Αριθμός 762/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1) Ν.Π.Δ.Δ. που εδρεύει στην περιφέρεια του Δήμου ..., με την επωνυμία "...", με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Αγ. Αναργύρων, όπως νομίμως εκπροσωπείται, 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …, οδός ... με ΑΦΜ ..., Δ.Ο.Υ. Δ' Αθηνών, όπως νομίμως εκπροσωπείται, 3) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..., με ΑΦΜ ..., Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πωβαρέτο, και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Α. Α. του Μ., κατοίκου ... 2) Γ. Α. του Μ., κατοίκου ... που συνεχίζουν την παρούσα δίκη ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι - καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος και αρχικώς αναιρεσίβλητου Μ. Α. του Γ., κατοίκου εν ζωή ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Εμμανουήλ Σουριαδάκι και Γεώργιο Λαδογιάννη, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2001 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Μ. Α. του Γ. και την από 14-4-2005 αγωγή του ήδη α' αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2980/2009 μη οριστική, 2090/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4011/2014 εν μέρει οριστική, 5593/2018 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 5593/2018 οριστικής αποφάσεως και της συμπροσβαλλομένης 4011/2014 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-1-2019 αίτηση και τους από 2-12-2019 προσθέτους λόγους αυτών. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 2-6-2021 κλήση των αναιρεσιβλήτων, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ.1, 290 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην μετ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι αυτή διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 2-6-2021 κλήση των Α. Α. του Μ. και Γ. Α. του Μ. φέρονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (12-1-2022), η από 7-1-2019 αίτηση και οι από 2-12-2019 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 5593/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από δε τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος Μ. Α. του Γ. απεβίωσε στις 6-12-2019, ήτοι μετά την άσκηση, στις 8-1-2019 και στις 4-12-2019, της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την 76/27/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων. Κατά τη δικάσιμο της 8-1-2020, κατά την οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως προκύπτει από τα με αριθμό 5/8-1-2020 πρακτικά συνεδρίασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, με προφορική του δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε στις αναιρεσείουσες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, το θάνατο του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης. Στη συνέχεια, με το 4074/10-7-2020 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δημοσιεύθηκε η από 6-11-2014 ιδιόγραφη διαθήκη του αναιρεσιβλήτου. Με τη διαθήκη αυτή ο αναιρεσίβλητος όρισε ως κληρονόμους του, τη σύζυγό του Ε. Χ. και το γιο του Γ. Α., τους οποίους περιόρισε στη νόμιμη μοίρα που τους αναλογεί, καθώς και το γιο του Α. Α., στον οποίο κατέλειπε το σύνολο της υπόλοιπης κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Οι ανωτέρω κληρονόμοι αποτελούν τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του αποθανόντος αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από το 48323/18-12-2019 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Βάρης-Βούλας Βουλιαγμένης. H σύζυγος του αναιρεσιβλήτου με την 518/2021 σχετική έκθεση της γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτήν με την ανωτέρω διαθήκη κληρονομία, οπότε παρέμειναν μόνοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αναιρεσιβλήτου οι δύο γιοι του, ήτοι ο Α. Α. και Γ. Α. Οι τελευταίοι, οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του πατέρα τους αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από τα 195/5-1-2022 και 109/4-1-2022 πιστοποιητικά του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την πιο πάνω αναφερόμενη από 2-6-2021 κλήση συνεχίζουν νόμιμα τη δίκη αυτή, υπεισερχόμενοι στη δικονομική θέση του αποθανόντος αναιρεσιβλήτου. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλονται η 5593/2018 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και η 4011/2014 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, οι οποίες εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και οι οποίες αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος Μ. Α. άσκησε κατά των αναιρεσειουσών την από 26-9-2001 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, περιορίζοντας στη συνέχεια το αίτημα της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος σε ποσοστό 92,10971% εξ αδιαιρέτου επί ενός αγρού, που βρίσκεται στο ... στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας Δήμου ... έκτασης 29.377 τ.