Αριθμός 2124/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Ζ. του Ι. , συζ. Σ. Β. , η οποία απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 10/2/2012 κλήση και κληρονομήθηκε από τον καλούντα, ως εκ διαθήκης καθολικού διαδόχου της που συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Του καλούντος Ι. Β. του Σ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ζαγγανά. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Β. συζ. Ν. Κ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ... 2)Ν. Σ. του Α., κατοίκου ... , 3)Φ. χήρας Δ. Γ. , το γένος Α. Σ. , κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2005 αγωγή της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τολοφώνος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/ΤΠ/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2009 αίτησή της. Μετά από ματαίωση κατά τη δικάσιμο της 11/1/2012, την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 10/2/2012 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο καλών, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 18/11/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 10-2-2012 κλήση του Ι. Β. του Σ. φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 26-3-2009 αίτηση της Α. Θ. Ι. Ζ., συζύγου Σ. Β. μητέρας του αιτούντος, κατά της υπ' αρ. 10/ΤΟ/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, λόγω της υπεισέλευσης μετά το θάνατό της στη θέση εκείνης ως αναιρεσείουσας ως μόνον εκ διαθήκης κληρονόμου της (άρθρα 286 περ. α και 290 ΚΠολΔ). Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα: 1) την υπ' αρ. πρωτ. ΔΥ/23-11-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων, 2) την από 31-10-2010 ιδιόγραφη διαθήκη της Α. Ζ.-Β. με το σχετικό πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσίευσης της και την υπ' αρ. 1531/8-7-2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που κηρύχθηκε κυρία, το πιστοποιητικό των εγγυτέρων συγγενών της θανούσας αρχικής αναιρεσείουσας, 3) το σχετικό πιστοποιητικό μη δημοσίευσης άλλης εκτός της παραπάνω διαθήκης, μη αποποίησης της κληρονομίας αυτής και μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος του καλούντος, 4) την υπ' αριθμ. ... /9-9-2013 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη και 5) την υπ' αριθμ. 31/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία πιστοποιεί το κληρονομικό δικαίωμα του αιτούντος, αποδεικνύεται ο θάνατος της αρχικής ενάγουσας και ότι ο καλών ως εκ διαθήκης κληρονόμος της σύννομα υπεισέρχεται στη προκειμένη αναιρετική δίκη στη θέση αυτής ως αναιρεσείουσας και ζητεί την επανάληψή της. Περαιτέρω από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα α) ... /29-9-2011 και ... /20-5-2013 εκθέσεις επίδοσης . 9120 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου Θεοφάνη Τσερεντζούλια, που αφορούν την πρώτη αναιρεσίβλητη (Β. Κ.-Γ. ), β) τις υπ' αριθμ. …/12-11-2009 και ... /16-5-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, που αφορούν το δεύτερο αναιρεσίβλητο (Ν. Σ. ) και γ) τις υπ' αριθμ. ... /28-9-2011, ... /21-5-2013 και ... 21-5-2013 του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών και από τις υπάρχουσες στο φάκελο της κρινόμενης υπόθεσης βεβαιώσεις των αρμοδίων Καναδικών αρχών που αφορούν την τρίτη αναιρεσίβλητη (Φ. χήρα Δ. Γ., το γένος Α. Σ. ), κάτοικο ... προκύπτει ότι νόμιμα και εμπρόθεσμα (σύμφωνα και με το άρθρο 15 της από 15-11-1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης όσο αφορά τις επιδόσεις προς την τρίτη αναιρεσίβλητη που είναι κάτοικος εξωτερικού), επέδωκε ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 10-2-2012 κλήσης του αναιρεσείοντος με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση αυτής στους προαναφερόμενους τρεις (3) αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφαση δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Ακόμη αυτοί δεν κατέθεσαν δήλωση μη παράστασής τους κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως το Δικαστήριο αυτό θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων που έχουν νόμιμα κλητευθεί να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ γ ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1846 ΑΚ νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομία υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής της κληρονομίας ή το σχετικό κληρονομητήριο. Δεδομένου δε ότι εδώ η μεταγραφή ενεργεί αναδρομικά (άρθρο 1199 ΑΚ) αρκεί αυτή να γίνει και μεταγενεστέρως και δεν εμποδίζεται η χρησικτησία εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της κτήσεως της νομής (ΑΠ 1789/2012, ΑΠ 485/2010, ΑΠ 849/2007, ΑΠ 448/2001, ΑΠ 408/1985) Συνεπώς και εφόσον, προκειμένου περί ακινήτου, επακολουθήσει μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας, η τακτική χρησικτησία υπολογίζεται από τη στιγμή κατά την οποία ο κάτοχος με καλή πίστη θα αρχίσει να εξουσιάζει φυσικώς το πράγμα με διάνοια κυρίου (ΑΠ 448/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας: "Το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και απεικονίζεται στο συνταχθέν το μήνα Απρίλιο του έτους 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-πολιτικού μηχανικού Θ. Κ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α, βρίσκεται στη θέση "... " της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος …του ομώνυμου Δήμου του Νομού .., έχει έκταση 2.265 τετραγωνικών μέτρων, και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Δ. Κ., Κ., Α. και Α. Π. Κατά το παρελθόν, ο επίδικος αγρός ανήκε στην κυριότητα της Ε. Κ. του Ι. και της Ζ., γεγονός το οποίο συνομολογείται από όλους τους διαδίκους, και η οποία απεβίωσε αδιάθετη στις 28.8.1959, και χωρίς να έχει σύζυγο και κατιόντες. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η προαναφερθείσα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο πατρικό σπίτι της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι ο επίδικος αγρός είχε περιέλθει κατά το έτος 1955 στην κυριότητα του πατέρα της Ι. Α. Ζ. με αγορά από την Ε. Κ., δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου, και ότι έκτοτε αυτός (Ι. Ζ.) τον καλλιεργούσε νεμόμενος αυτόν συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι τις 16.4.1985, οπότε και απεβίωσε, καταστάς τοιουτοτρόπως κύριος αυτού (επιδίκου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν αποδείχθηκε από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας, δεδομένου άλλωστε ότι η ενάγουσα δεν προσκομίζει το επικαλούμενο από αυτήν ιδιωτικό έγγραφο πώλησης του επιδίκου, ούτε όμως και η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης υπήρξε σαφής και ορισμένη σχετικά με τα προαναφερόμενα, καθόσον αυτός δεν ανέφερε αφενός το χρόνο σύναψης της επικαλούμενης σύμβασης ή τα υπόλοιπα επιμέρους στοιχεία αυτής, όπως το ύψος του τιμήματος, και αφετέρου ποιες ήταν οι πράξεις νομής που άσκησε ο Ι. Ζ. επί του επίδικου ακινήτου, ενώ παράλληλα δεν έχει ιδία γνώση και αντίληψη των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, καθόσον όσα αυτός καταθέτει είναι προϊόν των συζητήσεων που είχε στο παρελθόν με το Γ. Ζ. Αλλά και οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της ενάγουσας δεν επιβεβαίωσαν τα ως άνω υποστηριζόμενα από την τελευταία (ενάγουσα), λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέν αναφέρουν για το προλεχθέν ιδιωτικό έγγραφο καθώς και για πράξεις νομής από τον Ι. Ζ. επί του επίδικου αγρού. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, ή, επιπρόσθετα από κάποια μαρτυρική κατάθεση ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε στη νομή του για μια εικοσαετία τον προαναφερόμενο αγρό, κατά τρόπο ώστε να καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ως εκ τούτου ούτε και η ίδια η ενάγουσα κατέστη κυρία του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα της (Ι. Ζ. ) με κληρονομική διαδοχή, όπως αυτή διατείνεται. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας της ενάγουσας πριν από το θάνατο του είχε συντάξει την από 3.7.1984 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 11.11.1987 με το με αριθμό ... /6.11.1987 πρακτικό, καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …και κηρύχθηκε κυρία με την 1178/1987 απόφαση του ιδίου Πρωτοδικείου. Στην τέταρτη δε σελίδα αυτής με το αριθμητικό στοιχείο ΑΙ2 ο διαθέτης αναφέρει ότι εγκαθιστά τη θυγατέρα του Α. (ήτοι την ενάγουσα) κληρονόμο μεταξύ άλλων και "επί ενός αγροκτήματος επιφανείας τριών στρεμμάτων κειμένου εις την αυτήν περιφέρειαν ( …) και εις θέσιν ... ή ... ή ... , συνορευόμενον γύρωθεν με Κληρονόμους Π. Τ., Ι. Κ. και κληρονόμους Κ. Ι. (Ν. ) περιελθόντος εις εμέ εξ αγοράς παρά της Ε. Ι. Κ. , δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου και εν πάσει περιπτώσει δυνάμει χρησικτησίας κατά το θάνατό της". Εξάλλου, η ενάγουσα από το χρόνο δημοσίευσης της διαθήκης (6.11.1987), κατά τον οποίο και πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, άρχισε να νέμεται το ως άνω ακίνητο (που αναφέρεται στο αριθμητικό στοιχείο Α12 της διαθήκης) με καλή πίστη, διότι θεωρούσε εύλογα ότι ανήκε στην κυριότητα του πατέρα της. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα επέτρεπε στο Γ. Ά. να βόσκει σε αυτό (ακίνητο) τα ζώα του, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε φορά που ερχόταν (η ενάγουσα) από την Αθήνα (τόπο κατοικίας της) στην … ή επισκεπτόταν και επέβλεπε τον επίδικο αγρό. Επιπλέον, (η ενάγουσα) προέβη το έτος 1988 σε δήλωση του ως άνω ακινήτου στον αρμόδιο οικονομικό έφορο Λιδορικίου προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος κληρονομιάς, συμπεριέλαβε αυτό ως περιουσιακό στοιχείο στη φορολογική δήλωση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων (Ε9) των οικονομικών ετών 1997 και 2005, ανέθεσε στον αρχιτέκτονα μηχανικό Θ. Κ. τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, κατά τρόπο ώστε να εμφαίνονται οι πλευρικές διαστάσεις και τα ακριβή όρια του, και αποδέχθηκε αυτό ως κληρονομιαίο ακίνητο με την ... /15.9.1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη, πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, ο τίτλος αυτός μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος την 1η Αυγούστου του έτους 2005 και όχι κατά το έτος που συντάχθηκε, ήτοι το 1992. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, δεδομένου ότι από το χρόνο που μεταγράφηκε η δήλωση αποδοχής της κληρονομίας (2005) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Σεπτέμβριος 2005) δεν παρήλθε η αναγκαία δεκαετής, καλόπιστη από μέρους της νομή του ακινήτου. Επίσης δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου αγρού με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το μήνα Νοέμβριο του έτους 1987, που (η ενάγουσα) άρχισε να ασκεί πράξεις φυσικής εξουσίασης σ' αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2005, που αναφέρεται ως χρόνος αποβολής από τη νομή του, αλλά και μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2005 που άσκησε την κρινόμενη αγωγή, δεν έχει συμπληρωθεί η εικοσαετία του άρθρου 1045 ΑΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 27-6-2006 έφεση της ενάγουσας και αρχικής αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 18/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τολοφώνος, που έχει κρίνει όμοια επί της από 1-9-2005 ένδικης αγωγής. Κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (ούτε) με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1846 ΑΚ, τις οποίες (εσφαλμένα) δεν εφάρμοσε, παρότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, τα οποία ανάγονται στη νομή του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της ενάγουσας με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο (τη νομίμως μεταγραφείσα αποδοχή κληρονομίας), αρκούσαν για την εφαρμογή τους και τη σύμφωνα με αυτές (διατάξεις) κτήση της κυριότητάς του από την τελευταία με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, εφόσον επακολούθησε μεταγραφή της αποδοχής της προαναφερόμενης κληρονομίας του άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, η τακτική χρησικτησία υπολογίζεται από τη στιγμή κατά την οποία η τελευταία (ενάγουσα) με καλή πίστη άρχισε να εξουσιάζει φυσικώς το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, ήτοι από 6-11-1987 και, συνεπώς, μέχρι το έτος 2005, (που αυτό καταλήφθηκε από τους εναγομένους και ασκήθηκε η ένδικη διεκδικητική αγωγή), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της απαιτούμενης δεκαετίας και, συνακόλουθα, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία. Συνεπώς το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας απέρριψε αυτεπαγγέλτως με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 10/ΤΠ/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας που δίκασε ως Εφετείο. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