Αριθμός 1263/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της 763/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 , που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1851/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2 και 321 παρ. 1 στοιχ. δ΄ και 4΄ ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, του ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη επανέφερε δια του συνηγόρου της, με λόγο εφέσεως την εις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβληθείσα ένσταση της περί ακυρότητος του κλητηρίου Θεσπίσματος διότι Α) Για την Β΄ πράξη αναφέρεται σ΄ αυτό "με πρόθεση παρέβησαν τις διατάξεις ......χωρίς να παρατίθεται συγχρόνως, εφόσον το έγκλημα επράχθη από κοινού, και ο κοινός δόλος των κατηγορουμένων (από κοινού)....Για την Γ΄ και Δ΄ πράξη..... δεν εκτίθεται η βαρύνουσα έκαστο κατηγορούμενο (υποκειμενική) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) επιπλέον υφίσταται έλλειψη εκ της μη παραθέσεως του άρθρου 45 του Π.Κ. στο κλητήριο θέσπισμα. Β) δεν παρατίθεται στο τελευταίο και το άρθρο 94 Π.Κ. εφόσον εισάγεται κατηγορία για εγκλήματα πλείονα που συρρέουν αληθώς κατ΄ ιδία για την επιβολή ποινής (συνολικής). Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με παρεμπίπτουσα απόφαση του διέλαβε τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 δ΄ ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμά πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων και τον ακριβή καθαρισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, καθώς και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη γι αυτό ποινή. Συνεπώς η παράθεση του άρθρου του ΠΚ που καθορίζει το μέτρο της συνολικής ποινής επί συρροής όπως το άρθρο 94, δεν είναι αναγκαία και η παράλειψη του δεν δημιουργεί ακυρότητα. Στην κρινόμενη περίπτωση οι κατηγορούμενοι επαναφέρουν παραδεκτώς την και πρωτοδίκως υποβληθείσα και απορριφθείσα ένσταση ακυρότητας του κατηγορητηρίου, αφού στην έφεσή τους υπάρχει ειδικός λόγος νια την διάταξη αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 1651/2002 και ΑΠ 1682/2002 Πραξ, Λογ. ΠΔ 503, ΑΠ 68/2002 Νοβ 50, 1020), ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι δεν παρατίθεται στο κατηγορητήριο ενώ έπρεπε, η διάταξη του άρθρου 94 ΠΚ., αφού στους κατηγορούμενους αποδίδονται περισσότερες πράξεις που συρρέουν πραγματικώς, πράγμα το οποίο, όπως λέχθηκε, δεν παράγει ακυρότητα του κατηγορητηρίου, επίσης ενώ οι παραβάσεις των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, όπως εξειδικεύονται στο κατηγορητήριο, αποδίδονται και στους δύο, δεν παρατίθεται η διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ. Όπως όμως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα εκ της αναφοράς των λέξεων "....με πρόθεση παρέβησαν....δεν μερίμνησαν.... δεν ενημέρωσαν...." δεν σημαίνει ότι τους αποδίδεται η τέλεση των πράξεων αυτών κατά συναυτουργία (βλ. για την έννοια αυτής Μαργαρίτη Ποινικός Κώδικας 2003 υπ΄ άρθρο 45 αριθ. 3, σελ. 136 και εκεί παραπομπές και σε αριθ. 4 για έννοια παραυτουργίας), αλλά καθένας στο πλαίσιο της αρμοδιότητος του, ως εκ της ιδιότητάς του, παρέβη ορισμένες απ αυτές, γι αυτό άλλωστε το λόγο και κηρύχθηκαν ένοχοι παραβάσεως διαφορετικών ο καθένας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Συνεπώς η ένσταση ακυρότητας του κατηγορητηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατά το διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, ορθά απέρριψε με την προσβαλλομένη παρεμπίπτουσα απόφασή του την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, με την ορθή ανωτέρω αιτιολογία. Ειδικότερα δεν υφίσταται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ως προς την Γ΄ πράξη τούτου αφού πρόκειται για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας ως δέχεται και η προσβαλλομένη παρεμπίπτουσα απόφαση από εργοδότη, και καθώς η αμέσως προηγούμενη επίσης ίδιας φύσεως παράβαση φέρεται ότι τελέσθηκε με πρόθεση στο κλητήριο θέσπισμα, παρέπεται ότι και η Γ΄ πράξη τελέσθηκε με πρόθεση και εκ προφανούς παραδρομής δεν προσδιορίζεται τούτο στο κατηγορητήριο. Ενόψει δε και του περιεχομένου του κλητηρίου θεσπίσματος ως προς αμφότερες Β΄ και Γ΄ πράξεις στο οποίο με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνονται τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν εξ αντικειμένου και υποκειμένου, η αναιρεσείουσα έλαβε πλήρη γνώση της αποδιδόμενης σ΄ αυτή κατηγορίας και για την Γ΄ πράξη δυναμένη να ετοιμάσει την υπεράσπισή της, γι αυτό και το εκ παραδρομής προαναφερόμενο σφάλμα καμία δικονομική ακυρότητα δεν επήγαγε, λόγω μη αναγραφής του είδους της υπαιτιότητος. Επομένως ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ΄ αριθμ. 763/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρ. 302 του Π.Κ.) και παράβασης των άρθρων 24, 25, 26, 32 Α. ν. 1568/85 και 2, 4, 7 και 10 ΠΔ 396/94 σε συνδ. με άρθρο 25 Ν. 2224/94, σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τριών (23) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ΄ είδος αναφέρει αποδείχθηκε ότι "Η πρώτη κατηγορουμένη είναι πρόεδρος του Δ.Σ και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην Αθήνα Α.Ε με την επωνυμία "ΠΡΟΝΤΑΚΤΑ ΑΕ" που εκμεταλλεύεται εκκοκκιστήριο βάμβακος στο 4ο χιλ/τρο της Ε.Ο Παλαμά-Ιτέας. Υπεύθυνη με την ιδιότητα αυτή και κατά συνέπεια ως εργοδότρια για την συντήρηση και επισκευή του μηχανολογικού εξοπλισμού που διέθετε η επιχείρηση, τύγχανε η πρώτη κατηγορούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1568/1985 και του Π.Δ. 396/1994. Πριν από την έναρξη της εκκοκκιστικής περιόδου 2000 - 2001 η επιχείρηση προμηθεύθηκε πρέσα δεματοποίησης εκκοκκισμένου βάμβακος και παραδόθηκε από τον πωλητή στην πρώτη εναγομένη (κατηγορουμένη) το έντυπο με οδηγίες για την συναρμολόγηση και συντήρηση του εν λόγω μηχανήματος. Ως υπεύθυνος για την καλή λειτουργία τη συντήρηση και τοποθέτηση του μηχανολογικού εξοπλισμού ορίσθηκε από την πρώτη κατηγορουμένη ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος όμως δεν ήταν μηχανολόγος μηχανικός, όπως έπρεπε κατά νόμο, αλλά απλός μηχανικός Γ΄ τάξεως. Στις 2-9-2000 και περί ώρα 13.35" ο δεύτερος κατηγορούμενος κλήθηκε από την πρώτη κατηγορουμένη να επιληφθεί της συναρμολογήσεως της πρέσας, και ως εκ τούτου αυτή γνώριζε την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, αφού η ίδια είχε δώσει την εντολή, αλλά και ευλόγως παρακολουθούσε το ζήτημα, ενόψει του ότι έπρεπε εγκαίρως να γίνει η εγκατάσταση, αφού σε λίγο θα άρχιζε η εκκοκκιστική περίοδος. Άλλωστε για γνώση της καταθέτουν οι μάρτυρες Ζ1 , Ζ2 , Ζ3 . Προς τούτο ο τελευταίος κάλεσε τα μέλη του συνεργείου που είχε συγκροτήσει δηλαδή τους πρακτικούς μηχανικούς Ζ1, Ζ4 , Ζ3 και Ζ2 , τον χειριστή πρέσας Ζ5 και τρεις εργάτες γενικών καθηκόντων, που