Αριθμός 1577/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., μετά του δικαστικού συμπαραστάτη της Γ. Θ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γκέκοβιτς και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4338/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 230/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/9/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση η από 14-9-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 230/2020 τελεσίδικης απόφασης του Tριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 5-7-2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4338/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 21-7-2014 αγωγή της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 147 ΑΚ, ως απάτη που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης και μπορεί να επιφέρει, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 140 και 141 ΑΚ, ακύρωση της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) προκαλείται σε άλλον πλάνη ή ενισχύεται ή διατηρείται πεπλανημένη αντίληψη αυτού, ώστε η συμπεριφορά αυτή να υπήρξε αποφασιστική για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας ή τη συνομολόγηση ορισμένων κρίσιμων σημείων αυτής. Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλόντων) είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1225/2010, ΑΠ 1246/2010, ΑΠ 1399/2007). Επιπλέον, η, συνεπεία της απάτης, πλάνη του δηλούντος δεν ενδιαφέρει αν είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αν δε είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης. Ο δόλος του μετερχομένου την απάτη υπάρχει όταν αυτός επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατώμενος σε δήλωση βούλησης, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση, δεν απαιτείται όμως ο εξαπατών να επιδιώκει την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δήλωσης βούλησης του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά του δράστη υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βούλησης του συγκεκριμένου εξαπατηθέντος (ΑΠ 304/2007, ΑΠ 1399/2007). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 154 ΑΚ η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης επέρχεται με δικαστική απόφαση, η οποία είναι διαπλαστική και, όταν γίνει τελεσίδικη, ισχύει έναντι όλων. Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός απ' αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθως πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 234/2017, ΑΠ 810/2013, ΑΠ 890/2011). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 86/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμό ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Νίκαιας Αναστασίου Βουλγαροπούλου, η ενάγουσα προσυμφώνησε να μεταβιβάσει στον εναγόμενο το υπό στοιχεία (K1) κατάστημα κυριότητάς της του ισογείου ορόφου διώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών με την υπ' αριθμόν 1063/13/12/1989 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, που βρίσκεται στο ... στη συμβολή των οδών ..., εμβαδού 95,82 τετραγωνικών μέτρων, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 80.000 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 70.000 ευρώ καταβλήθηκε προγενέστερα της εμφάνισης των διαδίκων ενώπιον του ανωτέρω συμβολαιογράφου, όπως αυτό δήλωσαν αμφότεροι ενώπιον του, ενώ το ποσό των 10.000 ευρώ καταβλήθηκε στην ενάγουσα από τον εναγόμενο σε μετρητά ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου. Επίσης δε , σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω προσυμφώνου η ενάγουσα παρέδωσε τη νομή του ακινήτου αυτού στον εναγόμενο, το οποίο ήταν μισθωμένο κατά το χρόνο σύναψης του προσυμφώνου και ανέλαβε την υποχρέωση να του μεταβιβάσει όλα τα δικαιώματά της επί του ακινήτου, καθώς και τις αγωγές για την προστασία της νομής και της απόδοσης μισθωμένου ακινήτου, ενώ συμφωνήθηκε το οριστικό συμβόλαιο να υπογραφεί μέσα σε προθεσμία ενός ( 1) έτους και σε κάθε περίπτωση μέχρι 18-10-2014 και σε περίπτωση άρνησης της ενάγουσας - πωλήτριας ως προς την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου συμφωνήθηκε το δικαίωμα του εναγομένου - αγοραστή να προβεί στην κατάρτιση και υπογραφή του συμβολαίου μονομερώς και με αυτοσύμβαση κατ' άρθρο 235 ΑΚ. Στη συνέχεια, ο εναγόμενος με την από 25-6-2014 εξώδικη κλήση- πρόσκληση που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 26-6-2014, προσκάλεσε αυτήν για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, γνωστοποιώντας συνάμα ότι σε περίπτωση άρνησής της θα έκανε χρήση του όρου του προσυμφώνου περί μονομερούς και με αυτοσύμβαση υπογραφής. Λόγω δε της μη εμφάνισης της ενάγουσας, συντάχθηκε από τον ίδιο ως άνω συμβολαιογράφο η υπ' αριθμ. ... πράξη εμφάνισης και αναμονής, ενώ ακολούθως η ενάγουσα στις 17-7-2014 κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 9-7-2014 απάντηση- διαμαρτυρία με την οποία δήλωσε ότι ουδέποτε συμφώνησε να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο, ότι δεν εισέπραξε το ποσό των 80.000ευρώκαι ότι το προσύμφωνο αποτελεί προϊόν απάτης για τους ίδιους λόγους που αναφέρει και στην αγωγή, γνωστοποιώντας επίσης το ψυχικό νόσημα από το οποίο πάσχει, ενώ λίγες ημέρες αργότερα και δη στις 28/07/2014 μεταβίβασε με τη σύμπραξη του συζύγου της το προαναφερόμενο ακίνητο λόγω γονικής παροχής , στην ανήλικη θυγατέρα τους Μ.- Μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Βασιλικής Ρωμανού. Περαιτέρω ............ αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρακολουθείται από το έτος 2006 ως πάσχουσα από σχιζοσυναισθηματική διαταραχή και βρίσκεται υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή και τακτή ψυχιατρική παρακολούθηση (βλ. σχετ. την από 19-2-2015 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Σ. Γ., συμβεβλημένης ιατρού ΕΟΠΠΥ, καθώς και το προσκομισθέν αντίγραφο του βιβλιαρίου υγείας της ενάγουσας με συνταγογραφημένα σχετικά φάρμακα). Επίσης από το 12-11-2013 πιστοποιητικό του ΙΚΑ (Διοίκηση Αναπηρίας και Ιατρικής Εργασίας) προκύπτει ότι συνεπεία της ανωτέρω ψυχιατρικής πάθησης έχει κριθεί ανάπηρη σε ποσοστό 67% από 17-7-2013 μέχρι 31-7-2018. ........... Όπως δε αποδείχθηκε, ο εναγόμενος καθόλη τη διάρκεια της γνωριμίας του με την ενάγουσα το έτος 2013 τη δάνειζε τμηματικά με διάφορα χρηματικά ποσά, που ανήλθαν συνολικά στο ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ περίπου και όχι μόνο στο επικαλούμενο με την αγωγή ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ, για το οποίο η ενάγουσα δεν αναφέρει στην αγωγή της πώς δημιουργήθηκε και πότε, έτσι ώστε να διακριβωθεί και από το Δικαστήριο η επιτακτική ανάγκη για την εξόφλησή του, παρά ο μάρτυρας αυτής και σύζυγός της κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι το εν λόγω ποσό δαπανήθηκε για την αγορά καλλυντικών και ειδών προικός ..... χωρίς όμως να έχει διαπιστώσει ο ίδιος την αλήθεια ή μη των συγκεκριμένων αγορών αρκούμενος τις διαβεβαιώσεις της συζύγου του. στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος προέβη στον συνεχή κατά τα παραπάνω δανεισμό, ............... Τελικά η ενάγουσα δεν επέστρεψε τα χρήματα που της είχε δανείσει ο εναγόμενος και για το λόγο αυτό συμφώνησε με τον ίδιο να του μεταβιβάσει ένα ακίνητο (κατάστημα) ιδιοκτησίας της. Μετά από την συμφωνία αυτή ο εναγόμενος προέβη σε έλεγχο τίτλου του ως άνω ακινήτου, μετά την παράδοση σ' αυτόν των τίτλων ιδιοκτησίας από την ενάγουσα και στη συνέχεια σε εκτίμηση της αξίας του, οπότε οι διάδικοι συμφώνησαν στην πώληση ι του ποσού των 80.000,00 ευρώ. Παράλληλα ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα επιπλέον το ποσό των 10.000,00 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο μέχρι τη συμπλήρωση του τιμήματος (80.000 ευρω), δηλαδή ποσό 10.000,00 ευρώ κατέβαλε στην ενάγουσα παρουσία του συμβολαιογράφου κατά τη σύναψη του προσυμφώνου, f όπως και η ίδια (ενάγουσα) εκθέτει στην αγωγή, αλλά και βεβαιώνεται στο ένδικο προσύμφωνο". Επίσης αποδείχθηκε ότι: " Από την εν γένει δε συμπεριφορά της ενάγουσας προκύπτει ότι είναι ένα άτομο που έχει αναλάβει αποκλειστικά τα του οίκου της και του τέκνου της, ηλικίας 18 ετών, με απόλυτη ελευθερία κινήσεων ως προς την κοινωνική της ζωή, χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο από τον σύζυγό της (συχνές μεταβάσεις στη Νίκαια εβδομαδιαίως