μ. Επίσης, η πρώτη αναιρεσείουσα ..., άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου την από 14-4-2005 αντίθετη αγωγή ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ένα ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "... και το οποίο αποτελείται από δύο τμήματα, εμβαδού 32.020 τ.μ. το πρώτο και 2.330 τ.μ. το δεύτερο. Επί των δύο αυτών αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε αρχικά η 4627/2006 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να συμπληρωθούν ελλείψεις ως προς το παραδεκτό της άσκησης της δεύτερης αγωγής, στη συνέχεια εκδόθηκε η 2980/2009 μη οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα δύο επίδικα των δύο αγωγών ακίνητα ταυτίζονται και αν περιλαμβάνονται στους τίτλους του ενάγοντος Μ. Α. ή στους τίτλους της ενάγουσας ... και τέλος, εκδόθηκε η 2090/2012 οριστική απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη (από 14-4-2005) αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή η πρώτη (από 26-9-2001) αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης άσκησαν την από 6-7-2012 έφεση, καθώς και τους από 14-4-2014 πρόσθετους αυτής λόγους, οι εναγόμενες της πρώτης αγωγής, καθώς και η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής. Εκδόθηκε επί της έφεσης και των πρόσθετων λόγων η 4011/2014 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 14-4-2005 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και περαιτέρω, ενόψει των προβληθέντων νέων ισχυρισμών και της προσκόμισης νέων εγγράφων από τις εκκαλούσες, διατάχθηκε η διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης. Στη συνέχεια δε, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5593/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, οι από 2-12-2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης έχουν ασκηθεί παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 4-12-2019 (υπ' αριθμ. 1893 Β'/4-12-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Μ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 8-1-2020. Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, συνεκδικαζόμενες κατά τα άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συναφείας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα, νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εάν δε ο αναιρεσείων υπήρξε εκκαλών, πρέπει τον ισχυρισμό του που θεμελιώνει το λόγο της αναίρεσης να τον είχε προτείνει στο εφετείο με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 884/2017). Εξ άλλου, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο αυτό (ΑΠ 102/2017, ΑΠ 97/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσας διατείνονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι, παρά το γεγονός ότι πρότειναν με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους την αοριστία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επαναφέροντας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον σχετικό ισχυρισμό που είχαν προτείνει και πρωτοδίκως, το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, αλλά απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής τους, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται με το αναιρετήριο ότι με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι είναι κύριος κατά ποσοστό 92,10971% ενός αγρού έκτασης 29.377 τ.μ. στη θέση ….. του Δήμου ... το οποίο απέκτησε με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αναιρετήριο. Ότι, καίτοι το επίδικο ακίνητο φέρεται στην ως άνω αγωγή ως τμήμα ευρύτερης έκτασης 40.875 τ.μ. και η τελευταία ως τμήμα ακόμα ευρύτερης έκτασης 73.088 τ.μ., δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής η θέση του επιδίκου τόσο εντός του τμήματος των 40.875 τ.μ., όσο και μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο των 73.088 τ.μ., αλλά αναφέρεται αόριστα ότι η επίδικη έκταση προέκυψε κατόπιν δύο απαλλοτριώσεων κατά τα έτη 1962 και 1981 τμημάτων 32.213 και 11.498 τ.μ. της μείζονος εκτάσεως των 73.088 τ.μ. Ότι, περαιτέρω, και ως προς το ζήτημα της σταδιακής μειώσεως της εκτάσεως των 73.088 τ.μ. σε 40.875 τ.μ. και εν συνεχεία στα 29.377 τ.μ. υφίσταται στην αγωγή ασάφεια και αντιφατικότητα, δοθέντος ότι ο αναιρεσίβλητος, ενώ υποστηρίζει ότι ενέμετο από το 1951 την έκταση των 40.875 τ.μ. κατά ποσοστό 2,690% εξ αδιαιρέτου κατόπιν άτυπης πώλησης, ταυτοχρόνως αναφέρει ότι η μείωση κατά 32.213 τ.μ. της εκτάσεως των 73.088 τ.μ. οφείλεται σε απαλλοτρίωση που συντελέσθηκε το 1962. Ότι από την ως άνω ατελέσφορη περιγραφή του επιδίκου αγρού των 29.377 τ.μ. δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του και συγκεκριμένα ως προς τη θέση του και τα ακριβή του όρια εντός των ευρύτερων εκτάσεων των 73.088 και 40.875 τ.μ., αλλά και της περιγραφόμενης στην αγωγή εκτάσεως των 40.875 τ.μ. εντός της εκτάσεως των 73.088 τ.