Αριθμός 1655/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Π., κατοίκου Α. .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Μπουζιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Α., κατοίκου Κ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Κεβρεκάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αποστολάκης ανέγνωσε την έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Κρυσταλλίδου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: l) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας), κατά δε το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την τρέχουσα κοινωνική αντίληψη, ιδιαίτερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, οπότε επιβάλλεται η ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της ζημίας. Αμέλεια δε υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 Α.Κ., όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί αυτός να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (Α.Π. 1807/2017, Α.Π. 1084/2008). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή και πρόσφορη, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 604/2015, Α.Π. 641/2011). Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 1617/2017, Α.Π. 706/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (28-12-2015), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Δηλαδή, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1264/2020, Α.Π. 171/2019, Α.Π. 130/2016). Για το ορισμένο εξάλλου αυτού του λόγου πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και σε ποιες από αυτές βρίσκεται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έννομη συνέπεια που βάσει των παραδοχών αυτών καταγνώσθηκε και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1927/2017, Α.Π. 481/2013). Κατά δε το εδ. β' της ίδιας ως άνω διάταξης, λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του ουσιαστικού δικαστηρίου, και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεως ή ερμηνεία δικαιοπραξίας. Δηλαδή κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι, όπως προεκτέθηκε, όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 905/2018, ΑΠ 43/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Ο εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος) είναι κύριος μίας τριώροφης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στην Κ... επί της οδού Π.. αρ. ... Δυνάμει του από 11-02-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσε στον εκκαλούντα (αναιρεσείοντα) το οροφοδιαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής αυτής, το οποίο ο τελευταίος χρησιμοποιούσε έκτοτε και μέχρι τις 29-09-2006 οπότε, και απέδωσε τη χρήση αυτού στον εφεσίβλητο, ως οικογενειακή στέγη, διαμένοντας σε αυτό με τη σύζυγο και τα δύο ανήλικα τέκνα τους. Στον ισόγειο κοινόχρηστο χώρο της πιο πάνω οικοδομής υφίσταται από το έτος 1970 περίπου, αφότου αυτή οικοδομήθηκε, κατασκευή για την εγκατάσταση του λέβητα κεντρικής θέρμανσης (λεβητοστασίου) της οικοδομής, για τη στέγαση της οποίας είχε χρησιμοποιηθεί υλικό από αμιαντοτσιμέντο τύπου κροκιδόλιθου (βλ. υπ' αριθμ. ... έγγραφο Διεύθυνσης Υγείας Νομαρχιακού Διαμερίσματος Κ...). Περί το τέλος Ιουνίου με αρχές Ιουλίου του 2006 ο εφεσίβλητος ανέθεσε στο μηχανολόγο- μηχανικό, Α. Κ., την αντικατάσταση του συστήματος κεντρικής θέρμανσης, ώστε κάθε διαμέρισμα της οικοδομής να αποκτήσει ατομική θέρμανση... Για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών απαιτείτο η διάνοιξη δύο στρογγυλών οπών στην οροφή του λεβητοστασίου για τη διέλευση των μεταλλικών σωλήνων (ΙΝΟΧ) απαγωγής καπναερίων από τους νέους λέβητες. Στις 18-07-2006 ο θερμοϋδραυλικός του συνεργείου του ανωτέρω μηχανολόγου προέβη στη διάνοιξη των εν λόγω οπών διαμέτρου 30 εκατοστών περίπου... στις πλάκες της οροφής από αμιαντοτσιμέντο (ελενίτ). Ο ανωτέρω μηχανικός, αν και ανέλαβε την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, δεν είχε τη σχετική άδεια της Γενικής Διεύθυνσης Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (άρθρο 14 π.δ. 212/2006), ούτε είχε λάβει σχετική έγκριση των εργασιών αυτών από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ, και δεν είχε ομοίως συνυποβάλει στην ανωτέρω δημόσια υπηρεσία το προβλεπόμενο στο π.