Αριθμός 55/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α) Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Πακιρτζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 6) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Ελευθεριάδου - Κούσουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Τοπαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η πέμπτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κατσίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι δεύτερη, τέταρτη και έκτη αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κατσίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Πακιρτζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου Μ. Μ. και τις δύο από 14-10-2014 προσεπικλήσεις των Β. Κ. και Ε. Π., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16591/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2241/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 3-1-2020 και 7-1-2020 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η με αριθ. έκθ. κατάθ. 32/8.1.2020 αίτηση αναίρεσης της πέμπτης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "…" (όπως ήδη τροποποιήθηκε η επωνυμία της) και β) η με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/3.1.2020 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας Μ. Μ.. Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ` αριθ. 2241/2019, τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Α. Επί της με αριθ. έκθ. κατάθ. 32/8.1.2020 αίτησης αναίρεσης της εταιρίας "…": Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1979/2017). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής α) τα πραγματικά περιστατικά που, κατά το νόμο, θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, ή την προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή της στέρησης της ελευθερίας του ενάγοντος, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης και γ) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 649/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προς θεμελίωση των από αδικοπραξία αξιώσεών της, εκθέτει σ' αυτήν: α) ότι την 21.6.2013 επισκέφθηκε την κλινική …, προκειμένου να υποβληθεί για προληπτικούς λόγους σε ολική κολονοσκόπηση και δωδεκαδακτυλοσκόπηση, των οποίων τα αποτελέσματα ήταν φυσιολογικά και ότι την ίδια ημέρα ελήφθησαν τμήματα εντέρου προς βιοψία, τα οποία απεστάλησαν στην πέμπτη εναγομένη (με την τότε επωνυμία) "…" (ήδη αναιρεσείουσα) προκειμένου να γίνει παθολογοανατομική εξέταση των ανωτέρω τμημάτων, την οποία (εξέταση) διενήργησαν οι δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων, ιατροί παθολογοανατόμοι (προστηθείσες της αναιρεσείουσας), με πόρισμα της εν λόγω εξέτασης ότι αυτή (ενάγουσα) έπασχε από "διαφοροποιημένο διηθητικό αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου", β) ότι, αφού παρέλαβε τα αποτελέσματα της ανωτέρω εξέτασης, την 30.6.2013 επισκέφθηκε τον πρώτο εναγόμενο (Α. Τ.), χειρουργό ιατρό, στις εγκαταστάσεις της τέταρτης εναγομένης (…), όπου διατηρεί γραφείο, ο οποίος, αφού ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα της ανωτέρω εξέτασης και αφού την υπέβαλε σε δακτυλική εξέταση, διέγνωσε ότι έπασχε από καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο, ότι η κατάστασή της ήταν εξαιρετικά επείγουσα και ότι έπρεπε να χειρουργηθεί αμέσως λόγω του κατεπείγοντος του περιστατικού, χωρίς να την ενημερώσει για το είδος της επέμβασης που θα διενεργούσε, ήτοι μόνιμης στομίας και για τις συνέπειες αυτής, δηλαδή, παρά φύσιν έδρα στην κοιλιακή χώρα εφ' όρου ζωής, γ) ότι την 2.7.2013 εισήχθη στο χειρουργείο στις εγκαταστάσεις της τέταρτης εναγομένης (…) και υπεβλήθη από τον πρώτο εναγόμενο ιατρό στην ανωτέρω χειρουργική επέμβαση κοιλιοπερινεϊκής ορθοσιγμοειδεκτομής με μόνιμη κολοστομία, για την οποία δεν είχε ενημερωθεί, δεν είχε ερωτηθεί και δεν είχε δώσει την συγκατάθεσή της, δ) ότι το υλικό που της αφαιρέθηκε χειρουργικά υποβλήθηκε σε ιστολογική εξέταση, σύμφωνα με την οποία δεν έπασχε από καρκίνο, ενώ σε νέα εξέταση, που έγινε από άλλο διαγνωστικό κέντρο με επιμέλειά της, στο υλικό, επί του οποίου εκδόθηκε η παθολογοανατομική εξέταση των δεύτερης και τρίτης των εναγόμενων (ιατρών παθολογοανατόμων), διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κακοήθεια στο ανωτέρω υλικό, ε) ότι η εξέταση που διενεργήθηκε από τις δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων ιατρών στις εγκαταστάσεις της πέμπτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), με τα μηχανήματα και την υλικοτεχνική υποδομή που τους παρείχε η τελευταία, ήταν, από αμέλειά τους, πλημμελής και εσφαλμένη, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, και ήταν η αιτία για να απευθυνθεί αυτή (ενάγουσα) στον πρώτο εναγόμενο ιατρό, ο οποίος, στηριζόμενος στην εν λόγω εσφαλμένη εξέταση και στην δακτυλική εξέταση την οποία διενήργησε ο ίδιος, την υπέβαλε στην ανωτέρω χειρουργική επέμβαση, παραλείποντας να διενεργήσει τις απαιτούμενες διαγνωστικές εξετάσεις και να διασταυρώσει το αποτέλεσμά τους με ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, όπως απαιτείτο, προκειμένου να καταλήξει με ασφάλεια σε ορθή διάγνωση, ενώ, επίσης, αυτός δεν προέβη στην αναγκαία ενημέρωσή της σχετικά με το είδος και τις συνέπειες της επέμβασης που επρόκειτο να διενεργήσει και, συνεπώς, δεν είχε λάβει την έγκυρη συναίνεσή της για την τελικώς διενεργηθείσα επέμβαση και στ) ότι, εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας (αμελούς) συμπεριφοράς των εναγόμενων ιατρών, αυτή έχει υποστεί ακρωτηριασμό, αφού η κολοστομία είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη και έχει δημιουργηθεί στην περιοχή, ως επιπλοκή της ανωτέρω χειρουργικής επέμβασης, κήλη, η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί χειρουργικά, πλην όμως, αποτελεί πολύπλοκη διαδικασία και υπάρχει κίνδυνος ανοίγματος νέας στομίας σε άλλο σημείο, ενώ ήδη αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και διακατέχεται από συναισθήματα έντονης θλίψης. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα, μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν: α) το ποσό των 750.044 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (επιφυλαχθείσα να διεκδικήσει το ποσό των 44 ευρώ στα αρμόδια ποινικά δικαστήρια), β) το ποσό των 250.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση για την μόνιμη αναπηρία που έχει υποστεί και γ) το συνολικό ποσό των 43.700 ευρώ ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη (δαπάνες για αναλώσιμα είδη, απασχόληση τρίτου προσώπου ως αποκλειστικής νοσοκόμας και απασχόληση οικιακής βοηθού). Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά τα αντίστοιχα αιτήματά της, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από το νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298, 299, 931 και 932 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα ως προς τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες (ιατρούς παθολογοανατόμους, προστηθείσες της αναιρεσείουσας) προσδιορίζονται σαφώς η παράνομη και υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά αυτών, η επελθούσα ζημία της ενάγουσας και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς των ως άνω εναγομένων και της συγκεκριμένης ζημίας της ενάγουσας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ως προς τις ως άνω εναγόμενες, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο της έφεσής της (με τον οποίο επανέφερε τον περί αοριστίας της αγωγής πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της), δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο ζημιογόνο αποτέλεσμα συντέλεσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και τρίτου προσώπου, εκτός αν η παρεμβολή του τρίτου οφείλεται σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα, οπότε και μόνο επέρχεται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου. Άλλωστε, όσον αφορά τον προσδιορισμό της ακριβέστερης έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας από τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας, ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata). Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο όταν είχε γενικά τη τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 831/2021, ΑΠ 719/2012, ΑΠ 315/2008). Εξάλλου, εφόσον η ως άνω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 266/2021). Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019), αφού είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος, ή αντίστροφα, το εάν μεταξύ του γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα (ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1426/2021, ΑΠ 1182/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Μ. Μ. του Κ. (ήδη αναιρεσίβλητη) την 21-6-2013 προσήλθε στις εγκαταστάσεις της κλινικής … προκειμένου να υποβληθεί σε ολική κολονοσκόπηση και δωδεκαδακτυλοσκόπηση από τον ειδικό γαστρεντερολόγο-ηπατολόγο ιατρό Δ. Χ. επειδή παρουσίαζε αιμορραγίες και όχι για προληπτικούς λόγους, όπως αβασίμως αυτή διατείνεται, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα των εξετάσεων του ανωτέρω ιατρού, για τα οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω. Ο προαναφερθείς ιατρός διενήργησε: α) ολική κολονοσκόπηση του παχέος εντέρου της ανωτέρω έως το τυφλό με εύκαμπτο όργανο ψυχρού φωτισμού και διαπίστωσε ότι "κατά μήκος του παχέος εντέρου ο βλεννογόνος ελέγχεται ηπίως οιδηματώδης, εξέρυθρος, εντόνως σπαστικός, με καλή διαγραφή των αγγείων. Κατά την επισκόπηση του ορθού παρατηρείται εκσεσημασμένος αιμορροϊδικός δακτύλιος και συνοδός δερματική πτυχή. Στον πρωκτικό δακτύλιο παρατηρείται εντόνως εξέρυθρη, αιμορραγική περιοχή. Ελήφθησαν βιοψίες", συνέστησε δε "χειρουργική εκτίμηση-περιοδικό έλεγχο και παρακολούθηση", και β) δωδεκαδακτυλοσκόπηση, το πόρισμα της οποίας έχει ως εξής "οισοφάγος: μετρίου βαθμού ανεπάρκεια ΚΟΣ (Κατώτερου Οισοφαγικού Σφιγκτήρα), Συνοδός οισοφαγίτης 1ου βαθμού, στόμαχος: ο βλεννογόνος του στομάχου ελέγχεται κατά περιοχές εξέρυθρος, οιδηματώδης, τόσο εγγύς του πυλωρικού άντρου, όπου παρατηρούνται μικροδιαβρώσεις και σποραδικές πετέχειες, όσο και στο σώμα, όπου παρατηρείται εικόνα πλακόστρωτου με μικροοζώδη εμφάνιση και ευθρυπτότητα. Στα όρια σώματος-θόλου παρατηρείται μικρός πολύποδας 0,6 εκ. που εξαιρέθηκε ενδοσκοπικά χωρίς άμεσες επιπλοκές. Περίσσεια γαστρικών υγρών εντός του γαστρικού αυλού. Πυλωρικό στόμιο: ο πυλωρικός σφιγκτήρας ελέγχεται οιδηματώδης, παραμορφωμένος, χαίνει. 12δάκτυλο: ο βολβός ελέγχεται παραμορφωμένος χωρίς ενεργό έλκος με μετρίου βαθμού οίδημα και ερυθρότητα. Παρουσία μικρών επιπολής διαβρώσεων της βλεννογόνου. Δεύτερη μοίρα με φυσιολογικά ευρήματα μέχρι ικανού βάθους. Ελήφθησαν βιοψίες CLOtest. Συνιστάται περιοδικός έλεγχος και παρακολούθηση". Τα παρασκευάσματα των ενδοσκοπικών ως άνω εξετάσεων απεστάλησαν από τον ειδικό γαστρεντερολόγο - ηπατολόγο ιατρό Δ. Χ. στις εγκαταστάσεις της εδρεύουσας στην Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρίας παροχής ιατρικών υπηρεσιών με την επωνυμία "…" (ήδη αναιρεσείουσας), όπου οι ιατροί Ε. Π., παθολογοανατόμος, και Β. Κ., αναπληρώτρια καθηγήτρια…, διενήργησαν την παθολογοανατομική εξέταση, το πόρισμα της οποίας έχει ως εξής: "Αριθ.πρωτοκόλλου …, Παρασκεύασμα: 1. Στομάχου και μικροπολύποδα, 2.παχέος εντέρου, 3.