μ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 6-7-2012 έφεσης των αναιρεσειουσών κατά της 2090/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι με το δεύτερο λόγο της οι αναιρεσείουσες-τότε εκκαλούσες ισχυρίστηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: "Διότι, εξ άλλου, η από 26-9-2001 αγωγή του εφεσιβλήτου έδει να απορριφθεί λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, ο ενάγων-εφεσίβλητος επικαλείται ως τίτλους του εννέα (9) συμβόλαια και μία άτυπη πώληση βάσει των οποίων είχε αποκτήσει τα κάτωθι ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου ως εξής: (ακολουθούν οι αριθμοί των συμβολαίων και τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά). Από την αντιπαραβολή των συμβολαίων τούτων προκύπτουν διαφορετικές τοποθεσίες, διαφορετικά μεγέθη εκτάσεων σε όλες τις γενόμενες αγορές, που προέρχονται από κληρονομίες προς της ισχύος του Αστικού Κώδικα και ως εκ τούτου μη μεταγραφείσες, δεν επισυνάπτονται τοπογραφικά διαγράμματα και δεν περιγράφεται λεπτομερώς κάθε συγκεκριμένη έκταση από την οποία αγοράστηκαν τα ποσοστό εξ αδιαιρέτου... Τα άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου εντελώς αόριστα και αυθαίρετα συγκεντρώθηκαν σε ενιαία έκταση με τα από Μαρτίου 1975 και από Μαρτίου 1978 τοπογραφικά διαγράμματα των Ε. Σ.και Δ. Β. αντίστοιχα, τα οποία επικαλείται ο εφεσίβλητος. Τα τοπογραφικά αυτά διαγράμματα δεν καταγράφουν, ως θα έδει, σχετικό υπόμνημα στο οποίο να εμφαίνεται επακριβώς η προέλευση της τοπογραφηθείσης εκτάσεως. Κατόπιν των ανωτέρω είναι ηλίου φαεινότερο ότι η δήθεν ενιαία τοπογράφηση των ποικιλώνυμων ποσοστών εξ αδιαιρέτου διαφόρων τοποθεσιών είναι αυθαίρετη και παντελώς αόριστη". Από το ανωτέρω περιεχόμενο του δευτέρου λόγου της έφεσης προκύπτει ότι με αυτόν ουσιαστικά δεν τίθεται θέμα αοριστίας της αγωγής, αλλά θέμα εκτίμησης των επικαλουμένων με αυτήν αποδεικτικών μέσων. Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτό ότι με τον δεύτερο λόγο της έφεσης αποδίδεται πράγματι αοριστία στην αγωγή, η αοριστία αυτή δεν έχει σχέση με τα περιστατικά της αοριστίας που οι αναιρεσείουσες επικαλούνται με την αναίρεση, όπως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω και τα οποία δεν προβλήθηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ώστε να στηρίξουν τον ισχυρισμό περί της αοριστίας της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί αοριστίας της αγωγής στηρίζεται ουσιαστικά σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά προτείνεται με το συγκεκριμένο περιεχόμενο το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς μάλιστα να συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προβολής του. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει, ότι "Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας" προκύπτει, ότι, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, αλλά το αδίκημα δεν έχει παραγραφεί, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Όταν όμως η πλαστογραφία έχει παραγραφεί, τότε η περί αυτής πρόταση πρέπει να γίνει, επί ποινή απαραδέκτου, κατά την συζήτηση κατά την οποίαν προσήχθη το έγγραφο. Τούτο συμβαίνει, επειδή η πρόταση αυτή αποτελεί μήνυση για πλαστογραφία, η οποία όμως, λόγω της παραγραφής, κατέστη ανέγκλητη και έτσι εξέλιπαν οι ποινικές συνέπειες, οι οποίες ενδιαφέρουν την δημοσία τάξη και επέβαλαν την εν λόγω ρύθμιση (ΑΠ 567/2017, ΑΠ 979/2010, ΑΠ 406/1993). Αν όμως στις ως άνω περιπτώσεις προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο διάδικος εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο και ότι συνεπώς διαπράττει το αυτοτελές έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου (άρθρο 216 παρ. 2 Π.Κ.), ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται για την περίπτωση απόδοσης της πλαστογραφίας σε ορισμένο πρόσωπο (ΑΠ 1881/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 314/2021, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από 25-9-2018 κοινές προτάσεις των αναιρεσειουσών (σελ. 44), οι οποίες κατατέθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ενόψει της συζήτησης της έφεσής τους κατά τη δικάσιμο της 25-9-2018, ήτοι μετά τη διεξαγωγή της συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την 4011/2014 απόφαση του Εφετείου, οι αναιρεσείουσας προέβαλαν για πρώτη φορά ένσταση πλαστότητας και πιο συγκεκριμένα ένσταση νόθευσης των από μηνός Μαρτίου 1975 τοπογραφικών διαγραμμάτων των πολιτικών μηχανικών Ε. Σ. και Δ. Β., που είχαν προσαρτηθεί στα ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μητρέλη και τα οποία είχε επικαλεστεί ο αρχικός αναιρεσίβλητος με την από 26-9-2001 αγωγή του για τη θεμελίωση της κτήσης της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο. Ισχυρίστηκαν συγκεκριμένα και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του ισχυρισμού αυτού, ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 651/1977 (άρθρ. 5 παρ. 1) στα ανωτέρω διαγράμματα είναι χειρόγραφες και ανυπόγραφες από τους δηλούντες μηχανικούς και έχουν συνταχθεί μετά το Μάρτιο του 1975, οπότε συντάχθηκε τα διαγράμματα αυτά. Ότι από το γραφικό χαρακτήρα των χειρόγραφων αυτών δηλώσεων προκύπτει ότι οι υπεύθυνες αυτές δηλώσεις έχουν συνταχθεί από το ίδιο πρόσωπο, πρότειναν δε συγκριτικά στοιχεία προς απόδειξη του τελευταίου αυτού ισχυρισμού τους. Ότι είναι προφανές ότι με τις υπεύθυνες αυτές δηλώσεις, που προστέθηκαν στα ανωτέρω διαγράμματα εκ των υστέρων, διαπράχθηκε νόθευση εγγράφων για την οποία υπέχουν ποινικές ευθύνες, μεταξύ των άλλων, και όσοι μέχρι σήμερα τα χρησιμοποιούν, υπονοώντας προφανέστατα τον ενάγοντα-τότε εφεσίβλητο Μ. Α., ο οποίος τα επικαλέστηκε και τα προσκόμισε στη δίκη. Όπως δε περαιτέρω ισχυρίστηκαν, από τη νόθευση αυτή αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος ουδέποτε απέκτησε το ποσοστό των 88,469% στην έκταση των 40.785 τ.