δ. 212/2006 σχέδιο εργασίας. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι, γνωρίζοντας ο ίδιος λόγω του επαγγέλματός του, τον κίνδυνο από την διαφυγή ινών αμιάντου στο περιβάλλον, έλαβε πριν από τη διάνοιξη των οπών όλα τα προτεινόμενα από τις κείμενες διατάξεις ως ενδεικτικά μέτρα πρόληψης, ήτοι ζήτησε από τον εναγόμενο να ελέγξει εάν όλα τα παράθυρα της οικοδομής ήταν κλειστά και εφάρμοσε τεχνικές διαβροχής, καταβρέχοντας τον αμίαντο με ειδικό λάδι, που μαλακώνει το υλικό και εγκλωβίζει τις ίνες αμιάντου. Στη συνέχεια, αφού άνοιξε μικρές τρύπες περιμετρικά, απομάκρυνε τα τμήματα, που απαιτούνταν για τη διάνοιξη των οπών με καλέμι και σφυρί ... Δεν επιβεβαιώθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η διάνοιξη των οπών πραγματοποιήθηκε με τροχό ... Εξάλλου ναι μεν κατά τις εργασίες προκλήθηκε έκκληση [sic] σκόνης ..., ωστόσο ως προς τη διασπορά ινών αμιάντου, ακόμη και μετά την λήψη των ανωτέρω μέτρων πρόνοιας (διαβροχή του υλικού, κοπή με σφυρί και καλέμι, φροντίδα, ώστε τα παράθυρα των ενοίκων να είναι κλειστά), επισημαίνεται ότι η Διεύθυνση Υγείας του Ν.Δ. Κ..., η οποία, δύο ημέρες μετά το συμβάν πραγματοποίησε επιτόπια υγειονομική έρευνα, με το υπ' αριθμ. ... έγγραφό της απλώς συνέστησε τον προσεκτικό καθαρισμό του περιβάλλοντα χώρου από το σημείο, όπου έγινε η κοπή του αμιαντοτσιμέντου, προκειμένου να μη λάβει χώρα περαιτέρω διασπορά των παραχθεισών από την κοπή ινών. Συνεπώς, δεν διαπίστωσε ούτε κοπή αυτού με τροχό, ούτε κυρίως διασπορά των ινών αμιάντου σε ένα τόσο ευρύτερο χωρικό πλαίσιο, όπως το του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, όπου κατοικούσε ο εκκαλών, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται. Ούτε από άλλο στοιχείο αποδεικνύεται η διαπίστωση τέτοιας ρύπανσης από αρμόδια δημόσια αρχή. Προς τούτο με την υπ' αριθμ. 742/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κ..., αθωώθηκαν (λόγω αμφιβολιών) για την πράξη της ρύπανσης περιβάλλοντος από αμέλεια, για την οποία είχαν κατηγορηθεί, ο εφεσίβλητος καθώς και οι Α. Κ. και Β. Δ.. Επίσης σε κανέναν από αυτούς δεν επιβλήθηκε οποιοδήποτε διοικητικό πρόστιμο λόγω ρύπανσης περιβάλλοντος κατά τις κείμενες διατάξεις, παρότι το περιστατικό γνωστοποιήθηκε στο Τμήμα Περιβάλλοντος από τη Διεύθυνση Υγείας. Ώστε το μοναδικό αποδεικτικό μέσο από το οποίο απορρέει διαπίστωση περί της πρόκλησης ρύπανσης είναι το από 19-09-2006 έγγραφο της εταιρείας τεχνολογίας περιβάλλοντος "l... E.Π.E.", η οποία όμως ενεργούσε κατ' εντολή του εκκαλούντος και προέβη με πληρωμή από αυτόν σε καθαρισμό της κατοικίας του και της οικοσκευής του. Με το εν λόγω έγγραφό της η ανωτέρω εταιρεία αναφέρει ότι, αφού πραγματοποιήθηκαν στην οικία του εκκαλούντος μετρήσεις στις 30-08-2006, βρέθηκαν ίνες αμιάντου τύπου κροκιδόλιθου, διάσπαρτες σε όλο το διαμέρισμα, σε ποσοστό μεγαλύτερο από 0,10 ίνες ανά cm3, με μήκος μεγαλύτερο των 5 μm, διάμετρο μικρότερη των 3 μm και σχέση μήκους προς διάμετρο μεγαλύτερης από 3:1, που θεωρούνται επικίνδυνες για την οικία σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές διατάξεις (άρθρα 7 και 8 π.δ. 212/2006). Εξάλλου στο από 14-05-2015 έγγραφο της ανωτέρω επισημαίνεται ότι οι διενεργηθείσες μετρήσεις την 30-08-2006 διεξήχθησαν σε συνθήκες σχεδιασμένες ώστε να προσομοιάζουν την κατάσταση του χώρου κατά τη μελλοντική του χρήση, ήτοι πραγματοποιήθηκαν δραστηριότητες, που προκαλούσαν την αιώρηση των σωματιδίων (σκόνη), που είχε εναποτεθεί στις διάφορες επιφάνειες (πατώματα, έπιπλα κτλ), καθώς και σε υφάσματα (χαλιά, κουρτίνες, κουβέρτες κτλ), προκειμένου να μην γίνει καθίζηση των ινών αμιάντου, ήτοι πριν από τη μέτρηση είχε προηγηθεί επαναλαμβανόμενη ανατάραξη των διαφόρων υφασμάτων, ενώ η μέτρηση διενεργήθηκε με ταυτόχρονη βάδιση στο χώρο, με σκοπό τη διεξαγωγή αντιπροσωπευτικής δειγματοληψίας. Επισημαίνεται επίσης στο έγγραφο αυτό, ότι ο καθαρισμός του χώρου πέριξ του λεβητοστασίου, όπου έλαβε χώρα η κοπή, ο οποίος αποδεδειγμένα έγινε με χρήση απλής και ηλεκτρικής σκούπας ..., δεν ήταν o ενδεδειγμένος, δηλονότι η χρήση ηλεκτρικής σκούπας χωρίς φίλτρο Η... για τη συλλογή σκόνης αμιαντούχων υλικών, όχι μόνο δεν φέρει