Αριθμός 546/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2364/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1776/2006. ΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμ. πρωτ. 29/10-1-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 110/27-9-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά του 2364/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 1049/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατ' εξακολούθηση και δόλια χρεοκοπία, (άρθρα 13 περ. στ΄, 42 παρ. 1, 60, 98 και 386 παρ. 1α, 3α 398 ΠΚ και 685 παρ. 5 ΕΜΠ.Ν], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2- Η αίτηση αναιρέσεως ασκείται 1) δικαιωματικά από τον κατηγορούμενο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 482 παρ.1 εδ. α ΚΠΔ, καθόσον στρέφεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επιλήφθηκε κατόπιν της εφέσεως αυτού που άσκησε κατά του πρωτόδικου 1049/06 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, και τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και συναφές πλημμέλημα,2) εμπρόθεσμα, καθόσον ασκείται μέσα στην προθεσμία των δέκα ημερών από την επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, που έγινε σ' αυτόν στις 18-9-06 με παράδοση στα χέρια του, [βλ. το οικείο επιδοτήριο του δικ. επιμελητή ...], και 3) νομότυπα, καθόσον ασκήθηκε με δήλωση αυτού μέσω της εξουσιοδοτημένης συνηγόρου του Ερασμίας Νάκα ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών, για την οποία συντάχθηκε η οικεία έκθεση, και στην οποία περιέχονται τόσον οι αναγκαίες διατυπώσεις εγκυρότητας, όπως αυτές αναφέρονται στα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ, όσο και οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 484 παρ.1 περ. α, β και γ λόγοι αναιρέσεως, που είναι της απόλυτης ακυρότητας, της έλλειψης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας-εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε, [άρθρο 484 παρ. 1 περ. α, β και γ ΚΠΔ]. Είναι, επομένως, τυπικά δεκτή και εξεταστέα κατ' ουσία. 3- Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμα να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 περ. δ΄ και 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α΄ Κ.Π.Δ., επέρχεται και όταν το Δικαστικό Συμβούλιο παραλείψει αδικαιολογήτως να διατάξει την εμφάνιση ενώπιόν του του ζητήσαντος αυτήν κατηγορουμένου, για να παράσχει σ΄ αυτό διασαφήσεις, σχετικώς με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Το δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του εκτός από το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ προβλέπεται και από το άρθρο 20 του Συντάγματος και από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, [ΑΠ. 723/04 ΠΡ. ΛΟΓ. 04/240]. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιόν του αρμοδίου συμβουλίου, δηλ. μέχρι την προφορική ανάπτυξη από τον Εισαγγελέα της πρότασής του [Α.Π. 57/98 Ποιν.Δ. 98/275] και υποβάλλεται σ' αυτό μέσω του εισαγγελέα, [ΑΠ. 1426/02 ΠΟΙΝ. ΛΟ 02/1487, ΑΠ.1130/02 ΠΟΙΝ. ΛΟ. 02/733, ΑΠ. 680/99 ΠΧΡ. Ν/245], και μπορεί να υποβληθεί και με το δικόγραφο της εφέσεως, [ΑΠ. 1368/04 ΠΡ.ΛΟΓ 04/390] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη, ως αναγκαία για τη διαπίστωση της βασιμότητας του σχετιζομένου με αυτά λόγου αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ο αναιρεσείων με το 2364/06 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργηματική απάτη και δόλια χρεοκοπία [άρθρα (άρθρα 13 περ. στ΄, 42 παρ. 1, 60, 98 και 386 παρ.1α, 3α 398 ΠΚ και 685 παρ. 5 ΕΜΠ.Ν]. Ο αναιρεσείων κατά την άσκηση της εφέσεως και στη σχετική έκθεση αυτής περιέλαβε και το αίτημα της εμφάνισής του στο Συμβούλιο Εφετών κατά τη συζήτηση της υποθέσεως για την παροχή σχετικών διευκρινίσεων επί της κατηγορίας, πλην όμως το Συμβούλιο το παρείδε και δεν αποφάνθηκε επ' αυτού τίποτα το σχετικό. Έτσι, πρέπει να θεωρηθεί ότι απερρίφθη απ' αυτό σιωπηρώς, ενώ θα έπρεπε, σύμφωνα με τα άρθρα 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 306 Κ.Π.Δ., να αναβάλλει την κρίση του, μέχρις υποβολής από τον Εισαγγελέα σχετικής προτάσεως. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δεν τηρήθηκε η διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και το βούλευμα είναι αναιρετέο για απόλυτη ακυρότητα, [άρθρο 484 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ]. 4- Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, καθό μέρος αναφέρεται στον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, να αναιρέσει το βούλευμα τούτο και να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών προς νέα εξέταση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν. Για τούτο προτείνω Α-Να γίνει δεκτή η 110/27-9-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά του 2364/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β-Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα. Και Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ' αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς για τη διαπίστωση της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε, με το 1049/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για κακουργηματική απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα και για δόλια χρεοκοπία. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την από 20-4-2006 έφεση, ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Ενδίκων Μέσων, του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 145/2006 έκθεση εφέσεως. Στην έκθεση εφέσεως αυτή, εκτός των άλλων, διέλαβε και αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να παράσχει διευκρινήσεις επί της υποθέσεως. Το Συμβούλιο αυτό, με το προσβαλλόμενο 2364/2006 βούλευμά του απέρριψε σιωπηρώς το ως άνω αίτημα, χωρίς μάλιστα πρόταση του Εισαγγελέα επ' αυτού, απορρίψαν κατ' ουσίαν την έφεση. Έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα και, επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 519, 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 2364/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