Αριθμός 223/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Σ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κλάδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 36108/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1047/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997), και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.λ.π για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ κλπ. προς τον εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως : α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία συντάξεως του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους εφ' όσον το συνολικό χρέος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις, ασάφειες ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει ενιαίως από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης 36108/2012 αποφάσεώς του, κατ' επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωσή των, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, (αναγνωσθέντα έγγραφα), τα εξής: Στην Αθήνα, στις 1-11-1994 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος, όντας οφειλέτης του δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς το δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ και ειδικότερα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία '' VIDEOSONIC A.E ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΠΕ'' με έδρα την ... στην οποία τυγχάνει διευθύνων Σύμβουλος, στη ΔΥΟ Φ.Α.Ε.Ε Αθηνών διάφορα χρέη, όπως ακριβώς αναφέρονται στην συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου 107/2008) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 4/6/2008 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 137.823,84 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το δημόσιο συνιστάμενα κατά τον πίνακα χρεών στην μη καταβολή: 1) την 30-6-2004 εφάπαξ συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 37.417,20 ευρώ οικονομικού έτους 1994, που βεβαιώθηκε στις 26-5-2004 αφορούσε πρόστιμο Φ.Π.Α και ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004, 2) την 30-6-2004 εφάπαξ συνολικό οφειλόμενο χρέος 24.955,36 ευρώ, οικονομικού έτους 1995, που βεβαιώθηκε στις 26/5/2004 αφορούσε πρόστιμο Φ.Π.Α και ήταν καταβλητέο στις 30-6-2004, 3) την 30-6-2004 εφ' άπαξ συνολικό οφειλόμενο χρέος 28.311,52 ευρώ, οικονομικού έτους 1995, που βεβαιώθηκε στις 26/5/2004 αφορούσε μη παρακρατούμενο φόρο εισοδήματος (κατόπιν προσφυγής) και ήταν καταβλητέο στις 30/6/2004 και 4) την 30-6-2004 εφάπαξ συνολικό οφειλόμενο χρέος 47.139,76 ευρώ οικονομικού έτους 1996, που βεβαιώθηκε στις 26-5-2004 αφορούσε μη παρακρατούμενο φόρο εισοδήματος (κατόπιν προσφυγής) και ήταν καταβλητέο στις 30-6-2004. Δέχθηκε επίσης ως προς το γεγονός (εννοώντας ακυρώσεως) των επί μέρους πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ του προϊσταμένου ΠΕΚ Αθηνών, ότι δεν ασκεί ουδεμία επιρροή, καθώς έγινε για τυπικό λόγο και συγκεκριμένα σε όλες τις περιπτώσεις επειδή δεν συντάχθηκε έκθεση κατασχέσεως κατά την κατάσχεση των επισήμων βιβλίων της (εννοεί εταιρείας), αλλά μόνον απόδειξη παραλαβής και μετά από αυτά κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιοποίνου πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους ανασταλείσα. 'Ετσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. ιβ του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το ισχύον από 1-1-2004 άρθρο 34 του ν. 3220/2004 σε σχέση με την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο συνολικού ποσού υπερβαίνοντος τα 120.000 ευρώ για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Αναφέρονται στη προσβαλλομένη απόφαση η αρμόδια δημόσια αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών κατά περίπτωση από πρόστιμο ΦΠΑ και εισόδημα, το ποσό αυτών που μαζί με τις προσαυξήσεις συνολικά ανερχόταν σε 137.823,84 ευρώ, ο τρόπος πληρωμής και ο χρόνος καταβολής αυτών. Ακόμη προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, κατέστησαν ληξιπρόθεσμα (στις 30/6/2004). Επίσης ο χρόνος τελέσεως της αξιοποίνου ως άνω πράξεως προσδιορίζεται από την καθυστέρηση καταβολής για διάστημα πλέον των τεσσάρων μηνών από την ημέρα που έπρεπε να πληρωθούν τα άνω χρέη και ήταν η 1/11/2004 και όχι ο από παραδρομή αναφερόμενος στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως 1/11/1994 αφού και από την επισκόπηση της αναγνωσθείσης στην κατ' έφεση δίκη 53246/2010 αποφάσεως του πρωτοδίκως δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επί της οποίας, μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 1-11-2004. ακόμη γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ιδιότητα του