με δικό της ΙΧΕ, εκδρομές με γνωστούς χωρίς τον σύζυγό της, έξοδοι σε καφέ, ψώνια κλπ), συμπεριφορά που δεν παραπέμπει σε άτομο ασθενικής θελήσεως και αρκετά ευάλωτο και υποβόλιμο ώστε να επηρεάζεται εύκολα από τρίτους" ότι η αίτηση του συζύγου της να την θέσει σε μερική δικαστική συμπαράσταση κρίθηκε προσχηματική και ότι : "... α) το δάνειο που έλαβε η ενάγουσα δεν αντιστοιχεί στο αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των 1.000ευρώ αλλά σε αυτό των 60.000ευρώ β) για τη σύναψη του προσυμφώνου ο εναγόμενος δεν παραπλάνησε με οποιοδήποτε τρόπο την ενάγουσα ως προς τη σημασία αυτού ή τα αποτελέσματά του, γ) η ενάγουσα γνώριζε τι έπραττε και τις συνέπειες της πράξης της, η οποία εξέφραζε την κατόπιν λογικών διεργασιών και υπολογισμών σχηματισθείσα ελευθέρως βούληση της ευελπιστώντας προφανώς ότι δεν θα δημιουργηθεί πρόβλημα στην οικογένειά της από την εν λόγω μεταβίβαση, δ)η ψυχική πάθησή της δεν επηρεάζει σημαντικά την ομαλή λειτουργία της βούλησής της και τις διανοητικές της λειτουργίες ώστε να αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης της με λογικούς υπολογισμούς.... Αναφορικά δε με την αξία του αναφερομένου στο προσύμφωνο ακινήτου, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εμπορική αξία αυτού ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 130.000 ευρώ, ισχυρισμός που δεν αποδείχθηκε ως προς τη βασιμότητά του ελλείψει αποδεικτικών προς τούτο στοιχείων, χωρίς η κρίση αυτή να αναιρείται από την αναγραφή του ποσού των 180.499,58 ευρώ ως αντικειμενική αξία αυτού στο ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής, δεδομένου ότι αφενός μεν μεταξύ των δύο συμβολαιογραφικών πράξεων έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα ενός έτους, κατά το οποίο δεν κατέστη εφικτό να διακριβωθεί η μεταβολή ή μη των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και αφετέρου διότι πλέον η εμπορική αξία των ακινήτων υπολείπεται της αντικειμενικής εξαιτίας της εν γένει οικονομικής κρίσης και της συνεπεία αυτής έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος. Σχετικά δε με την αξία αντίστοιχων, λόγω παλαιότητας, εμβαδού και λοιπών χαρακτηριστικών, ακινήτων, ο εναγόμενος προσκόμισε αγγελίες με αναγραφόμενη αξία αυτή των 80.000 ευρώ, αντίθετα η ενάγουσα κανένα αποδεικτικό στοιχείο του ισχυρισμού της προσκόμισε. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η σύναψη του προσυμφώνου δεν αποτελεί προϊόν απάτης, ότι η σχετική δικαιοπραξία δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ούτε είναι καταπλεονεκτική, ότι το συμφωνηθέν τίμημα των 80.000 ευρώ δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με την παροχή για την οποία συμφωνήθηκε (πώληση ακινήτου) και τέλος ότι η βούληση της ενάγουσας που διατυπώθηκε με το ως άνω, προσύμφωνο δεν περιορίστηκε αποφασιστικά από την ψυχική της πάθηση" . Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σύναψη του προσυμφώνου δεν αποτέλεσε προϊόν απάτης, ότι η σχετική δικαιοπραξία δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη και ούτε είναι πλεονεκτική , καθώς επίσης ότι το τίμημα των 80.000 ευρώ δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με την παροχή - πώληση του ακινήτου - καθώς επίσης και ότι η βούληση της ενάγουσας δεν περιορίστηκε από την ψυχική της πάθηση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντας στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού κανόνα δικαίου των άρθρων 147, 178,179 και 131 ΑΚ καθόσον για την επί της ουσίας κρίση του δεν αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για την ύπαρξη και θεμελίωση του επιδιωκόμενου δικαιώματος. Επομένως τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο του αντίστοιχου σκέλους του τέταρτου λόγου αναίρεσης και του πέμπτου λόγου αιτιώμενη το Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 178,179 και 131 ΑΚ διότι ζήτησε στοιχεία περισσότερα από εκείνα που οι προαναφερθείσες διατάξεις απαιτούν για τη γέννηση του οικείου δικαιώματος, είναι αβάσιμα. Τέλος με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 131 Α ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής. Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 222/2008, ΑΠ 105/2005, ΑΠ 774/1996,). Η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και τις αμέσως προαναφερόμενες αποτελούσες απλώς δικαστικά τεκμήρια βεβαιώσεις, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 5/2020, 897/2014, ΑΠ 254/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο και κατά το τέταρτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αιτήσεώς της αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε και δη την από 4 Ιανουαρίου 2018 έκθεση διενέργειες ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Σ. Β., την με αριθμό 1194/2015 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. Γ., την με αριθμό 1195/2015 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Γ. Κ., τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά του πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό 43382015, τα υπ' αριθμόν 915/2018 απομαγνητοφωνημένα πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά καθώς επίσης και έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν η ίδια και ο αντίδικός της. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο παρέθεσε τα εξής αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία κατέληξε στην προπαρατιθέμενη κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου, από τις υπ' αριθ. 1194/20/02/2015 και 1195/20/02/2015 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενάγουσας ενώπιον του ειρηνοδίκη Αθηνών ληφθείσες νομοτύπως κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της εναγομένου (βλέπε σχετικά υπ' αριθ. 197/17/02/2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Τ.), την υπ' αριθ. 247/19/02/2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ειρηνοδίκη Πειραιά που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος και λήφθησαν νομοτύπως κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας (σχετικά η υπ' αρ. 767/16/02/2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών, Π. Ρ.) από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μεταξύ των οποίων και αυτών που περιλαμβάνονται στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία ενόψει της επίδικης διαφοράς), ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανόνα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από τις τυχόν ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφά τους ... καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα" . Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, καθώς επίσης μνημονεύονται ειδικά οι υπ' αρ. 1194/20/02/2015 και 1195/20/02/2015 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του ειρηνοδίκη Αθηνών . Ενόψει της διαλαμβανόμενης στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης βεβαίωσης, ότι για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσης της, στηρίχθηκε σε όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής και ιδίως τις ανωτέρω πλήρεις και σαφείς παραδοχές της περί συνομολόγησης δανείου 60.000,00 ευρώ, περί συνάψεως προσυμφώνου τη σημασία του οποίου γνώριζε η αναιρεσείουσα και του μη σημαντικού επηρεασμού της ψυχικής της πάθησης επί της ομαλής λειτουργίας της βούλησής της ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, αλλ` αντιθέτως καθίσταται βέβαιο, ότι και τα ως άνω έγγραφα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως οι προαναφερθέντες λόγοι είναι αβάσιμοι (βλ. και ΑΠ 814/2019). Από τη διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 269, 527 αρ.3 και 562 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η ένσταση πλαστότητας, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προβληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, πρωτόδικης ή κατ' έφεση, με το δικόγραφο της έφεσης ή τις προτάσεις χωρίς να απαιτείται προς τούτο η κατ' άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ, για την υποβολή της από πληρεξούσιο δικηγόρο, ειδική πληρεξουσιότητα, εφόσον έχει υποβληθεί αρμοδίως σχετική μήνυση (ΑΠ 2247/2014). Θα πρέπει, όμως, κατ' άρθρο 463 ΚΠολΔ ο προβάλων την ένσταση αυτή να προσκομίσει ταυτόχρονα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Τέλος, "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη υπόψη των οποίων ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό περί πλαστότητας αποδεικτικού εγγράφου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, για τον περιορισμό του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης και τις εξαιρέσεις αυτού. