Αριθμός 2183/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δεμερτζή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4246/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2043/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Μαρτίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής^ βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως .μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α' - δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, και εν προκειμένω όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ που προαναφέρθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2043/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: " Η ενάγουσα από τις 17-1-2000 υπηρετούσε ως ελέγκτρια στο Εθνικό Ελεγκτικό Κέντρο (ΕΘ.Ε.Κ.) το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και με την υπ' αριθ. 846/22-11-2000 εντολή ελέγχου, της ανατέθηκε ο έλεγχος της επιχείρησης STET ΕΛΛΑΣ Α.Ε. για τις διαχειριστικές περιόδους 1998 και 1999. Κατά τη διάρκεια της διενέργειας του ελέγχου που τελείωσε στις 20-1-2001, διαπίστωσε λογιστικές διαφορές τις οποίες ανακοίνωσε στους προϊσταμένους της. Η έκθεση ελέγχου για την ως άνω επιχείρηση, υποβλήθηκε κατ' αρχή στις 28-2-2001, στον επόπτη και τον υποδιευθυντή της, σε πρόχειρη μορφή, εμφανίζοντας μεγάλες λογιστικές διαφορές. Στις 17-5-2001, η ενάγουσα υπέβαλε την έκθεση της, την οποία όμως αυθημερόν απέσυρε καταγγέλλοντας ότι αποτελούσε προϊόν σε βάρος της πιέσεων από τον επιθεωρητή του ΕΘ.Ε.Κ Ι. Λ.. Στη συνέχεια, στις 6-6-2001, η ενάγουσα υπέβαλε στην υπηρεσία της την αρχική έκθεση της, επεξεργασμένη σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του επόπτη της. Για τις αναφερόμενες πιέσεις, και την παρέμβαση του στο έργο της, η ενάγουσα κατέθεσε εναντίον του Ι. Λ., την από 28-6-2002 μήνυση, με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, διενεργήθηκε ανάκριση και με το 203/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο τελευταίος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της παρότρυνσης υφισταμένου να διαπράξει το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος. Ειδικότερα, κατηγορήθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 28-2-2001 έως-17-5-2001, υπό την ιδιότητα του επιθεωρητή του ΕΘ.Ε.Κ, ζήτησε από την ενάγουσα να παραβεί τα καθήκοντα της και να περιορίσει στην έκθεση ελέγχου της εταιρίας STET ΕΛΛΑΣ Α.Ε., το ύψος των οφειλομένων φόρων στο ποσό των 4,5 δις δραχμών, περιορίζοντας τις λογιστικές διαφορές που είχε διαπιστώσει στην εν λόγω εταιρία. Εν τω μεταξύ, ο Ι. Λ., πριν την άσκηση σε βάρος του, της ως άνω ποινικής δίωξης, διέταξε να διενεργηθεί ένορκη διοικητική εξέταση σε βάρος της ενάγουσας, με βάση κατηγορίες που η ως άνω ελεγχόμενη εταιρία είχε εκτοξεύσει εναντίον της τελευταίας. Αφού ολοκληρώθηκε η ως άνω ΕΔΕ, η ενάγουσα παραπέμφθηκε στο Β' υπηρεσιακό συμβούλιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με την υπ' αριθ. 1/16-2-2005 απόφασή του, επέβαλε στην ενάγουσα, βάσει των πορισμάτων της ΕΔΕ, την πειθαρχική ποινή του προστίμου, ίσου με τις αποδοχές της, 25 ημερών. Ωστόσο, η απόφαση αυτή, ακυρώθηκε με την 35/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. Εν τω μεταξύ, πριν την ακύρωσή της, η ενάγουσα αποσπάστηκε από την υπηρεσία της δύο φορές, λόγω της ως άνω πειθαρχικής της τιμωρίας. Ειδικότερα, με την από 11-3-2003 απόφαση του εναγομένου, που ήταν τότε Υφυπουργός του Υπουργείου Οικονομικών, διατάχθηκε η δυσμενής απόσπαση της, μετά την από 1-3-2005 απόφαση του υπηρεσιακού Συμβουλίου, και με την από 4-8-2005 απόφαση του εναγομένου διατάχθηκε δεύτερη δυσμενής απόσπαση της, σε συμμόρφωση της από 29-7-2005 απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε με ακρίβεια, πάντως το 2005, στην εκπομπή "κίτρινος τύπος" του τηλεοπτικού σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας "ΑΛΦΑ", ο εναγόμενος, ερωτηθείς τηλεφωνικά για την υπόθεση του φορολογικού ελέγχου της STET ΕΛΛΑΣ Α.Ε. και την πειθαρχική δίωξη της ενάγουσας, δήλωσε όσον αφορά τις καταγγελίες της τελευταίας: "ξέρω, κοιτάξτε..., είχε ένα πρόβλημα με ένα έλεγχο παλαιότερα, είχε παρουσιάσει τρεις διαφορετικές εκθέσεις, υπήρξε επανέλεγχος από κάποιο..., δεν ξέρω τι ισχυρίζεται η κυρία.... σημασία έχει ότι η κυρία αυτή απουσιάζει από την υπηρεσία της, διότι έχει μετατεθεί από τη συγκεκριμένη υπηρεσία, αλλά επειδή δεν ήθελε να φύγει, απουσιάζει ένα χρόνο, δεν έχει παρουσιαστεί στην υπηρεσία και περιφέρεται σε νευρολογικές κλινικές....