ήδη αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος συμβούλου στην ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, σε βάρος της οποίας είχαν βεβαιωθεί τα άνω χρέη προς το δημόσιο, που δικαιολογούσε την άσκηση εναντίον του της ποινικής διώξεως κατά την παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990. Επίσης κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1 του ως άνω νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο ήδη αναιρεσείων για τη πιο πάνω πράξη παρά την ανάγνωση στο ακροατήριό του των προσκομισθεισών από τον συνήγορο που τον εκπροσώπησε στη δίκη κατ' έφεση των αναφερομένων στα πρακτικά 166/2012, 3554/2006, 167/2012, 3553/2006, 170/2012, 3552/2006,171/123551/2006 αποφάσεών του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Από την επιτρεπτή επισκόπηση στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου των ως άνω εγγράφων προκύπτει ότι με την πρώτη, τρίτη, πέμπτη και εβδόμη από τις ως άνω αναγνωσθείσες αποφάσεις του Τριμελούς διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ακυρώθηκαν η 1680/22-12-2003 μερική πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου ΠΕΚ Αθηνών, το 5667/22-12-2003 φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 1996 του Προϊσταμένου ΠΕΚ Αθηνών, η 1679/22-12-2003 μερική πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α του Προϊσταμένου ΠΕΚ Αθηνών και το 5666/22-12-2003 φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Προϊσταμένου ΠΕΚ Αθηνών, οικονομικού έτους 1995, αντίστοιχα κατά παραδοχή των από 27-2-2004 προσφυγών που είχε ασκήσει η ανώνυμη εταιρεία VIDEOSONIC A. E ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΒΙΝΤΕΟΚΑΣΕΤΩΝ,ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ, ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ με το διακριτικό τίτλο ''VIDEOSONIC A.E.'' για την νομική πλημμέλεια, η οποία συνίστατο στο ότι η αποδοθείσα στην προσφεύγουσα παράβαση για τη λήψη εικονικών στοιχείων, βάσει της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις μερικού προσδιορισμού ΦΠΑ και τα προσβαλλόμενα φύλλα ελέγχου φορολογίας εισοδήματος προέκυψε, μετά από έλεγχο και αναγκαστική αφαίρεση βιβλίου και στοιχείων από την επαγγελματική εγκατάσταση της προμηθεύτριας εταιρείας, χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 36 παρ. 3 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων διαδικασία συντάξεως εκθέσεως κατασχέσεως αυτών και η επίδοση αυτής στην προσφεύγουσα. Επίσης προκύπτει ότι με την δεύτερη, τέταρτη, έκτη και όγδοη των αναγνωσθεισών ανωτέρω αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγιναν εν μέρει δεκτές σχετικές αιτήσεις περί αναστολής εκτελέσεως των πράξεων ταμειακής βεβαιώσεως του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών ποσοστού 30% του αμφισβητουμένου Φ.Π.Α και των προσθέτων αυτού και ποσοστού 25% του αμφισβητουμένου κυρίου φόρου εισοδήματος και των συμβεβαιουμένων με αυτόν επιπλέον φόρων και τελών. Ειδικότερα σύμφωνα με αυτές τις αποφάσεις έγινε δεκτό: α) σε σχέση με την 1679/2003 μερική πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α με την οποία είχε καταλογιστεί σε βάρος της ως άνω υποχρέου ανώνυμης εταιρείας συνολικό ποσό φόρου 58.512.937 δραχμών (ευρώ 171.718,08) σε συνδυασμό με την 6683/1/2004 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως προϊσταμένου Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών με την οποία βεβαιώθηκε επί μέρους ποσό 59.944 ευρώ, ορίσθηκε ως εισπρακτέο ποσό 30.327,42 ευρώ και ως υπόλοιπο οφειλής (για το οποίο εχώρησε αναστολή εκτελέσεως) ποσό 24.616,58 ευρώ, β) σε σχέση με την 1680/2003 μερική πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α, με την οποία είχε καταλογισθεί σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, συνολικό ποσό φόρου 30.008.123 δραχμών (ευρώ 88.064,92) σε συνδυασμό με την 6683/2004 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών με την οποία βεβαιώθηκε επιμέρους ποσό φόρου 28.078 ευρώ, ορίσθηκε ως εισπρακτέο ποσό 11.660 ευρώ και ως υπόλοιπο οφειλής (για το οποίο εχώρησε αναστολή εκτελέσεως) ποσό 16.418 ευρώ, γ) σε σχέση με το 5666/2003 φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος, με το οποίο είχε καταλογισθεί σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας συνολικό ποσό φόρου 52.616.788 δραχμών (154.414,64 ευρώ) σε συνδυασμό με την 6686/1/2004 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε επί μέρους ποσό φόρου από 38.626 ευρώ, ορίσθηκε ως εισπρακτέο ποσό 20.000 ευρώ και ως υπόλοιπο οφειλής ( για το οποίο εχώρησε αναστολή εκτελέσεως) ποσό 18.626 ευρώ και δ) σε σχέση με το 5567/2003 