απασχολούνταν σε διάφορες εργασίες όπως παραλαβή βάμβακος κλπ, τον Ψ3 , τον πατέρα του Ψ2, καθώς και έναν αλλοδαπό να τοποθετήσουν μια λαμαρίνα διαστάσεων 1.30X3.30 μέτρων βάρους 150 κιλών περίπου, στις ειδικές υποδοχές στο πίσω μέρος της πρέσας που απείχαν από το έδαφος 1,80 μ. περίπου. Η πρώτη κατηγορουμένη παρέλειψε, παρότι ήταν υποχρεωμένη να το κάνει, έστω και με ειδικό πρόσωπο (όπως μηχανολόγο), τον συγκατηγορούμενο της και τους λοιπούς εργαζόμενους για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να συναρμολογηθεί η πρέσα και κατ΄ ακολουθία να γίνει η στο πλαίσιο της εργασίας αυτής τοποθέτηση της ως άνω λαμαρίνας, με ασφάλεια των εργαζομένων και για τους κινδύνους που ενδεχομένως να προέκυπταν κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής. Επίσης δεν μερίμνησε ώστε να υπάρχει στη διάθεση των εργαζομένων ο απαραίτητος για την προστασία τους εξοπλισμός, όπως ζώνες προσδέσεως προστατευτικά κράνη και ειδικά χειρόκτια, ώστε να μεριμνήσει στην συνέχεια για την τήρηση της υποχρεώσεως τους να χρησιμοποιούν αυτά κατά την εκτέλεση επικίνδυνων εργασιών, όπως ήταν και η ανωτέρω. Η ανυπαρξία των ατομικών ειδών προστασίας επιβεβαιώνεται από τον Ψ3 , γιο του θύματος, οι λοιποί μάρτυρες, άλλοτε καταθέτουν ότι υπήρχε ο εξοπλισμός, άλλοτε ότι βρισκόταν στην αποθήκη και άλλοτε ότι δεν επαρκούσε για όλους τους εργαζομένους. Ενόψει τούτων το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εξοπλισμός δεν υπήρχε. Ο κατηγορούμενος με το ανωτέρω συνεργείο του προσπάθησαν να τοποθετήσουν την λαμαρίνα, όχι με το κατάλληλο ανυψωτικό μηχάνημα π.χ. γερανό, όπως θα έπρεπε, αλλά με μικρό ανυψωτικό μηχάνημα (κλάρκ), το οποίο την ανύψωσε ανεπαρκώς, για την τοποθέτησή της στις κατάλληλες υποδοχές της πρέσας η οποία είχε συνολικό ύψος 2 μέτρων, όπου και θα την στερέωναν μονίμως. Για την επίλυση του προβλήματος ο κατηγορούμενος και το συνεργείο επέλεξαν να την προσδέσουν με χονδρό σχοινί, το οποίο ο εργάτης Ψ1 στη συνέχεια πέρασε πάνω από οριζόντια δοκό από συρματόσχοινο που βρισκόταν στην οροφή του κτιρίου σε ύψος 3 μέτρων πάνω από την πρέσα, ώστε να λειτουργήσει ως μοχλός, και εν συνεχεία οι εργάτες Ζ5 , Ζ2 ,Ζ3 και Ψ3 , αλλά και ο κατηγορούμενος τράβηξαν το σχοινί για να ανυψωθεί η λαμαρίνα μέχρι του άνω μέρους της πρέσας σε κατακόρυφη με αυτή θέση και στη συνέχεια να τοποθετηθεί ("καθίσει") στις υποδοχές. Ενώ η λαμαρίνα αιωρούταν πάνω από την πρέσα και προκειμένου να ευθυγραμμισθεί με τις υποδοχές και στη συνέχεια να "καθίσει" εντός αυτών ο κατηγορούμενος έδωσε την εντολή στους πλέον ανειδίκευτους εργάτες γενικών καθηκόντων τον Ψ2 και τον αλλοδαπό (σέρβο) υπήκοο να ανέβουν στην πρέσα και να σταθούν σε σημείο που το πλάτος δεν υπερέβαινε το 60 εκατ., χωρίς βέβαια να είναι δεμένοι με ζώνη ασφαλείας, παρότι τούτο επιβαλλόταν για να προστατευθούν από τυχαία πτώση και κρατώντας την λαμαρίνα από τα άκρα να την κατευθύνουν κατάλληλα εντός των υποδοχών. Ενώ επιχειρούσαν κρατώντας την λαμαρίνα από τα δύο άκρα, να την ευθυγραμμίσουν και να τοποθετηθεί στις υποδοχές, κόπηκε το σχοινί και η λαμαρίνα έπεσε με κλίση προς την πλευρά του Ψ2 , ο οποίος στη θέα του μεγάλου όγκου της σε ελεύθερη πτώση λαμαρίνας απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε από την πρέσα στο έδαφος κτυπώντας το κεφάλι σε σίδερο του σπασμένου τσιμεντένιου δαπέδου και στη συνέχεια κατέπεσε εντός της διανοιγείσης