πρωκτού. Κλινικές πληροφορίες: Μικρός πολύποδος στα όρια σώματος/θόλου-βλεννογόνος παχέος εντέρου ηπίως οιδηματώδης και εξέρυθρος-στον πρωκτικό δακτύλιο εντόνως εξέρυθρη αιμορραγική περιοχή. Μακροσκοπική εξέταση: 1.πέντε ιστοτεμάχια μεγαλύτερης διαμέτρου από 0,2 έως και 0,6 εκ. χροιάς λευκόφαιης, 2.πέντε ιστοτεμάχια μεγαλύτερης διαμέτρου από 0,2 έως 0,5 εκ. χροιάς λευκόφαιης, 3.ένα ιστοτεμάχια μεγαλύτερης διαμέτρου 0,3 εκ. χροιάς λευκόφαιης. Μικροσκοπική εξέταση. Συμπεράσματα: 1.Υπερπλαστικός πολύποδας στομάχου. Ικανού βαθμού αλλοιώσεις χρόνιας γαστρίτιδας άντρου, σώματος και θόλου με μέτρια ενεργό δραστηριότητα και εντερική μεταπλασία. Ανευρίσκονται ολιγάριθμοι μικροοργανισμοί με χαρακτήρες helicobacter pylori. 2. Μέτριου βαθμού αλλοιώσεις μη ειδικής κολίτιδας με διαβρώσεις. 3.Καλά διαφοροποιημένο διηθητικό αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου". Στα τέλη Ιουνίου του ίδιου έτους η Μ. Μ. μετέβη στις εγκαταστάσεις της … και έλαβε το πόρισμα της ως άνω παθολογοανατομικής εξετάσεως, σύμφωνα με το οποίο έπασχε από "καλά διαφοροποιημένο διηθητικό αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου". Ο όρος αδενοκαρκίνωμα υποδηλώνει καρκίνωμα που προέρχεται από τον βλεννογόνο, δηλαδή, περιέχει αδένια, ο χαρακτηρισμός "καλά διαφοροποιημένο" υποδηλώνει ότι ομοιάζει με το φυσιολογικό, ενώ ο προσδιορισμός "διηθητικό" υποδηλώνει ότι εκτός από τον βλεννογόνο βρίσκεται τουλάχιστον και στην βλεννογονιαμυική στοιβάδα. Εμφανώς θορυβημένη από το πόρισμα της ως άνω εξετάσεως η Μ. Μ., την 30-6-2013, επισκέφθηκε το χειρουργό ιατρό Α. Τ., πρώτο εναγόμενο, στο γραφείο που διατηρεί αυτός στις εγκαταστάσεις της εδρεύουσας στην Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρίας παροχής ιατρικών υπηρεσιών με την επωνυμία… , και του έθεσε υπόψη το πόρισμα της παθολογοανατομικής εξετάσεως, αναφέροντάς του παράλληλα ότι δεν είχε καμμία απολύτως ενόχληση και καμμία παθολογική συμπτωματολογία, του επεσήμανε δε ότι ο ειδικός γαστρεντερολόγος ιατρός Χ. Δ., που είχε διενεργήσει τις ενδοσκοπικές εξετάσεις την είχε διαβεβαιώσει ότι τα αποτελέσματα της ήσαν φυσιολογικά. Ο Α. Τ., αφού συμβουλεύθηκε την παθολογοανατομική εξέταση, πραγματοποίησε δακτυλική εξέταση της Μ. Μ. και διέγνωσε ότι αυτή έπασχε από καρκινικό αδένωμα σε μέγεθος καρυδιού, ότι η κατάστασή της ήταν εξαιρετικά επείγουσα και ότι η χειρουργική επέμβαση, στην οποία έπρεπε να υποβληθεί "έπρεπε να είχε διενεργηθεί χθες", όπως χαρακτηριστικά της είπε. Η Μ. Μ., αφότου πληροφορήθηκε το πόρισμα της παθολογοανατομικής εξετάσεως, σύμφωνα με το οποίο έπασχε από καρκίνο, είχε περιέλθει σε δεινή ψυχική κατάσταση..., και μετά τις ως άνω ανακοινώσεις του ιατρού Α. Τ., του ζήτησε να επαναλάβει την εξέταση, ώστε να επανεπιβεβαιωθεί ότι πράγματι έπασχε από το συγκεκριμένο σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ο Α. Τ., όμως, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την εύλογη επιθυμία της αλλά και το δικαίωμά της ως ασθενούς να επαναληφθεί η εξέταση και να λάβει μια δεύτερη ιατρική γνώμη επί των παρασκευασμάτων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο των ενδοσκοπικών εξετάσεων, επισημαίνοντάς της ότι τα αποτελέσματα της βιοψίας δεν μπορούν να διαλάθουν καθώς και ότι η χειρουργική επέμβαση ήταν επιβεβλημένο να διενεργηθεί εντός δύο ημερών γιατί βρισκόταν σε κίνδυνο η ίδια η ζωή της, τονίζοντας της ότι η επανάληψη της παθολογοανατομικής εξετάσεως, πέραν του ότι θα ήταν περιττή, θα απαιτούσε χρόνο, που θα μπορούσε να αποβεί μοιραίος για την ζωή της. Ακολούθως, ο Α. Τ. προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για την εισαγωγή της Μ. Μ. στην κλινική της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία … προκειμένου να υποβληθεί άμεσα σε χειρουργική επέμβαση. Η Μ. Μ. εισήχθη στην ως άνω κλινική την 1-7-2013 με διάγνωση "κακοήθες νεόπλασμα του ορθού", έχοντας την βεβαιότητα ότι έπασχε οπό καρκίνο του ορθού, ότι βρισκόταν σε κίνδυνο η ίδια η ζωή της, ότι ήταν αναγκαίο να υποβληθεί άμεσα σε χειρουργική επέμβαση, ενώ η οποιαδήποτε χρονοτριβή, έστω και ολίγων ωρών, θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την ίδια της την ζωή. Την ίδια ημέρα (1-7-2013) η Μ. Μ. υπεβλήθη σε όλες τις βιοχημικές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν φυσιολογικά. Περαιτέρω υπεβλήθη και σε αξονική τομογραφία θώρακας και κοιλίας, τα αποτελέσματα της οποίας ήταν καλά... Η αξονική τομογραφία απέβλεπε στην σταδιοποίηση της ασθένειας της Μ. Μ., δηλαδή, στον έλεγχο αν εμφανίζονται διογκωμένοι κοιλιακοί λεμφαδένες ή απομακρυσμένες μεταστάσεις σε όργανο όπως το ήπαρ ή οι πνεύμονες. Τις μεσημβρινές ώρες της 1-7-2013 ήλθε από το … ο υιός της Μ. Μ., Κ., ο οποίος ζήτησε αμέσως να συναντηθεί και να συνομιλήσει με τον ιατρό χειρουργό Α. Τ.. Κατά την σχετική συνομιλία των δύο ανδρών ο ιατρός Α. Τ. ανέφερε στον ανωτέρω ότι η μητέρα του έπασχε από καρκίνο δευτέρου σταδίου, ότι ο καρκινικός ιστός ήταν ευμεγέθης και είχε σχήμα καρυδιού και ότι η κατάσταση της μητέρας του ήταν επείγουσα και έχρηζε άμεσης χειρουργικής επεμβάσεως. Την επομένη ημέρα (2-7-2013) και περί ώρα 06.00 η Μ. Μ. εισήλθε στο χειρουργείο, υπεβλήθη σε επισκληρίδειο και γενική αναισθησία και ακολούθως ο ιατρός χειρουργός, Α. Τ. πραγματοποίησε κοιλιοπεριναϊκή ορθοσιγμοειδεκτομή... Η Μ. Μ. εξήλθε από το χειρουργείο την ίδια ημέρα και νοσηλεύθηκε στην παραπάνω κλινική μέχρι την 16-7-2013, οπότε έλαβε εξιτήριο, στο οποίο, εκτός άλλων, αναφέρονται "διάγνωση εισόδου: κακόηθες νεόπλασμα του ορθού, επεμβάσεις: κοιλιοπερινεϊκή εκτομή ορθού-κοιλιοπερινεϊκή ορθοσιδεκτομή, διάγνωση εξόδου: κακόηθες νεόπλασμα του ορθού CA ορθού, κοιλιοπερινεϊκή εκτομή ορθού". Η κόρη της ενάγουσας Φ., διδάκτωρ κλινικής ψυχολογίας, που είχε έρθει από την … τις βραδυνές ώρες της 1-7-2013, ζήτησε έγγραφη ενημέρωση