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος, με το οποίο είχε καταλογισθεί σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας συνολικό ποσό φόρου 324.050 ευρώ σε συνδυασμό με την 6686/2/2004 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως του προϊσταμένου Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών με την οποία βεβαιώθηκε επί μέρους ποσό φόρου 81.013 ευρώ, ορίσθηκε ως εισπρακτέο ποσό 50.000 ευρώ και ως υπόλοιπο οφειλής (για το οποίο εχώρησε αναστολή εκτελέσεως) ποσό 31.013 ευρώ. Δεν αποτελούσαν οι παραπάνω αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών διακωλυτικό λόγο για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του ήδη αναιρεσείοντος για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το δημόσιο, ούτε ήταν δεσμευτικές για το ποινικό δικαστήριο που επιλήφθηκε της εκδικάσεως αυτής της ποινικής υποθέσεως για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο. Δεν προβλέπεται από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 34 παρ. 1 ν.3220/2004 ούτε από άλλη διάταξη ότι παρεμποδίζει την άσκηση ποινικής διώξεως και την εκδίκαση και κατ' ουσία έρευνα από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο της αφορώσης τη μη καταβολή προς το δημόσιο καθυστερουμένων ληξιπροθέσμων χρεών αξιόποινη πράξη υποθέσεως η αναστολή με δικαστική απόφαση εν όλω ή εν μέρει πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως τέτοιων χρεών. Η διάταξη του άρθρου 196 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που κυρώθηκε με το νόμο 2717/1999 κατά την οποία οι αποφάσεις με τις οποίες απαγγέλεται η ακύρωση ή η τροποποίηση εκτελεστής ατομικής πράξεως ή η ακύρωση παράλειψης οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, ισχύουν έναντι όλων, αφορά μόνον στο διοικητικό μέρος των διαφορών ουσίας που εκδικάζονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και σε αυτό περιορίζεται η διαπλαστική ενέργεια δηλαδή η δεσμευτικότητα που απορρέει από ακυρωτική ή τροποποιητική διάταξη διατακτικού εκδιδομένης επί προσφυγής οριστικής δικαστικής αποφάσεως αναπτύσσεται ανεξάρτητα από τη μη συνδρομή του δεδικασμένου, που δημιουργείται κατ' άρθρο 197 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας από τις εκδιδόμενες τελεσίδικες ή ανέκκλητες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων. Οι έννομες συνέπειες από οριστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου επί προσφυγής κατά πράξεων του εκδίδονται στο στάδιο προσδιορισμού φόρων δημιουργούν μεν υποχρέωση των διοικητικών αρχών να συμμορφώνονται προς το περιεχόμενο αυτής της απόφασης. Δεν συνεπάγεται όμως για το ποινικό δικαστήριο που εκδικάζει υπόθεση για μη καταβολή ληξιπροθέσμων χρεών προς το δημόσιο ότι δεσμεύεται από την οριστική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου που ακύρωσε τέτοια πράξη προσδιορισμού φόρων να θεωρήσει ότι εξέλιπαν οι προϋποθέσεις της υπάρξεως ταμειακώς βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων του Δημοσίου σε βάρος του υποχρέου που είναι κατηγορούμενος αλλά δικαιούται το ποινικό δικαστήριο παρεπιμπτόντως να κρίνει αν συντρέχουν κατά περίπτωση τα βεβαιωμένα ληξιπρόθεσμα προς το δημόσιο χρέη, για τα οποία ζητήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ και ασκήθηκε η ποινική δίωξη εκείνου σε βάρος του οποίου βεβαιώθηκαν αφού πρόκειται για ζήτημα για το οποίο δεν ήταν υποχρεωτικό να έχει κρίνει προηγουμένως το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Εφ' όσον για το έγκλημα της μη καταβολής ληξιπροθέσμων χρεών προς το δημόσιο δεν προϋποτίθεται, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, όπως για άλλα αδικήματα περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 17,18,19 και 21 παρ. 2 του ν.2523/1997 έπεται ότι η έκδοση της αποφάσεως από το διοικητικό δικαστήριο επί τέτοιας προσφυγής του κατηγορουμένου για καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το δημόσιο δεν ασκεί πλέον έννομη επιρροή στην ποινική δίκη για το έγκλημα αυτό, αλλά συνεκτιμάται κατ' άρθρο 62 Κ.Ποιν.Δ με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεδομένου, ότι το άρθρο 25 παρ. 1 ν.1882/1990, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου, για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητος από τη φύση της, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της συγκεκριμένης φορολογικής παραβάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Άλλωστε τα ποινικά δικαστήρια όταν εκδικάζουν τέτοιο ποινικό αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 25 ν.1882/1990, όπως ισχύει, ελέγχουν αν συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, δηλαδή για ζήτημα το οποίο σχετίζεται μεν αλλά δεν ταυτίζεται με το αντικείμενο των επί των προσφυγών του υποχρέου δικών ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η αναστολή της ποινικής διώξεως μέχρι να προηγηθεί απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου κατ' εφαρμογή του άρθρου 60 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, όπως σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 327,328,329,355 Π.