εκδοχή του ατυχήματος σύμφωνα με την οποία εξήλθε της οικίας της και αφού βγήκε στο έρεισμα του προς Ταυρωνίτη ρεύματος πορείας κινήθηκε κατά μήκος αυτού προκειμένου να ασφαλίσει την γκαραζόπορτα, δεν είναι πειστική ως αντίθετη στις πιο πάνω παραδοχές, δεν εξηγείται δε επαρκώς και από την πορεία του ζημιογόνου οχήματος, καθόσον μετά την τροχοπέδηση φέρεται να έχει μεν διαγώνια αλλά συνεπή ευθύγραμμη πορεία εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας του, χωρίς όμως να κινηθεί έστω και για λίγο στο άνω έρεισμα της οδού. Υπό την εκδοχή αυτή το σώμα της παθούσας κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, θα έπρεπε να βρεθεί όχι εντός του οδοστρώματος ή του ερείσματος, όπως αποτυπώνεται στην έκθεση αυτοψίας και επιβεβαιώνεται από τον μάρτυρα Σ. στην προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή του, αλλά εκτός του ερείσματος και προς την περίφραξη του οικοπέδου της. Υπό τα δεδομένα αυτά, αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και των εντεύθεν ζημιών που προκλήθηκαν από τις σωματικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα είναι η ίδια ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις που ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ενδίκου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, τρόπο κίνησης και συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, και της παρασυρθείσης πεζής) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της τραυματισθείσης πεζής - αναιρεσείουσας. Επομένως, το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι σχετικοί, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-4-2011 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ.362/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