Αριθμός 1798/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γ. Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Ι., Συνταξιούχου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θ. Π., και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Γ., Συνταξιούχου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Α., που ανακάλεσε την από 21-2-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2022 του Τριμελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2022 αίτηση και τους από 20-1-2023 προσθέτους αυτής λόγων. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι οι ο αναιρεσείων παραιτείται από το πρώτο σκέλος του πρώτου προσθέτου λόγου, του από 20-1-2023 δικογράφου των προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, από 09-06-2022 αίτηση αναίρεσης και οι από 20-1-2023 πρόσθετοι λόγοι της, κατά της υπ' αριθμ. 109/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Με την εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 08-10-2014 έφεση του αναιρεσείοντος (και του αποβιώσαντος, προ της συζήτησης της, αδελφού του Γ. Λ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, μετά βίαιη διακοπή και νομότυπη επανάληψη της δίκης) κατά της υπ' αριθμ. 52/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ'αυτών από 2-2-2011 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), και των προσθέτων, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013,). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας: α) παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτές (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1651/2017, 410/2018), β) εφάρμοσε τους κανόνες των παραπάνω άρθρων, ενώ δεν έπρεπε, διότι δέχθηκε ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι σαφής και πλήρης (ΑΠ 397/2011, 1518/2009, 1210/2008), γ) διαπίστωσε ανελέγκτως, ρητώς ή εμμέσως, έστω και χωρίς ειδική αιτιολογία, ότι υπάρχει κενό ή αμφίβολη έννοια στη δικαιοπραξία και προσέφυγε (ορθώς) στους ερμηνευτικούς κανόνες, προέβη όμως σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 617/2019, 1360/2017, 1763/2011). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 τουΚ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011). Στην προκείμενη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 440 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται στο υπ' αρ. 153 Ο.Τ. της πόλης της ..., επί της οδού ..., με ανώγεια οικία εντός αυτού, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο εμβαδού 120 τ.μ. και από ανώγειο όροφο εμβαδού 125 τ.μ., αξίας 170.000 ευρώ, και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία πρώην Ν. Μ. και ήδη Σ. Κ., νότια με πρώην οικία Π. Π. και ήδη κληρονόμων Λ. Τ., ανατολικά με την εγκεκριμένη ... και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Φ. και Μ. Ζ. και ήδη ιδιοκτησία αγνώστων (πολυκατοικία). Δυνάμει του από 22/9/1952 πωλητηρίου συμβολαίου του δημοσίου συμβολαιογράφου της Πολιτείας της ..., L. G. νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 152 και αριθμό 43, οι θείοι των διαδίκων Α. Α. και Κ. χήρα Π. Κ., το γένος Δ. Α., αγόρασαν το ακίνητο αυτό από την εξαδέλφη τους Φ. συζ. Ε. Ρ., το γένος Π. Σ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Το τίμημα πληρώθηκε ολόκληρο από τον Α. Α., πλην όμως η αδελφή του αναγράφηκε ως συναγοράστρια ουσιαστικά. για να εξασφαλιστεί, για την περίπτωση που θα προαποβίωνε ο Α. Α.. Αν και αυτά αποδεικνύονται και από έγγραφα της εποχής, δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι πράγματι η Κ. Κ. παραιτήθηκε εξ αρχής από τη συννομή του ακινήτου υπέρ του αδελφού της, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Το έτος 1954 ο Α. Α., με τη σύμφωνη γνώμη της, χρησιδάνεισε την οικία στην αδελφή του Φλωρεντία χήρα Ι. Λ., ώστε να μείνει εκεί με τα τέκνα της (δηλ. τους εναγόμενους), επειδή η ίδια στερείτο οικονομικών πόρων μετά το θάνατο του συζύγου της και επειδή θα αναλάμβανε να φροντίζει εντός της οικία αυτής και τη μητέρα τους