από την κλινική. Στο απαντητικό έγγραφο, που υπογράφεται από τον υιό του Α. Τ., Γ. Τ., χειρουργό, επίκουρο καθηγητή χειρουργικής του … αναφέρεται ότι "Η κυρία Μ. Μ. παρουσιάσθηκε μετά από κολονοσκόπηση που ανέδειξε την παρουσία βλεννώδους αδενοκαρκινώματος σε έδαφος πολύποδα στο ορθό, λίγα μόλις εκατοστά από το δακτύλιο. Αυτό αφαιρέθηκε στην κολονοσκόπηση και εδόθη για τη βιοψία, αλλά δεν ήταν σίγουρο ότι τα όρια ήταν καθαρά. Με βάση αυτό και τη χαμηλή θέση του όγκου, η ασθενής υπεβλήθη σε κοιλιοπερινεϊκή εκτομή στις 2-7-2013. Η ιστολογική εξέταση έδειξε ότι η περιοχή της βιοψίας, καθώς και το γύρο τμήμα του εντέρου ήταν ελεύθερο υπολειμματικής νόσου, ενώ όλοι οι λεμφαδένες που παρασκευάσθηκαν ήταν αρνητικοί. Αφαιρέθηκε και κύστη αριστερής ωοθήκης, που ανέδειξε στην βιοψία ορώδες κυσταδένωμα ωοθήκης. Μετεγχειρητικά η πορεία και παρακολούθηση της ασθενούς ήταν ομαλή χωρίς επιπλοκές". Σύμφωνα με την από 8-7-2013 έκθεση ιστολογικής εξετάσεως του ιατρού παθολογοανατόμου της ιδίας κλινικής Δ. Μ., αναπληρωτή καθηγητή ιστολογίας-εμβρυολογίας της ιατρικής Σχολής του …, ο Α. Τ. κατά την ως άνω χειρουργική επέμβαση αφαίρεσε από την Μ. Μ. ορθοσιγμοειδές έντερο, κύστη αριστερής ωοθήκης και λεμφαδένες κάτω μεσεντέριου αρτηρίας. Ο ανωτέρω, ο οποίος πραγματοποίησε την ιστολογική εξέταση στα ως άνω παρασκευάσματα μετά από παραγγελία του Α. Τ., διαπίστωσε τα ακόλουθα: "Μακροσκοπική περιγραφή: Α. Παρασκεύασμα ορθοσιγμοειδεκτομής, μήκους 40 εκ. και διαμέτρου 2,5 εκ. με τον πρωκτό, διαμέτρου 3,5 εκ. Σε απόσταση 3,5 εκ. από το χειρουργικό όριο εκτομής του πρωκτού παρατηρείται μικρότατο πολυποειδές μόρφωμα .διαμέτρου 0,3 εκ. Από το περικολικό λίπος παρασκευάσθηκαν 12 λεμφαδένες, διαμέτρου 0,3-0,4 εκ. Β.Κυστικό μόρφωμα διαμέτρου 3,5 εκ. με λεία εξωτερική επιφάνεια. Κατά τη διάνοιξη είναι μονόχωρο, με λεία εσωτερική επιφάνεια, πληρούται ορώδες υγρό και έχει πάχος τοιχώματος έως 0,4 εκ. Στην εξωτερική επιφάνεια προσφύεται σάλπιγγα μήκους 2,8 εκ. και διαμέτρου 0,7 εκ. Γ. Δύο ινολιπώδη ιστοτεμάχια διαμέτρου 1,7 και 2,5 εκ. αντίστοιχα. Μικροσκοπικά ευρήματα: Α. Το πολυποειδές μόρφωμα του ορθού αντιστοιχεί σε υπερπλαστικό πολύποδα του παχέος εντέρου. Κοντά στον πολύποδα παρατηρείται περιοχή με εξέλκωση, ινοβλαστική αντίδραση και λίγα πολυπύρηνα γιγαντοκύτταρα του τύπου του ξένου σώματος, που προφανώς αντιστοιχεί στη θέση της προηγούμενης βιοψίας. Παρά την επισταμένη αναζήτηση και τη λήψη πολυάριθμων τομών από την ανωτέρω περιοχή και το υπόλοιπο ορθό και τον πρωκτό, υπολειμματικά στοιχεία αδενοκαρκινώματος δεν παρατηρούνται. Όλοι οι λεμφαδένες που παρασκευάσθηκαν εμφανίζουν αλλοιώσεις αντιδραστικής υπερπλασίας και είναι ελεύθεροι νεαπλασματικών μεταστάσεων. Β. Πρόκειται για ορώδες κυσταδένωμα της ωοθήκης. Εσωτερικά επαλείφεται από ένα στίχο αποπλατυσμένων κυττάρων, χωρίς ατυπίες Το τοίχωμα της κύστης αποτελείται από ινώδη και ωοθηκικό ιστό, ο οποίος εμφανίζει λευκά σωμάτια. Η σάλπιγγα δεν εμφανίζει ιδιαίτερες ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις. Γ. Πρόκειται για ώριμο ινολιπώδη ιστό με εστιακές αιμορραγικές διαποτίσεις και λίγα διατεταμένα και συμφορημένα αγγεία. Συμπέρασμα: Α. Ορθοσιγμοειδές έντερο χωρίς υπολλειματικά στοιχεία καρκινώματος-Λεμφαδένες ελεύθεροι μεταστάσεων. Β. Ορώδες κυσταδένωμα της ωοθήκης. Γ. Ώριμος ινολιπώδης ιστός, χωρίς ιδιαίτερες ιστοπαθολογικές ομοιώσεις. Στοιχεία κακοήθειας δεν παρατηρούνται στο παρόν παρασκεύασμα". Όταν η Μ. Μ. ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα της ανωτέρω ιστολογικής εξετάσεως, σύμφωνα με το οποίο δεν έπασχε από καρκίνο και δη σταδίου Β' ζήτησε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία … (ήδη αναιρεσείουσα) το υλικό που της είχε αποστείλει προς εξέταση ο ιατρός Δ. Χ. και αφού το παρέλαβε το παρέδωσε προς επανεξέταση στην εδρεύουσα στην … (...), ανώνυμη εταιρία ιατρικών διαγνωστικών εργαστηριακών εξετάσεων με την επωνυμία "…", προκειμένου να λάβει και τρίτη ιατρική γνώμη περί της καταστάσεως της υγείας της πριν υποβληθεί στην προαναφερθείσα χειρουργική επέμβαση. Με την από 12-8-2013 έκθεση ιστολογικής εξετάσεως (συμβουλευτική) ο Θ. Ζ., αναπληρωτής καθηγητής παθολογικής ανατομικής ιατρικής σχολής του…, υπόψη του οποίου τέθηκαν τρεις κύβοι παραφίνης και τρεις αντικειμενοφόρες πλάκες με αριθμό πρωτοκόλλου …, οι οποίες φέρουν τομές από 1. υλικό βιοψίας στομάχου και μικρού πολυποειδούς μορφώματος, 2. υλικό βιοψίας παχέος εντέρου και 3. υλικό βιοψίας πρωκτού, διαπίστωσε τα κάτωθι: "... Συμπέρασμα: 1.Πολύποδας των ιδίως γαστρικών αδένων (fundic grand polyp). Μικρού έως μετρίου βαθμού αλλοιώσεις χρόνιας γαστρίτιδας με ήπια ενεργό δραστηριότητα με εστιακή περιορισμένη ατελή καθώς και πλήρη εντερική μετάπλαση χωρίς ατροφία και με παρουσία λίγων helicobacter pylori. 2. Τεμαχίδιο βλεννογόνου παχέος εντέρου χωρίς αξιόλογες αλλοιώσεις 3. Ευρήματα συμβατά με αρχόμενη ανάπτυξη φλεγμονώδους-κλοακογενούς πολύποδα. Δεν παρατηρούνται στοιχεία αποδεικτικά κακοήθους νεοπλασματικής εξεργασίας στο παρόν υλικό". Δηλαδή, με βάση τα πορίσματα της ως άνω δεύτερης εξετάσεως του ιδίου υλικού, η Μ. Μ. δεν έπασχε από κακόηθες νεόπλασμα του ορθού, όπως διαπιστώθηκε λανθασμένα από τις ως άνω ιατρούς παθολογοανατόμους (Ε. Π. και Β. Κ.), και υπεβλήθη, χωρίς να απαιτείται, στην προαναφερθείσα χειρουργική επέμβαση εξαιτίας της οποίας έχει υποστεί μόνιμη κολοστομία μη αναστρέψιμη λόγω του ακρωτηριασμού του εντέρου και του πρωκτού, στην δε περιοχή έχει δημιουργηθεί, ως επιπλοκή της ανωτέρω χειρουργικής επεμβάσεως, κήλη, η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί χειρουργικά, αλλά, όμως αποτελεί πολύπλοκη διαδικασία και υπάρχει κίνδυνος ανοίγματος νέας στομίας σε άλλο σημείο. Υπαίτιοι