ξέρω ότι υπάρχει μια αντιδικία μεταξύ των δύο, μια μήνυση που έχει υποβάλει στον κ. Λ., αλλά οι ιδιωτικές διαφορές, όπως καταλαβένετε, δεν επηρεάζουν τις κρίσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων, γιατί είναι ιδιωτικές διαφορές. Το κράτος δεν υπεισέρχεται σε αυτές". Η δήλωση αυτή του εναγομένου μεταδόθηκε για δεύτερη φορά στις 2-10-2005, ημερομηνία κατά την οποία ο τελευταίος υπέβαλε την παραίτηση του από την κυβέρνηση. Τα ως άνω γεγονότα, που ο εναγόμενος ανέφερε στην άνω εκπομπή, είναι αναληθή. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του εναγομένου ενώπιον μεγάλου αριθμού τηλεθεατών, ότι η ενάγουσα απουσίαζε επί ένα έτος από την υπηρεσία της, επειδή περιφερόταν σε νευρολογικές κλινικές, είναι γεγονός αναληθές, αφού ουδέποτε η ενάγουσα υπέφερε από νευρολογικά προβλήματα ή επισκεύθηκε νευρολογική κλινική. Όπως δε αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα ιατρικά πιστοποιητικά, η τελευταία πάσχει από κοίλη μεσοσπονδυλίου δίσκου "στένωση ΟΜΣΣ", και οι αναρρωτικές άδειες που έλαβε από την υπηρεσία της, αφορούσαν την ασθένεια αυτή. Το γεγονός αυτό ο εναγόμενος, γνώριζε ότι ήταν ψευδές, αφού ως εκ της ιδιότητας του, είχε γνώση του υπηρεσιακού φακέλου της ενάγουσας, ήταν δε πρόσφορο να βλάψει την τιμή και υπόληψη αυτής και πράγματι την έβλαψε. Ο ισχυρισμός του εναγομένου αυτού, ότι εκ δικαιολογημένου ενδιαφέροντος προήλθε στις άνω δηλώσεις, καθώς αυτός υπήρξε πολιτικός προϊστάμενος της ενάγουσας και έπρεπε να ενημερώσει το κοινό της ως άνω τηλεοπτικής εκπομπής, και ότι δεν είχε πρόθεση να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας είναι απορριπτέος , γιατί η κατά τα άνω συμπεριφορά του πληροί τους κανόνες των άρθρων 362-363 του Π.Κ., με συνέπεια η ισχύουσα, και στο ιδιωτικό δίκαιο διάταξη του άρθρου 367 του ΓίΚ, επί της οποίας επιχειρείται να επιστηριχθεί ο ισχυρισμός αυτός, να μη μπορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής. Όσον αφορά τον άλλο ισχυρισμό του εναγομένου, ότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά μεταξύ της ενάγουσας και του Ι. Λ., που δεν αφορούσε τις κρίσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων, αυτός (ισχυρισμός) δεν ήταν ικανός να βλάψει την προσωπικότητα της ενάγουσας, όπως βάσιμα με το δεύτερο λόγο του, ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, την βαρύτητα και την έκταση της προσβολής αυτής και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, αυτή υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, από τον εναγόμενο. Σταθμίζοντας τα κατά νόμο προαναφερόμενα στοιχεία, ως εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης, κατά το άρθρο 932του ΑΚ, κρίνεται το ποσό των 30.000 ευρώ και όχι το ποσό των 50.000; ευρώ που έκρινε η εκκαλουμένη". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όμως ως προς το μεγαλύτερο ποσό ου είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε ακολούθως εν μέρει δεκτή την αγωγή, με την οποία επεδιώκετο από την αvαιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση, λόγω προσβολής της προσωπικότητας της με συμπεριφορά του αναιρεσείοντος που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμηση, επιδικάζοντας σ' αυτήν καταψηφιστικά και αναγνωριστικά το ποσό των 30.000 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 362, 363 και 367 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠK που ορθά κρίθηκε μη κατά νόμο εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση. Aπό τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 362, 363 ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο που προέβη στην επίμαχη δήλωση, μέσω του άνω τηλεοπτικού σταθμού, γνώριζε ότι η αναιρεσίβλητη πάσχει από κοίλη μεσοσπονδυλίου δίσκου "στένωση ΟΜΣΣ", και όχι από νευρολογικής φύσεως προβλήματα, οι δε αναρρωτικές άδειες που έλαβε από την υπηρεσία της, αφορούσαν την άνω ασθένεια της, αφού ως εκ της ως άνω ιδιότητας του είχε γνώση του υπηρεσιακού φακέλου αυτής, και ότι παρά τη γνώση του αυτή , προέβη στην ως άνω ψευδή δήλωση, ότι η αναιρεσίβλητη "δεν έχει παρουσιαστεί στην υπηρεσία της και περιφέρεται σε νευρολογικές κλινικές....", γεγονός που ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και υπόληψη αυτής, αφού την παρουσιάζει ως πάσχουσα από νευρολογικής φύσεως προβλήματα για τα οποία περιφέρεται σε νευρολογικές κλινικές. Περαιτέρω δε, ενόψει των όσων ανελέγκτως έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή τα γεγονότα που διέδωσε ο αναιρεσείων για την αναιρεσίβλητη μέσω του προαναφερόμενου τηλεοπτικού σταθμού, τα οποία έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της, ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε την αναλήθειά τους, ώστε να στοιχειοθετείται εν προκειμένω το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήσης, αρκούσαν για την απόρριψη της από το άρθρο 367 παρ. 1 του Π.