Αγγελική. Κατά τα πρώτα έτη, δηλ. από το 1952 έως το 1954, τα δύο αδέλφια άσκησαν από κοινού αγωγή έξωσης του μισθωτή που κατείχε στην οικία, ενώ το 1954, όταν εγκαταστάθηκε η Φ. Λ. στην οικία, έστειλαν χρήματα για την αποκατάσταση εκτεταμένων φθορών που είχε προξενήσει ο ενοικιαστής. Τα επόμενα έτη όμως μόνο ο Α. Α. συνέχισε να ασχολείται με το ακίνητο και άρχισε να συμπεριφέρεται ως αποκλειστικός κύριος του, στέλνοντας συνεχώς χρήματα για τις επισκευές και τη συντήρησή του, ενώ από την αλληλογραφία του προκύπτει ότι δεν είχε παραιτηθεί από οποιοδήποτε δικαίωμα επί του ακινήτου. Είναι βέβαιο ότι η Κ. Κ., μετά το έτος 1954, σταμάτησε να ασκεί νομή επ' αυτού και την άφησε άτυπα στον Α. Α.. Το ακριβές χρονικό σημείο δεν μπορεί να υπολογιστεί, μπορεί όμως το απώτατο, που είναι η 11/3/1969, οπότε η Κ. Κ. συνέταξε τη διαθήκη της. Από το κείμενο αυτής, καθώς και από τα συνημμένα έγγραφα του αρμοδίου Δικαστηρίου της ... της Πολιτείας ..., προκύπτουν δύο στοιχεία: α) ότι η διαθέτιδα δεν αναφέρει στη διαθήκη το ακίνητο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θεωρούσε πως έχει πλέον κάποιο δικαίωμα σε αυτό, και β) ότι είχε εκλείψει και ο λόγος για τον οποίο είχε τεθεί και το όνομά της στο συμβόλαιο αγοράς του, διότι με την πάροδο είχε αποκτήσει πλέον οικονομική άνεση. Π.χ. συνέστησε καταπίστευμα με διαχειρίστρια την εταιρεία ... and ... ..., που ορίστηκε και εκτελέστρια της διαθήκης, της οποίας υπάλληλος βρήκε σε τραπεζική θυρίδα της διαθέτιδας ομόλογα αξίας 50.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Τουλάχιστον επομένως από το χρονικό σημείο εκείνο ο Α. Α. ασκούσε μόνος του το σύνολο της νομής του ακινήτου, με αντιπρόσωπο την αδελφή του Φλωρεντία, με την οποία διατηρούσε άριστες σχέσεις και την ενίσχυε συνεχώς στέλνοντάς της χρήματα και δέματα. Πράξεις δε νομής ήταν η επίβλεψη, οι επισκευές και η γενική φροντίδα της οικίας. Επίβλεψη είχε ασκήσει και αυτοπρόσωπα ο Α. Α., που κατά καιρούς ερχόταν για λίγες μέρες στην Ελλάδα και έμενε στην οικία. Λόγω της στενής τους σχέσης, ο δικαιοπάροχος του ενάγοντα συνέχισε το χρησιδάνειο, επ' αόριστον, και μετά το θάνατο της μητέρας του το έτος 1962. Η Φ. Λ. ήταν ευγνώμων και ουδέποτε αμφισβήτησε τα δικαιώματα του αδελφού της μέχρι που απεβίωσε το έτος 1984. Το έτος πλέον 1986 ο Α. Α. ζήτησε από τα τέκνα της αδελφής του (εναγομένους), που είχαν παραμείνει στο ακίνητο, την απόδοσή του, με εξώδικη καταγγελία του χρησιδανείου. Τότε για πρώτη φορά οι εναγόμενοι, απαντώντας με δικό τους εξώδικο, ισχυρίστηκαν όχι το ακίνητο ανήκε στη μητέρα τους, και ακολούθως προέβησαν στην υπ' αρ. 17994/19-1-1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς εξ αδιαθέτου της συμβολαιογράφου ... Π. Α.-Π., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 200 και αριθμό 301. Τότε ο Α. Α. άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής σε βάρος των ανιψιών του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 19/1987 απόφασή του, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αρ. 21/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία απέρριψε την έφεση που άσκησαν οι καθών - εδώ εναγόμενοι. Μετά την εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων με την υπ' αρ. 1806/1988 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Π. Ν., οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν τα δικαιώματα του θείου τους και, αφού μεσολάβησε ο πατέρας του ενάγοντα Γ. Α., ο Α. Α. δέχθηκε καλοπροαίρετα α) να ανανεωθεί το χρησιδάνειο υπέρ των εναγομένων για αόριστο χρόνο, προκειμένου να το χρησιμοποιούν ως κατοικία και να μη συζητηθεί η τακτική αγωγή περί νομής, που είχε ασκήσει κατ' αυτών. Έτσι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντα συνέχισε να ασκεί νομή επί του επιδίκου, αντιπροσωπευόμενος πλέον από τους εδώ εναγόμενους και, βάσει όσων προαναφέρθηκαν απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου στις 11/3/1989. Ήτοι στο 1/2 συγκυριότητας που είχε εξ αρχής, βάσει του τίτλου που προαναφέρθηκε, προστέθηκε και το λοιπό 1/2, που απέκτησε με εικοσαετή έκτακτη χρησικτησία. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί έλλειψης έγγραφης συμφωνίας δεν αποδεικνύει κάτι αντίθετο, αφού, εάν κάποια πλευρά είχε περισσότερο ανάγκη σχετικό έγγραφο ήταν οι ίδιοι, δεδομένου ότι ο Α. Α. είχε ήδη υπέρ του δύο δικαστικές αποφάσεις. Τελικά ο Α. Α. απεβίωσε στις 16/3/1989 και άφησε ως μόνο κληρονόμο του, για την περιουσία του στην Ελλάδα, τον ενάγοντα, δυνάμει της από 16/6/1985 διαθήκης του, η οποία κατατέθηκε στις 25/6/1985 στο Γραφείο Διαθηκών της Πολιτείας ... ΗΠΑ και δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα με το υπ' αρ. ... πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά δυνάμει της υπ' αρ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Α. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 266 και αριθμό 396. Το αναφερόμενο στη διαθήκη, ότι ο διαθέτης αφήνει στον ενάγοντα την περιουσία του, η οποία "ήθελε βρεθεί" στην Ελλάδα ("may have" στο πρωτότυπο) αποτελεί τυπική έκφραση και δεν σημαίνει βέβαια πως ο Α. Α. πίστευε ότι δεν έχει περιουσία στην Ελλάδα, αφού διεξήγαγε τη δίκη που προαναφέρθηκε, ενώ στην επιστολή του της 27/9/ 1981 προς τον αδελφό του Γ. είχε γράψει ότι "το σπίτι το έχω κάνει του Α., θα πάει στον Α., αλλά όπως ξέρεις δεν μπορεί να βγάλει τη θεία του όσο είναι στη ζωή". Περαιτέρω, ο ενάγων στο τέλος του έτους 2008 κατήγγειλε το χρησιδάνειο για να αξιοποιήσει την οικία, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να του παραδώσουν τη νομή και παρέμειναν στην οικία, αποβάλλοντας έτσι τον ενάγοντα από αυτήν, ισχυριζόμενοι και πάλι δική τους κυριότητα με τον τρόπο κτήσης που προαναφέρθηκε. Αποδείχθηκε επομένως από τα παραπάνω ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από αληθινό κύριο, ενώ αντιθέτως η δικαιοπάροχος των εναγομένων ουδέποτε απέκτησε κυριότητα στο επίδικο, αφού δεν το νεμήθηκε για τον εαυτό της και συνεπώς δεν συνέτρεξαν στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις της κτήσης κυριότητας από χρησικτησία, ώστε ούτε οι, εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα με την αποδοχή της κληρονομιάς της". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ'αυτού αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: α) ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη (συγ)κυριότητα του Α. Α. και της αδελφής του Κ. χήρα Π. Κ., αιτία αγοράς δυνάμει του από 22/9/1952 συμβολαίου του δημοσίου συμβολαιογράφου της Πολιτείας της ..., L. G. νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 152 και αριθμό 43, β) ότι στη συνέχεια από το έτος 1954 η Κ. Κ. παραιτήθηκε από την άσκηση νομής επί του επιδίκου, γ) ότι έκτοτε την νομή επί ολοκλήρου του επιδίκου ασκούσε ο Α. Α., μέχρι το έτος 1984 δια της αδελφής του Φ. Λ. (που διέμενε μετά της μητρός τους και των τέκνων της σ'αυτό με χρησιδάνειο) και στη συνέχεια κατόπιν του θανάτου της δια των εν λόγω τέκνων της εναγόντων, οι οποίοι επεχείρησαν το έτος 1986 να αμφισβητήσουν την νομή του Α. Α., αλλά κατόπιν λήψης ασφαλιστικών μέτρων συνεμορφώθησαν, δ) ότι κατά το τρόπο αυτό ο Α. Α. κατέστη με έκτακτη χρησικτησία κύριος του όλου ακινήτου ε) ότι ο Α. Α. απεβίωσε στις 16/3/1989 και άφησε ως μόνο κληρονόμο του, για την περιουσία του στην Ελλάδα, τον ενάγοντα, δυνάμει της από 16/6/1985 διαθήκης του, η οποία κατατέθηκε στις 25/6/1985 στο Γραφείο Διαθηκών της Πολιτείας ... ΗΠΑ και δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα με το υπ' αρ. ... πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο δε ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά δυνάμει της υπ' αρ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Α. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 266 και αριθμό 396, και ότι κατέστη έτσι κύριος του επιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, επειδή δεν εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς, αν και διαπίστωσε εμμέσως (με την προσφυγή σε άλλα αποδεικτικά μέσα) κενά α) στην σύμβαση πώλησης του επίδικου ακινήτου και β) στις διαθήκες των Α. Α. και Κ. Κ.. Ωστόσο, ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα τα σκέλη του κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή στηρίζεται επί εσφαλμένων προϋποθέσεων. Ειδικότερα, παρά τα, περί του αντιθέτου, υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, η παραδοχή ότι (βάσει των αποδείξεων) από το έτος 1958 και εντεύθεν την νομή επί του επιδίκου ασκούσε μόνος του ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Α., προφανές είναι ότι δεν συνιστά πλήρωση κενού ή αμφίβολου σημείου του πωλητηρίου συμβολαίου του επιδίκου. Επίσης δεν συνιστά κατ' ερμηνεία πλήρωση κενού ή αμφιβόλου σημείου της διαθήκης της Κ. Κ. το, υπέρ της ίδιας ως άνω παραδοχής, επιχείρημα της μη συμπερίληψης του επιδίκου στα κληρονομιαία της. Προσέτι δεν αποτελεί κατά την προσβαλλόμενη κενό ή αμφίβολο σημείο της διαθήκης του Α. Α., που χρήζει ερμηνείας, η μνεία του διαθέτη περί του ότι αφήνει στον ενάγοντα την περιουσία του, η οποία "ήθελε βρεθεί" στην Ελλάδα, η δε αναφορά στην από 27/9/ 1981 επιστολή του προς τον αδελφό του Γ., όπου εκδήλωνε την επιθυμία του να περιέλθει μετά το θάνατο του το επίδικο στον ενάγοντα συνιστά και πάλι επιχείρημα υπέρ της αποκλειστικής νομής αυτού επί του επιδίκου. Περαιτέρω με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων α) 818, 436, 437 ΑΚ αναφορικά με την έγκυρη ανανέωση του χρησιδανείου μετά το θάνατο της χρησάμενης Φ. Λ., β) 981, 982 ΑΚ αναφορικά με την γνώση της αντιποίηση της νομής από την αντιπρόσωπο του νομέα ως άνω χρησάμενης και γ) 138, 139 ΑΚ, περί εικονικότητος. Ωστόσο και ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα τα σκέλη του κρίνεται απορριπτέος ως προς την υπό στοιχ. γ περίπτωση ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού ουδέν απολύτως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο σχετικώς. Ως προς την υπό στοιχ. α περίπτωση ως αλυσιτελής, αφού ανεξαρτήτως της εγκυρότητας της ανανέωσης του χρησιδανείου, ρητά διαλαμβάνεται στη προσβαλλομένη η συνέχιση της άσκησης της νομής επί του επιδίκου του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και μετά το θάνατο της αδελφής του Φ. Λ., δια των εναγόμενων τέκνων της μετά τη συμμόρφωσή τους κατόπιν της λήψης των ασφαλιστικών μέτρων. Ως προς δε την υπό στοιχ. β περίπτωση ως αβάσιμος, επειδή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η ίδια η (συγ)κυρία αδελφή του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Κ. Κ. παραιτήθηκε από τη συννομή της επί του επιδίκου, χωρίς, παρά τα, περί του αντιθέτου, υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, να τίθεται θέμα αντιποίησης της νομής και εντεύθεν γνωστοποίησης από την χρησάμενη Φ. Λ. προς την εν λόγω αδελφή της Κ. Κ.. Έτσι, λοιπόν που έκρινε το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Εξάλλου οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπό στοιχ. α και β πλημμέλειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και εκ της αιτίας αυτής ως απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Τέλος δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 869/2017,ΑΠ 161/2017 ΑΠ 253/ 2011). Στη προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της συναγόμενης από τη σιωπή του ενάγοντος κατά την εξέταση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ομολογίας του, καθόσον αφορά την μη ύπαρξη δικαιώματος του δικαιοπαρόχου του επί του επιδίκου. Ο λόγος αυτός, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμος, διότι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί πλαστότητος των αναφερόμενων προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων (α) υπ' αριθμ. 2901/2015 ειδοποίηση Γενικής Γραμματείας Δημοσίων εσόδων, β) από 28/9/1952 ανυπόγραφο υπόδειγμα επιστολής και γ) από 21/9/1981 ανυπόγραφη επιστολή). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο, ούτε ποία επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου και το δεύτερο του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη στοιχείων και συγκεκριμμένα: α) την προαναφερθείσα συναγόμενη από την ανωμοτί εξέταση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ομολογία του ενάγοντος, β) την από 21/8/2008 εξώδικη δήλωση των εναγόμενων, γ) την υπ' αριθμ. 78/22.8.2008 πράξη μη εμφάνισης της συμ/φου ... Μ. Σπύρου και τις αποφάσεις υπ' αριθμ. 73/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., 19/1987 του Ειρηνοδικείου ... και 21/2098 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι ανωμοτί καταθέσεις του ενάγοντα και του πρώτου εναγόμενου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, οι αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στους αναιρετικούς αυτούς λόγους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Ο από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1505/2018, 873/2019), επιπλέον δε να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. εξαιρετικές περιπτώσεις, την οποία πρέπει επίσης να αναφέρει (ΑΠ 809/2017, 374/2019). Στη προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου, από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (υπ' αριθμ. 2901/2015 ειδοποίηση Γενικής Γραμματείας Δημοσίων εσόδων, από 28/9/1952 ανυπόγραφο υπόδειγμα επιστολής και από 21/9/1981 ανυπόγραφη επιστολή), ανεπίτρεπτα επειδή είχαν προσβληθεί (με την προσθήκη των προτάσεων του στο Εφετείο, όπως αναφέρει) για πλαστότητα μη αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς του. Ωστόσο, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα μετά της απαιτούμενης πληρότητος ισχυρισμός περί του ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε νομότυπα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν διαλαμβάνεται εάν είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή εάν προβλήθηκε το πρώτον στο δευτεροβάθμιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 527 ΚπολΔ ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. εξαιρετικές περιπτώσεις, που να αναφέρει. Επιπλέον δεν εξειδικεύεται κατά τρόπο επαρκή, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης προς τούτο της γενικής παραπομπής στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ καλύπτει τρεις περιπτώσεις και συντρέχει, όταν το δικαστήριο, α) επιδίκασε μη αιτηθέν β) επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, γ) άφησε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων αδίκαστη. Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφανση της αρχής της διαθέσεως (ΚΠολΔ 106) και ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό την ευρεία έννοια, δηλαδή και της αναγνωρίσεως. Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή με την προσβαλλόμενη απόφαση πέραν της αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου, διατάχθηκε και η απόδοση του σ'αυτόν παρά του εναγομένου, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα. Όμως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το σύνολο του δικογράφου σαφώς προκύπτει πως πρόκειται περί διεκδικητικής αγωγής, καθώς παρά την (εκ προφανούς παραδρομής) παράλειψη του περί απόδοσης αιτήματος στο αιτητικό, τούτο ρητά διαλαμβάνεται στο ιστορικό. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος (δεδομένου και του ότι ο αναιρεσείων με δήλωση του πληρεξουσίου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε από το πρώτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου), η από 9-6-2022 (αρ. κατ. 20/2022) αίτηση αναίρεσης και οι από 20-1-2023 πρόσθετοι λόγοι της, κατά της υπ' αριθμ. 109/2022 (αρ. κατ. 23/2023) απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... πρέπει ν' απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που υπέβαλλε και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-6-2022 (αρ. κατ. 20/2022) αίτηση, μετά των από 20-1-2023 (αρ. κατ. 23/2023) προσθέτων λόγων, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 109/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