της ως άνω καταστάσεως στην οποία περιήλθε η Μ. Μ. μετά την πραγματοποίηση της ως άνω μη απαιτουμένης χειρουργικής επεμβάσεως είναι οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, η δεύτερη και τρίτη εξ αυτών (Ε. Π., ιατρός παθολογοανατόμος και Β. Κ., αναπληρώτρια καθηγήτρια του …-τομέας ανατομικής και παθολογικής ανατομικής) υπό τις ανωτέρω ιδιότητες, στις εγκαταστάσεις, με τα μηχανήματα και την υλικοτεχνική υποδομή που τους παρέσχε η πέμπτη εναγόμενη (…), ενταγμένες στον προγραμματισμό λειτουργίας της τελευταίας, διενήργησαν την ως άνω παθολογοανατομική εξέταση στο παρασκεύασμα που τους απέστειλε ο ιατρός Δ. Χ. στην συνέχεια ενδοσκοπικών εξετάσεων που είχε πραγματοποιήσει, και από έλλειψη προσοχής και επιμέλειας, που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν κατά τις περιστάσεις, συνέταξαν την ελλιπή και λανθασμένη υπ' αριθμ.πρωτ…. παθολογοανατομική εξέταση, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της οποίας η Μ. Μ. έπασχε από "καλά διαφοροποιημένο διηθητικό αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου", με αποτέλεσμα να της προκαλέσουν ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη, αφού, με βάση τα αποτελέσματα της ανωτέρω εκθέσεώς τους η Μ. Μ. απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο (Α. Τ.), ιατρό χειρουργό ειδικότερης εξειδικεύσεως, προς περαιτέρω διερεύνηση της ασθένειας της και τελικώς οδηγήθηκε στο χειρουργείο προκειμένου να της αφαιρεθεί το υποτιθέμενο αδενοκαρκίνωμα. Η ανωτέρω έκθεση, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής Επιστήμης και Τέχνης, δεν είναι πλήρης, αφού δεν αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο οι ανωτέρω ιατροί παθολογοανατόμοι κατέληξαν στο αναφερόμενο συμπέρασμά τους (έλλειψη μικροσκοπικών ευρημάτων), είναι δε και λανθασμένη, αφού επιβεβαιώθηκε μετεγχειρητικά ότι η ενάγουσα δεν έπασχε από καρκίνο. Αν οι ανωτέρω ιατροί (δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων) τηρούσαν τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης και διενεργούσαν με επιμέλεια την ως άνω παθολογοανατομική εξέταση θα έπρεπε αφενός μεν να καταγράψουν τα μακροσκοπικά ευρήματα και αφετέρου να διαγνώσουν ορθώς και να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι στοιχεία κακοήθειας δεν παρατηρούνται, αφού όλα τα μικροσκοπικά ευρήματα ήσαν αρνητικά κακοήθειας. Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω με τις προτάσεις τους συνομολογούν ότι ήταν δύσκολη περίπτωση η διαπίστωση του καρκίνου της Μ. Μ., ότι ο καρκίνος διαπιστώθηκε σε ένα μόνο πλακάκι και όχι σε όλες ή περισσότερες CAP τομές και ότι το υλικό το οποίο είχε αποστείλει σ' αυτές ο ιατρός Δ. Χ. ήταν πολύ λίγο. Τα ανωτέρω, όμως, δεν τα καταχώρησαν, όπως όφειλαν, στα αποτελέσματα της παθολογοανατομικής τους εξετάσεως. Η περιγραφή των μικροσκοπικών ευρημάτων, αν και προαιρετική, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες οδηγίες CAP Laboratory Improvement Programs 2008, στην προκειμένη περίπτωση ήταν επιβεβλημένη ενόψει των προεκτεθέντων, αφού θα βοηθούσε αναμφίβολα τον αναγνώστη της εξετάσεως στην ερμηνεία του κλινικού αποτελέσματος της διαγνώσεως και δεν συνιστούσε "άσχετη πληροφορία". Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτών ότι έχει διακοπεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της δικής τους ενέργειας και της σωματικής βλάβης της ενάγουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, χωρίς την σύνταξη της ανωτέρω λανθασμένης ως προς το συμπέρασμα παθολογοανατομικής εξετάσεως τους η ενάγουσα δεν θα είχε οδηγηθεί ποτέ στο χειρουργείο. Η ανωτέρω εσφαλμένη παθολογοανατομική εξέταση και ειδικά το συμπέρασμα αυτής ήταν η αιτία να απευθυνθεί η ενάγουσα στον πρώτο των εναγόμενων (Α. Τ.) στις εγκαταστάσεις της τέταρτης εναγόμενης (…). Παράλληλα ο πρώτος εναγόμενος (Α. Τ.) από έλλειψη προσοχής και επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις, διέγνωσε λανθασμένα ότι η ενάγουσα έπασχε από κακοήθες νεόπλασμα του ορθού και πραγματοποίησε την ως άνω χειρουργική επέμβαση, η οποία δεν ήταν απαραίτητη, αφού τελικώς αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω δεν έπασχε από κακοήθες νεόπλασμα, προξενώντας της ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη, δοθέντος ότι της δημιούργησε μόνιμη στομία, με δυσμενείς για το υπόλοιπο της ζωής της συνέπειες, η οποία δεν είναι αναστρέψιμη. Ειδικότερα ο ανωτέρω ιατρός χειρουργός (Α.Τ.) παρέλειψε να προβεί σε ορθή διάγνωση του περιστατικού που εξέταζε, καθώς, επιδεικνύοντας λανθασμένα ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του ως ιατρού και στην πολυετή πείρα του, αρκέσθηκε στην κλινική εξέταση της ασθενούς Μ. Μ., σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα παθολογοανατομική εξέταση που διενήργησαν οι προαναφερθείσες ιατροί (δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων) και παρέλειψε να ζητήσει την διενέργεια και άλλων διαγνωστικών εξετάσεων, όπως η μαγνητική τομογραφία πυέλου και το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα του ορθού και του εντέρου, οι οποίες μπορούσαν να τον βοηθήσουν με τον πλέον αξιόπιστο τρόπο τόσο στην διάγνωση όσο και στην σταδιοποίηση τυχόν καρκίνου, προκειμένου να επιλέξει την ορθότερη θεραπευτική μέθοδο και να σχεδιάσει την χειρουργική επέμβαση στην οποία θα υπέβαλε την ασθενή του, αν έκρινε ότι αυτή ήταν απαραίτητη. Ο ισχυρισμός του ανωτέρω ότι η σταδιοποίηση του καρκίνου πραγματοποιήθηκε με την αναφερόμενη αξονική τομογραφία, στην οποία υπεβλήθη η Μ. Μ., και συνεπώς η διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας πυέλου ή το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα δεν θα προσέθεταν τίποτε περισσότερο στον χειρουργικό