Κ του άρθρου 3 ν. 3528/2007 και του άρθρου 21 ν. 2523/1997 κατά τα προαναφερθέντα. Έτσι οι παραπάνω αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών επί προσφυγών που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά των καταλογιστικών πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ και φύλλων ελέγχου φόρου εισοδήματος δεν είναι δεσμευτικές για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που ελευθέρως τις εκτίμησε κατά τα άρθρα 177,178 Κ.Ποιν.Δ μαζί με τις άλλες αποδείξεις με βάση τις οποίες οδηγήθηκε στην καταδίκη του για την αποδιδόμενη πράξη κρίνοντας στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 23 ν. 2523/1997 και ορίσθηκε ότι, η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε και μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση και ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής. Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111,112 και 113 Π.Κ ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 25 παρ. 7 του ν. 1882/1990 όπως ίσχυε πριν το ν. 3220/2004 και κατά το οποίο ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής το δε άρθρο 86 του ν. 2362/1985 κλπ διαλαμβάνει μόνο περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το δημόσιο (Ολ.ΑΠ 2/2011). Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ότι ο προσδιοριζόμενος κατά εφαρμογή του ν. 3220/2004 χρόνος τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, είναι αυτός από της καθυστερήσεως πέραν των τεσσάρων μηνών καταβολής των βεβαιωθέντων την 26-5-2004 επιμέρους χρεών που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα την 30-6-2004 και ανάγεται στην επόμενη της παρόδου των τεσσάρων μηνών από της ημερομηνίας αυτής. Εν όψει αυτών και του ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στις 15-5-2009 στον ήδη αναιρεσείοντα έγινε πριν από την πάροδο πενταετίας από την 1-11-2004, έπεται ότι άρχισε η κυρία διαδικασία και επήλθε η αναστολή της προθεσμίας παραγραφής της ως άνω πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιοποίνου πράξεως για διάστημα τριών ετών που δεν συνεπληρώθη μέχρι την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως την 26/6/2012. Κατ' ακολουθίαν αυτών και του ότι δεν συμπληρώνονταν οκταετία μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως και υπό τη νέα μορφή του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, σύμφωνα με το οποίο καθορίζονται διαφορετικά πλαίσια ποινής και με το εδάφιο 2 αυτού ορίζεται ότι χρόνος τελέσεως του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντιστοίχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, έπεται ότι δεν ήταν υποχρεωμένο το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αποφανθεί για την παύση οριστικώς της ποινικής διώξεως κατά του αναιρεσείοντος για την προπεριγραφείσα πράξη λόγω παραγραφής κατά τα άρθρα 111 παρ. 1,3,112 και 113 παρ. 1,2,3 Π.Κ αφού δεν είχε παρέλθει από του χρόνου τελέσεως της ως άνω πράξεως μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνυπολογιζομένου και του χρόνου της αναστολής, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ενώ τα σε βάρος του βεβαιωθέντα ταμειακώς χρέη ως ποσοστό 30% των καταλογιστικών πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ και ως ποσοστό 25% των καταλογιστικών πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ και φύλλων ελέγχου φόρου εισοδήματος τελούσαν σε αναστολή εκτελέσεως και το σύνολο των πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ και φύλλων ελέγχου φόρου εισοδήματος είχαν ακυρωθεί με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, προχώρησε στην έκδοση σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως με χρόνο τελέσεως της αποδοθείσης αξιοποίνου πράξεως της καθυστερήσεως καταβολής χρεών προς το δημόσιο την 1/11/1994, ενώ με τέτοιο χρόνο τέλεσης η πράξη αυτή είχε υποπέσει σε παραγραφή και έπρεπε να είχε παύσει οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη, είναι απορριπτέες και οι επ' αυτών στηριζόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11/9/2012 αίτηση - δήλωση του Ι. Σ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της 36108/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