προς τον σκοπό εμπήξεως της πρέσας στο έδαφος καταπακτής βάθους 3,5 μέτρων περίπου, σχήματος ημικυκλίου μήκους τριών μέτρων και ακτίνας δύο μέτρων, η οποία δεν ήταν καλυμμένη με κάποιο προστατευτικό από τυχαία πτώση εντός αυτής κινουμένων κοντά σ αυτήν εργαζομένων, κάλυμμα, με αποτέλεσμα να κτυπήσει και πάλι στο δάπεδο του υπογείου. Η πτώση του Ψ2 από το συνολικό ύψος των 5,30 μ. είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί αυτός : α) βαθύ θλαστικό τραύμα δεξιάς υπεροφρύου χ΄ψρας, δεξιός παρειάς δεξιού άνω χείλους, ρινορραγία ωτόρροια, β) αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων-κάταγμα μετωπιαίου οστού και θόλου κρανίου, υποσκληρίδια αιμορραγία εγκεφάλου, αιμορραγία παρεγκεφαλίδος - κάταγμα οφθαλμικών κογχών, τούρκικου εφιππίου, γ) κάταγμα 3ου και 4ου αυχενικών σπονδύλων και δ) θλάσεις θωρακικού τοιχώματος, συμφύσεις δεξιού πνεύμονα, ρήξη ήπατος, σωματικές κακώσεις, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτού (βλ. από ..... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής της ιατροδικαστού Ρουμπίνης Λεοντάρη). Το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα ήταν συνέπεια των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων των κατηγορουμένων, με συνέπεια ο θάνατος του ανωτέρω εργαζόμενου να οφείλεται σε μη συνειδητή αμέλεια τους. Ειδικότερα η υπαιτιότητα της πρώτης κατηγορουμένης συνίστατο στο ότι 1) δεν ενημέρωσε όπως είχε υποχρέωση ως εργοδότρια τον υπεύθυνο για την συναρμολόγηση της πρέσας συγκατηγορούμενό της και τους λοιπούς εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και ο θανών για τον ενδεδειγμένο, κατά τους κοινώς αποδεκτούς τεχνικούς κανόνες, τρόπο συναρμολογήσεως της πρέσας και τοποθετήσεως στο πλαίσιο αυτής της λαμαρίνας, αφού η χρήση του Κλαρκ και του σχοινιού δεν ήταν ο κατά τους κανόνες αυτούς ενδεικνυόμενος, ο οποίος επέβαλε την χρησιμοποίηση για την ανύψωση της λαμαρίνας γερανού, ούτε ενημέρωσε τους ανωτέρω για τους κινδύνους που μπορούσαν να προκύψουν για την ασφάλεια τους στο έργο αυτό, τους οποίους, ως εκ της ιδιότητάς της, όφειλε και μπορούσε να προβλέψει, αφού ο συγκατηγορούμενος της, τον οποίο είχε ορίσει ως υπεύθυνο συντήρησης του μηχανολογικού εξοπλισμού και τοποθέτησης της πρέσας δεν είχε τις απαραίτητες προς τούτο γνώσεις και εμπειρία, αφού είχε μόνον την ειδικότητα του μηχανικού Γ΄ κατηγορίας, πλην όμως δεν τον προέβλεψε. 2) Δεν χορήγησε, όπως επίσης ως εργοδότρια είχε υποχρέωση, στους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και ο θανών, τον απαραίτητο για την ασφάλεια τους ατομικό εξοπλισμό, όπως προστατευτικό κράνος και ζώνες ασφαλείας και έτσι ενόψει της παραλείψεως της αυτής δεν κατέστη δυνατόν να φορά ο παθών προστατευτικό κράνος όταν, κατόπιν εντολής του δευτέρου κατηγορουμένου, ανήλθε στην πρέσα για τον προαναφερθέντα σκοπό, ούτε να προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας για την προστασία του από ενδεχόμενη πτώση, καθόσον εργαζόταν σε ύψος (2+3,50) 5,50 μ. Η υπαιτιότητα του δεύτερου κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι, ως εντεταλμένος από την συγκατηγορουμένη του, υπεύθυνος του έργου συναρμολόγησης και εγκατάστασης της πρέσας, α) ανέθεσε στον ανειδίκευτο εργάτη την παραπάνω εργασία η οποία ήταν πολύ επικίνδυνη και παρότι γνώριζε ότι αυτός αγνοούσε τα απαραίτητα μέτρα προφυλάξεως και δεν μπορούσε να εκτιμήσει σε όλη του την