σχεδιασμό, ούτε μπορούσαν να υποκαταστήσουν ένα "σαφές και κατηγορηματικό ιστολογικό πόρισμα", ελέγχεται ως αβάσιμος, για το λόγο ότι αν και η παραπάνω εξέταση έδειξε ότι δεν υπήρχαν μεταστάσεις, ούτε κάτι άλλο ανησυχητικό για την ενάγουσα, αυτός συνέχισε να αντιμετωπίζει το περιστατικό ως επείγον. Αν πράγματι είχε χρησιμοποιήσει την ανωτέρω αξονική τομογραφία ως ένδειξη για το στάδιο του καρκίνου της ενάγουσας θα έπρεπε με βάση τα αποτελέσματα της να μεταβάλει και αυτός την στάση του και τον θεραπευτικό του σχεδιασμό. Επίσης, παρέλειψε να επικοινωνήσει με τους ιατρούς που είχαν εμπλακεί στην εξέταση της ασθενούς του, όπως ο Δ. Χ. και οι διενεργήσασες την παθολογοανατομική εξέταση, επικοινωνία, που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να καταλήξει σε ορθότερο διαγνωστικά αποτέλεσμα, καθώς, μάλιστα η εν λόγω επικοινωνία αποτελεί συνήθη πρακτική των χειρουργών πριν την διάγνωση. Στην προκειμένη περίπτωση η επικοινωνία, ιδίως με τις παθολογανατόμους που πραγματοποίησαν την παθολογανατομική εξέταση, επιβαλλόταν για τον πρόσθετο λόγο ότι η σχετική τους έκθεση δεν ήταν πλήρης, αφού, όπως προελέχθη, δεν ανέφερε τον τρόπο με τον οποίο οι ανωτέρω ιατροί παθολογοανατόμοι κατέληξαν στο αναφερόμενο συμπέρασμά τους (έλλειψη μικροσκοπικών ευρημάτων). Επιπλέον, ο ανωτέρω (Α. Τ.) παρέλειψε να ζητήσει επανάληψη διενέργειας της ιστολογικής εξετάσεως που πραγματοποίησαν οι δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων, παρά το γεγονός ότι ήταν προφανείς οι ελλείψεις της ως προς την περιγραφή μικροσκοπικών ευρημάτων, στοιχείο που έπρεπε να αξιολογήσει πριν προβεί στην τελική διάγνωση του περιστατικού που εξέταζε και όχι να αρκεστεί στο πόρισμα της ελλιπούς ιστολογικής αυτής εξετάσεως, διατεινόμενος ότι "δεν είχε λόγο ούτε το δικαίωμα να αμφισβητήσει το πόρισμα αυτών που έλεγε ότι ήταν διηθητικό αδενοκαρκίνωμα"... και στην δακτυλική εξέταση που πραγματοποίησε ο ίδιος. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, ο πρώτος εναγόμενος δεν ενημέρωσε την ασθενή του ούτε για το είδος της χειρουργικής επεμβάσεως που θα πραγματοποιούσε, ούτε για τους κινδύνους που αυτή θα είχε για την υγεία της, ούτε για τα αποτελέσματά της, ούτε, βεβαίως, για την ύπαρξη ή μη άλλης λύσεως μη επεμβατικής, ή για την διενέργεια άλλου είδους χειρουργικής επεμβάσεως [λ.χ. συντηρητική αντιμετώπιση του προβλήματος με τοπική εκτομή (μέθοδος longo), χημειοθεραπείες κλπ]. Πραγματοποίησε δε, την ανωτέρω χειρουργική επέμβαση χωρίς να λάβει την έγκυρη συναίνεση της ενάγουσας, αφού δεν της είχε εξηγήσει το είδος και την έκταση της εγχειρήσεως στην οποία επρόκειτο να την υποβάλει. Η παραπάνω κρίση ενισχύεται από το γεγονός της εσπευσμένης εισαγωγής της ασθενούς στην κλινική και της υποβολής της σε μία τόσο σοβαρή εγχείρηση με τόσο δραματικά αποτελέσματα για την περαιτέρω ζωή της χωρίς η τελευταία να έχει τον απαραίτητο χρόνο να εκτιμήσει την κατάστασή της και να λάβει νηφάλια την ορθότερη γι' αυτήν απόφαση σχετικά με την υγεία της, δεδομένης της ηλικίας της και του γεγονότος ότι οι μοναδικοί στενοί συγγενείς της (τέκνα της) διέμεναν μόνιμα στο εξωτερικό...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας, δηλαδή, ότι οι εναγόμενοι ιατροί είναι υπαίτιοι (από αμέλεια) της κατάστασης (αναπηρίας), στην οποία περιήλθε η αναιρεσίβλητη μετά την πραγματοποίηση της ανωτέρω μη απαιτούμενης χειρουργικής επέμβασης, απέρριψε τους περί του αντιθέτου σχετικούς λόγους των εφέσεων των εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, την οποία, στη συνέχεια, δεχόμενο κατά τα λοιπά τις εφέσεις των εναγομένων, εξαφάνισε μερικώς μόνο κατά τα κεφάλαιά της περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και περί ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ, επιδικάζοντας υπέρ της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης μικρότερα ποσά σε σχέση με αυτά που είχαν επιδικασθεί πρωτοδίκως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της περιγραφόμενης στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αμελούς συμπεριφοράς των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων και της ζημίας της ήδη αναιρεσίβλητης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 297, 298, 914, 931 και 932 του ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ανωτέρω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή της αμέλειας) συμπεριφορά των ως άνω εναγομένων (προστηθεισών της αναιρεσείουσας), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία, καθόσον ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του) στη συγκεκριμένη περίπτωση, και, συνεπώς, θεμελιώνει τις ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις της τελευταίας. Ο σύνδεσμος δε αυτός δεν διεκόπη από το ότι επακολούθησε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και αμελής συμπεριφορά του διενεργήσαντος την χειρουργική επέμβαση ιατρού Α. Τ. (πρώτου εναγόμενου), συνιστάμενη, μεταξύ άλλων, στην παράλειψή του να επικοινωνήσει, πριν την επέμβαση, με τις ως άνω εναγόμενες που διενήργησαν την εν λόγω παθολογοανατομική εξέταση και στην παράλειψή του να ζητήσει την επανάληψη της εξέτασης αυτής λόγω των προφανών ελλείψεών της, αφού τα περιστατικά αυτά, ανεξαρτήτως του ότι η διακοπή ή μη του αιτιώδους συνδέσμου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, δεν συνιστούν παρεμβολή τρίτου προσώπου οφειλόμενη σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα, που μπορούσαν να αποκλείσουν ή να διακόψουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι οι ιατροί, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων (προστηθείσες της αναιρεσείουσας), ενεργώντας με αμέλεια, ζημίωσαν την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές, ότι αυτές "(Ε. Π., ιατρός παθολογοανατόμος και Β. Κ., αναπληρώτρια καθηγήτρια του …-τομέας ανατομικής και παθολογικής ανατομικής) υπό τις ανωτέρω ιδιότητες, στις εγκαταστάσεις, με τα μηχανήματα και την υλικοτεχνική υποδομή που τους παρέσχε η αναιρεσείουσα, ενταγμένες στον προγραμματισμό λειτουργίας της τελευταίας, διενήργησαν παθολογοανατομική εξέταση στο παρασκεύασμα που τους απέστειλε ο ιατρός Δ. Χ. στη συνέχεια ενδοσκοπικών εξετάσεων που είχε πραγματοποιήσει, και από έλλειψη προσοχής και επιμέλειας, που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν κατά τις περιστάσεις, συνέταξαν την ελλιπή και λανθασμένη υπ' αριθμ.