αποτέλεσμα, αλλά απεναντίας διασπείρει ακόμα περισσότερο τις ίνες αμιάντου σε ένα χώρο. Πλην όμως το Δικαστήριο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε ρύπανση και μάλιστα επικίνδυνη για την υγεία του εκκαλούντος και της οικογένειάς του. Συγκεκριμένα το μοναδικό αποδεικτικό μέσο που δύναται να θεμελιώσει τη ρύπανση αυτή, ήτοι η προαναφερθείσα μέτρηση της ανωτέρω ιδιωτικής εταιρείας, η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό του εκκαλούντος, δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι η κοπή αφορά δύο μικρές επιφάνειες πλάτους 30 εκ., που έγιναν σε ικανή απόσταση από την οικία του εκκαλούντος, η κοπή δε αυτή έλαβε χώρα με τη χρήση σφυριού και καλεμιού, ώστε δεν διεσπάρησαν σε μεγάλη απόσταση ίνες αμιάντου, οπωσδήποτε δε όχι μέχρι το δεύτερο όροφο, όπου κατοικούσε ο εκκαλών με την οικογένειά του, εξάλλου είχε προηγηθεί τόσο διαβροχή του υλικού, όσο και έλεγχος ότι τα παράθυρα των διαμερισμάτων ήταν κλειστά. Εξάλλου και οι επιληφθείσες Δημόσιες Υπηρεσίες δεν διαπίστωσαν διασπορά ινών αμιάντου, ούτε αποδείχθηκε ότι το Τμήμα Περιβάλλοντος, που ενημερώθηκε σχετικά... έκρινε το ζήτημα μείζον, ώστε να προβεί σε μετρήσεις...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή του. Έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο απέκλεισε την αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο εκ μέρους του αναιρεσείοντος αδικοπρακτική ευθύνη, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 1650/1986 και του π.δ. 212/2006, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθένα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι εκτιθέμενοι στη μείζονα σκέψη νόμιμοι όροι εφαρμογής τους, αφού η πραγματοποιηθείσα εργασία, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, δεν ήταν πρόσφορη να επιφέρει και, πράγματι, δεν επέφερε την επικαλούμενη βλάβη στον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η διάνοιξη των οπών στην από αμίαντο στέγη του λεβητοστασίου εκτελέσθηκε, αφού προηγουμένως ελήφθησαν από τον μηχανικό του αναιρεσιβλήτου όλα τα προτεινόμενα από τις κείμενες διατάξεις ως ενδεικτικά μέτρα πρόληψης για τη μη διασπορά ινών αμιάντου, και συγκεκριμένα το κλείσιμο όλων των παραθύρων της οικοδομής, η διαβροχή του αμιάντου με ειδικό λάδι που μαλακώνει το υλικό και εγκλωβίζει τις ίνες του, η διάνοιξη των υποδοχών των σωλήνων απαγωγής, διαμέτρου 30 εκατοστών, όχι με τροχό αλλά με τη χρήση καλεμιού και σφυριού περιμετρικά, με μικρές οπές και με απομάκρυνση των αφαιρούμενων τμημάτων, εξαιτίας δε της λήψης των προπεριγραφέντων μέτρων δεν διαπιστώθηκε διασπορά ινών αμιάντου στον ευρύτερο χώρο ούτε και οι επιληφθείσες δημόσιες υπηρεσίες διαπίστωσαν διασπορά ινών αμιάντου, και ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ρύπανση και μάλιστα επικίνδυνη στο δεύτερο όροφο της οικοδομής, όπου κατοικούσε ο αναιρεσείων με την οικογένειά του. Η μη κατοχή εκ μέρους του συνεργείου, που προέβη στη σχετική εργασία, της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 14 π.δ. 212/2006 άδειας της διοικητικής αρχής, από μόνη της δεν θεμελιώνει αδικοπραξία χωρίς τη συνδρομή των υπολοίπων στοιχείων της, τα οποία, κατά τα ανωτέρω, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 περ. 1 ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή, αν η δημόσια υπηρεσία είχε βεβαιωθεί από την έρευνά της ότι δεν είχε λάβει χώρα κοπή του αμιάντου με τροχό, θα το είχε βεβαιώσει και δεν θα είχε προβεί σε συστάσεις περί καθαρισμού του χώρου από εξειδικευμένο συνεργείο, ούτε θα είχε προβεί σε κοινοποιήσεις προς τρίτες αρχές, επομένως προκύπτει βεβαιότητα της αρχής ότι συντελέστηκε ρύπανση, είναι απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη πιο πάνω αιτίαση δεν αφορά παραβίαση διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με τη μη πρόκληση ρύπανσης, δηλαδή με την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατ' άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 495 § 4 ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2015 αίτηση του Θ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 167/2015 απόφασης του Μονομελoύς Πρωτοδικείου Καβάλας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