έκταση την επικινδυνότητα του εγχειρήματος, καθόσον ουδέποτε στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με παρόμοια εργασία και έτσι όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι αναθέτοντάς του την εργασία αυτή θα μπορούσε να διατρέξει κίνδυνο και η ζωή του ακόμη, πλην δεν τον προέβλεψε και έτσι δεν ανέθεσε το εγχείρημα αυτό σε κάποιο από τους λοιπούς πρακτικούς μηχανικούς, οι οποίοι και εμπειρία διέθεταν και πλήρη εκτίμηση του κινδύνου που διέτρεχαν μπορούσαν να κάνουν και ή θα απέφευγαν το εγχείρημα ή κατά την εκτέλεσή του θα ήσαν ιδιαίτερα προσεκτικοί. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την 681/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης έγιναν δεκτές οι αγωγές αποζημιώσεως των οικείων του θανόντος περί καταβολής αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών από την προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία και τους δύο κατηγορουμένους, διότι κρίθηκε ότι ο θάνατος του υπήρξε αποτέλεσμα της με την ανωτέρω έννοια και περιεχόμενο αμελούς συμπεριφοράς τους. Κατ ακολουθία τούτων το γεγονός του θανάτου του παθόντος οφείλεται στην, με την ανωτέρω έννοια και περιεχόμενο, συγκλίνουσα μη συνειδητή αμέλεια των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν τήρησαν τους από τις ανωτέρω διατάξεις κανόνες ασφαλείας των εργαζομένων, ούτε έλαβαν τα από τους ίδιους κανόνες επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας αυτών, συνεπεία δε των παραλείψεων τους αυτών επήλθε ο θάνατος του ως άνω εργαζομένου. Συνεπώς πρέπει και οι δυο να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, επιπλέον δε η πρώτη των πράξεων με στοιχεία Β΄ και Γ΄ και ο δεύτερος της υπό στοιχείο Δ΄ πράξεων, όπως εξειδικεύονται ανωτέρω και στο διατακτικό και να απορριφθεί το αίτημα τους να τους αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ 2 δ΄ και ε΄ ΠΚ, αφού δεν συντρέχουν οι τασσόμενες στις ανωτέρω διατάξεις προϋποθέσεις, κατά το διατακτικό. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, ως προς την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί, ενώ δέχεται (το δικαστήριο) ότι η κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας υπό την επωνυμία "Προντάκτα ΑΕ" ήταν υπεύθυνη για την συντήρηση και επισκευή του μηχανολογικού εξοπλισμού που διέθετε η επιχείρηση δεν προσδιορίζει αν η ίδια είχε και τις απαραίτητες γνώσεις (μηχανολογικές - τεχνικές) προς τούτο ή η επιχείρηση εκμετάλλευσης εκκοκκιστηρίου βάμβακος είχε προσλάβει υπεύθυνο-ειδικό για την ανωτέρω εργασία μηχανικό, επίσης ενώ δέχεται ότι η κατηγορουμένη είναι υπεύθυνη για την συντήρηση και επισκευή του μηχανολογικού εξοπλισμού, στη συνέχεια αναφέρει ότι ως υπεύθυνος για τούτο ορίσθηκε από την ίδια ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος όμως δεν ήταν μηχανολόγος μηχανικός "όπως έπρεπε κατά νόμο, αλλά απλός μηχανικός Γ΄ τάξεως" χωρίς να διευκρινίζεται από ποια διάταξη νόμου προέκυπτε η υποχρέωση της κατηγορουμένης για την συγκεκριμένη εργασία (τοποθέτηση λαμαρίνας στην πρέσα δεματοποίησης) να ορίσει υπεύθυνο μηχανολόγο μηχανικό και όχι τον συγκεκριμένο μηχανικό Γ΄ τάξεως που είχε ως υπεύθυνο ως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλομένης απόφασης και υποστηρίζεται ειδικότερα η ελλιπής αιτιολογία της είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 763/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