πρωτ… παθολογοανατομική εξέταση, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της οποίας η Μ. Μ. (αναιρεσίβλητη) έπασχε από "καλά διαφοροποιημένο διηθητικό αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου", με αποτέλεσμα να της προκαλέσουν ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη, αφού, με βάση τα αποτελέσματα της ανωτέρω εκθέσεώς τους η Μ. Μ. απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο (Α. Τ.), ιατρό χειρουργό ειδικότερης εξειδικεύσεως, προς περαιτέρω διερεύνηση της ασθένειας της και τελικώς οδηγήθηκε στο χειρουργείο προκειμένου να της αφαιρεθεί το υποτιθέμενο αδενοκαρκίνωμα". Οι παραδοχές δε αυτές αιτιολογούν την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ως άνω εναγομένων και της επελθούσας ζημίας, υπό την έννοια της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφορότητας αυτής για την επέλευση της τελευταίας, καθόσον η περαιτέρω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η εν λόγω συμπεριφορά υπήρξε η αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος με την παραδοχή ότι "χωρίς την σύνταξη της ανωτέρω λανθασμένης ως προς το συμπέρασμα παθολογοανατομικής εξετάσεως τους η ενάγουσα δεν θα είχε οδηγηθεί ποτέ στο χειρουργείο" είναι, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, αναιρετικά ανέλεγκτη ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων. Επομένως, ο δεύτερος (κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του), από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 698/2021, ΑΠ 342/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με το από 7.1.2020 αναιρετήριο η αναιρεσείουσα εταιρία ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή του ποσού των 70.000 ευρώ που της έχει καταβληθεί από αυτήν. Όμως, η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ως άνω αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Β. Επί της με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/3.1.2020 αίτησης αναίρεσης της Μ. Μ.: Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. … έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Χ. Σ. και τις υπ` αριθ. … εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (17.10.2022) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στους δεύτερη, τέταρτη και έκτη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκείμενης υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ "Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνου του διαδίκου, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατά εκείνου έναντι του οποίου ηττήθηκε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 666/2016). Εξάλλου, από τα άρθρα 68, 80, 88, 89, 277 αριθ. 4, 325, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθηκε από διάδικο της κύριας δίκης (ενάγοντα ή εναγόμενο) και ενάγεται από αυτόν, με παρεμπίπτουσα αγωγή, για να τον αποζημιώσει στην περίπτωση που ηττηθεί στην κύρια δίκη, δεν γίνεται διάδικος σ' αυτήν (κύρια δίκη), αν δεν άσκησε παρέμβαση αλλά περιορίστηκε, απλώς, να αποκρούσει την προσεπίκληση και να αρνηθεί την εναντίον του παρεμπίπτουσα αγωγή, ούτε και δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατ' άρθρο 76 ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν διαδίκου της κύριας δίκης. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αν ο αντίδικος του διαδίκου, που άσκησε την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, ηττηθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης, δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος διαδίκου παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 332/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, στην (κύρια) δίκη που ανοίχθηκε με την ένδικη από 5.8.2014 αγωγή της αναιρεσείουσας, οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, Ε. Π. και Β. Κ. (ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες), με τα από 14.10.2014 δύο αυτοτελή (για εκάστη αυτών) δικόγραφά τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσεπικάλεσαν σε αναγκαστική παρέμβαση την ήδη έκτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ως δικονομική τους εγγυήτρια. Η τελευταία εμφανίστηκε στη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αρνήθηκε την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή, χωρίς να ασκήσει πρόσθετη υπέρ των προσεπικαλουσών παρέμβαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια αγωγή, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης, ενώ απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Κατ' αυτής της απόφασης όλοι οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και, δεχόμενο τις εφέσεις των πέντε εναγομένων, εξαφάνισε μερικώς την εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά τα κεφάλαιά της περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και περί ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ, περιορίζοντας τα επιδικαζόμενα για τις ως άνω αιτίες ποσά. Εφόσον, όμως, η προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρία δεν άσκησε πρόσθετη υπέρ των ως άνω προσεπικαλουσών-εναγομένων παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη μεταξύ αυτών και της ενάγουσας και, συνεπώς, η τελευταία, της οποίας η έφεση απορρίφθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ήδη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν δικαιούτο να την απευθύνει κατ' αυτής (προσεπικαλούμενης δικονομικής εγγυήτριας), η οποία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων που ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν τούτων, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος της ως άνω αναιρεσίβλητης, η οποία ερημοδίκησε. ΙΙΙ. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται, κατ` αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Και τούτο, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, από τους αρ. 1 ή 19, αναλόγως), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017 και 9/2015, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 87/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, πέραν των όσων δέχθηκε ως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα ζητήματα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων ιατρών (ήδη πρώτου, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων) και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της προκληθείσας ζημίας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση της περί της συνδρομής ηθικής βλάβης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εξάλλου, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ανωτέρω ιατρών (πρώτου, δεύτερης και τρίτης των εναγόμενων), προστηθέντων των τέταρτης (ο πρώτος) και πέμπτης των εναγομένων (οι δεύτερη και τρίτη), που είχε ως αποτέλεσμα την ως άνω σοβαρότατη βλάβη της υγείας της, η Μ. Μ. υπέστη ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Το ύψος αυτής, ενόψει των συνθηκών της αδικοπραξίας, ήτοι του είδους της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητος των ως άνω προστηθέντων ιατρών, του μη συντρέξαντος πταίσματος της ιδίας, της ηλικίας της (69 ετών), καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων κρίνεται εύλογο... Δια της επιδικάσεως των ως άνω ποσών δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), ούτε υπερβαίνει το δικαστήριο τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού για την ως άνω αιτία, δέχθηκε κατ' ουσίαν, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, τις εφέσεις των πρώτου, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 16591/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε επιδικάσει, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 300.000 ευρώ, εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ` ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως προς το περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αίτημά της για το μικρότερο ποσό των 150.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας λόγω ηθικής βλάβης, στο ανωτέρω ποσό (των 150.000 ευρώ), δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ' αυτήν ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την σε βάρος της αδικοπραξία, το ανωτέρω ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής. Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της προκύπτει ότι, για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Συγκεκριμένα, ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ανωτέρω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων ιατρών, αναφέρεται στις αποδειχθείσες συνθήκες της αδικοπραξίας, στο είδος της προσβολής, στην αποκλειστική υπαιτιότητα των ως άνω προστηθέντων ιατρών και στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση όλων των μερών, ως στοιχεία που συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ εξάλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση αυτό να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς έκαστο από τα στοιχεία αυτά. Επομένως, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτου, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις με χωριστή εκπροσώπηση, πρέπει να επιβληθούν μεν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν συμπεριλαμβάνονται σ` αυτά, κατ` άρθρο 189 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ, τα χωρίς ανάγκη και από υπερβολική πρόνοια των ως άνω αναιρεσίβλητων γενόμενα, που είναι όσα προξενήθηκαν από τη χωριστή εκπροσώπησή τους, εφόσον αυτοί, έχοντες κοινό συμφέρον κατά την προκείμενη συζήτηση, συνιστάμενο στην απόρριψη της σε βάρος τους αναίρεσης, μπορούσαν και όφειλαν να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους με ένα και τον αυτόν δικηγόρο (ΑΠ 467/2019, ΑΠ 83/2004, ΑΠ 1669/1995). Επομένως, πρέπει να επιδικασθεί στους ως άνω αναιρεσίβλητους μια δικαστική δαπάνη, προσαυξανόμενη όμως, κατ' άρθρο 75 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), ως προς τη δικηγορική αμοιβή, κατά 5% για καθένα πέραν του ενός απ` αυτούς, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α. Απορρίπτει την με αριθ. έκθ. κατάθ. 32/8.1.2020 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2241/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Απορρίπτει την υποβληθείσα με το αναιρετήριο αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα εταιρία τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Β. Απορρίπτει την με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/3.1.2020 αίτηση της Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2241/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα Μ. Μ. τα δικαστικά έξοδα των πρώτου, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα (2.970) ευρώ, τα οποία επιμερίζει σ' αυτούς ανά ποσό εννιακοσίων ενενήντα (990) ευρώ σε έκαστο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