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ως τέτοια δε νοούνται τα υποστατά μεν, πλην ελαττωματικά και γι' αυτό άκυρα. Ήτοι λαμβάνονται υπόψη γενικώς κάθε είδους έγγραφα, όπως αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, μη θεωρημένα από τη Δ.Ο.Υ. γενικά δε κάθε είδους εγγραφές, όπως επιστολές και φωτοτυπίες επικυρωμένες ή ανεπικύρωτες (Ολ.ΑΠ 15/2003). Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, ούτε τα ανυπόστατα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία (ΑΠ 1341/2015, ΑΠ 1402/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης , κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τις παραπάνω διατάξεις του αριθμού 8 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου, έλαβε υπόψη δεκατέσσερις συναλλαγματικές χωρίς να εξετάσει και να διαπιστώσει αν τα ανωτέρω έγγραφα εμπίπτουν στα μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος είναι αβάσιμος, καθόσον τα επίμαχα έγγραφα, σύμφωνα με το λόγο αναίρεσης, δεν έχουν κηρυχθεί πλαστά και επομένως είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο το δε το Εφετείο με το να τα λάβει υπόψη του δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια. Ως προς την προβληθείσα με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου , της ενστάσεως πλαστογραφίας των 14 συναλλαγματικών και την υποβολής μήνυσης σε βάρος του εφεσίβλητου, το δικαστήριο ουδέν διέλαβε. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως όμως προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την ακυρότητα του προσυμφώνου αγοραπωλησίας δέχθηκε ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος δάνειζε τμηματικά την εκκαλούσα - αναιρεσείουα καθόλη τη διάρκεια της γνωριμίας τους το έτος 2013 με διάφορα χρηματικά ποσά, που ανήλθαν συνολικά στο ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ περίπου και όχι μόνο στο επικαλούμενο με την αγωγή ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη, δηλαδή ως στερούμενη αποδεικτικού ερείσματος, την περί πλαστότητας ένσταση των συναλλαγματικών που πρόβαλλε η εκκαλούσα κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον εφεσίβλητο. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, είναι αβάσιμος Σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης " η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εμπορική αξία αυτού ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 130.000 ευρώ, ισχυρισμός που δεν αποδείχθηκε ως προς τη βασιμότητά του ελλείψει αποδεικτικών προς τούτο στοιχείων, χωρίς η κρίση αυτή να αναιρείται από την αναγραφή του ποσού των 180.499,58 ευρώ ως αντικειμενική αξία αυτού στο ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής, δεδομένου ότι αφενός μεν μεταξύ των δύο συμβολαιογραφικών πράξεων έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα ενός έτους, κατά το οποίο δεν κατέστη εφικτό να διακριβωθεί η μεταβολή ή μη των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και αφετέρου διότι πλέον η εμπορική αξία των ακινήτων υπολείπεται της αντικειμενικής εξαιτίας της εν γένει οικονομικής κρίσης και της συνεπεία αυτής έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος. Σχετικά δε με την αξία αντίστοιχων, λόγω παλαιότητας, εμβαδού και λοιπών χαρακτηριστικών, ακινήτων, ο εναγόμενος προσκόμισε αγγελίες με αναγραφόμενη αξία αυτή των 80.000 ευρώ, αντίθετα η ενάγουσα Ο ισχυρισμός επομένως της αναιρεσείουσας με το τρίτο λόγο αναίρεσης ότι η παράληψη του Εφετείου να εξακριβώσει την πραγματική αξία του ακινήτου, ώστε να αποδειχθεί η καταπλεονεκτική δικαιοπραξία και η αντίθεση της με τα χρηστά ήθη κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 και 1 α ΚΠολΔ πλήττει την ανελέγκτως δεχθείσα αξιολογική κρίση περί τα πράγματα και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού είναι απαράδεκτος. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 742/2020, ΑΠ 1030/2015). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι συντρέχει ή όχι φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της φανερής δυσαναλογίας. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτών, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με το να μη δεχθεί, ότι συντρέχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούν την προφανή δυσαναλογία και όχι στην ερμηνεία των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, ή την υπαγωγή σ' αυτό των πραγματικών γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση, με όσα δέχθηκε το Εφετείο Πειραιά , δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την κρίση του, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε, δεν υπάγονται στην έννοια της φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής (εμπορικής αξίας του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, αλλά ούτε και στη διάταξη των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ και ο συναφής τρίτος και τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτών είναι και αβάσιμος. Στη προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής της, την από το άρθρο 559 αριθ.1 β ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να καταλήξει στην κρίση του ότι " α) το δάνειο που έλαβε η ενάγουσα δεν αντιστοιχεί στο αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των 1.000 ευρώ , αλλά σε αυτό των 60.000 ευρώ , β) για τη σύναψη του προσυμφώνου εναγόμενος δεν παραπλάνησε με οποιοδήποτε τρόπο την ενάγουσα ως προς τη σημασία αυτού ή τα αποτελέσματά του, γ) η ενάγουσα γνώριζε τι έπραττε και τις συνέπειες της πράξης της, η οποία εξέφραζε την κατόπιν λογικών διεργασιών και υπολογισμών σχηματισθείσα ελεύθερη βούλησή της, ευελπιστώντας προφανώς ότι δεν θα δημιουργηθεί πρόβλημα στην οικογένειά της από την εν λόγω μεταβίβαση, δ) η ψυχική πάθησή της δεν επηρέαζε σημαντικά την ομαλή λειτουργία της βούλησής της και τις διανοητικές της λειτουργίες ώστε να αποκλειστεί ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης της με λογικούς υπολογισμούς ", δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων του άρθρου 131 και δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες αυτούς, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία: Από μόνη της, η υπογραφή του ενδίκου προσυμφώνου, αποκλίνει ουσιωδώς από τη συνείδηση του μέσου συναλλασσόμενου, ο οποίος στην περίπτωση αυτή, ουδόλως θα δεχόταν να προβεί στην υπογραφή του προσυμφώνου αυτού προς εξασφάλιση του δανειστή του. Ο μέσος συναλλασσόμενος κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα πρότεινε ο ίδιος την δόση αντί καταβολής ενός πολύτιμου ακινήτου του και μάλιστα σε εξευτελιστική αξία, αλλά θα επιχειρούσε καταρχήν την ανανέωση του χρέους, την ενημέρωση των μελών της οικογένειας προς διαβούλευση και εξεύρεση προσφορότερης λύσης μέσω διαπραγματεύσεων με τον δανειστή, την προσφυγή στη βοήθεια δικηγόρου για λήψη νομικών συμβουλών, την εξασφάλιση ενδεχομένως του δανειστή με εγγραφή προσημειώσεως σε ακίνητο που δεν θα είχε ζωτική σημασία για την οικογενειακή του πρόοδο, την προσφυγή στη βοήθεια μεσίτη για λήψη συμβουλών σχετικά με την αξία του ακινήτου και την εξεύρεση συμφερότερου τιμήματος, το διακανονισμό της οφειλής σε δόσεις κλπ". Ενώ, με βάση τα ανωτέρω, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, διδάγματα κοινής πείρας, έπρεπε το Εφετείο, να δεχθεί ότι η διανοητική κατάσταση της ήδη από το έτος 1996, ήδη είχε εξελιχθεί, με αποτέλεσμα την έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών και την αδυναμία της να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούληση της, καθιστώντας αυτή άτομο εξαρτώμενο και υποβόλιμο από τρίτα άτομα, έχοντας απωλέσει την πλήρη συνείδηση των πραττομένων και την ικανότητα ελεύθερης διαμόρφωσης της βούλησής της, πάσχουσα από ψυχική διαταραχή, με αποτέλεσμα να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 131 παρ. 1 Α.Κ . Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποιήσεως των φερόμενων ως άνω διδαγμάτων της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 230/2020 απόφασης του Εφετείου Πειραιά . ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