μ., τόσο λόγω των παράνομων κατατμήσεων του τεμαχίου 9, όσο και διότι μέσα στην έκταση αυτή συμπεριλαμβάνοντο και εκτάσεις εκτός του τεμαχίου 9. Να σημειωθεί εδώ ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που έκανε δεκτό σχετικό αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του τεμαχίου 9, το οποίο παραχωρήθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο του εφεσιβλήτου Λ. Χ. από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του ... παραχωρητηρίου. Ωστόσο, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός των αναιρεσειουσών για τη νόθευση των πιο πάνω εγγράφων και την κατά τα ως άνω χρήση αυτών, που προτάθηκε με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, παρά το ότι κατά τα ως άνω εκτεθέντα και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ, παραδεκτά είχε προβληθεί κατά το πιο πάνω στάδιο της δίκης. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, προβλεπόμενο από τα άρθρα 339 και 421 επ. ΚΠολΔ και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ` αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις. Για το λόγο αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 176/2020, ΑΠ 1551/2008, ΑΠ 176/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 5593/2018 απόφασή του, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ενώ δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη και η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Π. του Κ., η οποία περιέχεται στην 25.716/3-9-2013 έκθεση της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Λουΐζας Βαγιάτη-Γεωργοπούλου και η οποία είχε ληφθεί, όπως προκύπτει από τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτώς επισκοπούνται, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του τότε ισχύοντος άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ. Την ένορκη αυτή βεβαίωση, όπως και τη με αριθμό 926 Γ'/28-8-2013 έκθεση επίδοσης της σχετικής κλήσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Ν., η πρώτη και η τρίτη από τις αναιρεσείουσες Ιερές Μονές είχαν επικαλεστεί με τις από 30-5-2014 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του ισχυρισμού τους για την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου από την πρώτη από αυτές με έκτακτη χρησικτησία, ο οποίος προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τις αναιρεσείουσες-τότε εναγόμενες κατά της από 26-9-2001 αγωγής του αρχικού αναιρεσιβλήτου και επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου από τις τελευταίες με σχετικούς λόγους έφεσης και με πρόσθετο λόγο έφεσης, κατά τη συζήτηση της έφεσης στη δικάσιμο της 3-6-2014, μετά την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη με την αναίρεση 4011/2014 απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για τη διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης. Κατά την ορισθείσα δε, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, νέα δικάσιμο της 25-9-2018 για τη συζήτηση της έφεσης, η οποία συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης (άρθρ. 254 παρ. 1 ΚΠολΔ) και μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5593/2018 απόφαση, οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν με τις από 25-9-2018 κοινές προτάσεις τους όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που είχαν επικαλεστεί με τις προηγούμενες από 30-5-2014 προτάσεις (της πρώτης και της τρίτης) και από 16-9-2013 προτάσεις (της δεύτερης), μεταξύ των οποίων και την ως άνω ένορκη βεβαίωση και τη σχετική έκθεση επίδοσης, οι οποίες προσκομίσθηκαν ενώπιον του Εφετείου, αφού δεν βεβαιώνεται το αντίθετο από την 5593/2018 απόφαση. Επομένως, η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, παρά την προσκόμισή της, δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο κατά την έκδοση της 5593/2018 προσβαλλόμενης απόφασής του. Κατά συνέπεια, και κατόπιν των ανωτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Ενόψει όλων των παραπάνω και ενόψει του ότι παρέλκει πλέον η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναίρεσης, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των πιο πάνω δύο αναιρετικών λόγων που γίνονται δεκτοί, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 5593/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη μετά το θάνατο του αρχικού αναιρεσιβλήτου, πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι οι αναιρεσείουσες, ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δεν ήταν υποχρεωμένες και δεν κατέβαλαν το κατά το άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5593/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