Κ. ενστάσεως του αναιρεσείοντος, "ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ως εκ της ιδιότητάς του ως αρμόδιου υφυπουργού, προέβη στην αναφορά των άνω περιστατικών προς ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού", αφού στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του αρθρ. 367 παρ 1 ΠΚ ώστε δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της άνω δυσφηστικής συμπεριφοράς του, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίος αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθή εκτίμηση, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθ 1εδ. β του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του Εφετείου και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2002). Εξάλλου, ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 447/2002, ΑΠ 377/1998) . Στην κρινομένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την εν γνώσει του αναιρεσείοντος αναληθή δήλωση που έκανε στον τηλεοπτικό σταθμό "ΑΛΦΑ", και συγκεκριμένα, ότι η αναιρεσίβλητη "απουσιάζει ένα χρόνο από την υπηρεσία της και περιφέρεται σε νευρολογικές κλινικές", δέχθηκε ως αποδειχθέν, ότι αυτή "ουδέποτε υπέφερε από νευρολογικά προβλήματα, ούτε επισκέφθηκε νευρολογική κλινική, αλλά η πάθηση της συνίστατο σε κοίλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, ασθένεια για την οποία έλαβε από την υπηρεσία της αναρρωτικές άδειες", χωρίς όμως να λάβει υπόψη το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι "ένας ασθενής που πάσχει από ορθοπεδική ασθένεια δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι δεν είναι δυνατόν ταυτοχρόνως να πάσχει και από νευρολογική", Ο λόγος, αυτός αναίρεσης είναι; προεχόντως, απαράδεκτος, διότι το επικαλούμενο στο λόγο αυτό περιστατικό δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας υπό την προεκτεθείσα έννοια, υπό την επίκληση δε της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως εκφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα "δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος, γ)εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ. ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.Α.Π. 6/2009). Κατά συνέπεια οι τρίτος και τέταρτος, κατά το ένα μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ) παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι . Εξάλλου οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδονται στην πρόσβαλλομένη απόφαση, οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο "παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφού δεν εξειδεικεύει, προκειμένου να λάβει υπόψη της τις συνθήκες, ούτε διατυπώνει στοιχειωδώς συλλογισμό σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και την αντιστοιχία του με το ύψος της αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης των 30.000 ευρώ" είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθ" όσον ο προσδιορισμός, κατ' άρθρο 932 Α.Κ., του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη και ποίο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση αυτής με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών, όπως συμβαίνει και εν προκειμένω, κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσης, η δε περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του; Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια , ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση, κατά το ως άνω κεφάλαιο της με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που μ' αυτήν επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη και εις βάρος του αναιρεσείοντος, καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 30.000 ευρώ. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 08-03-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2043/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