Αριθμός 951/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Xαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. D. του Y., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Ζάχου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 61-64/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 983/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.10 ν. 2408/1996, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος αστικώς υπεύθυνος, ή μάρτυρος που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος, που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανελέγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2 και 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ.β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β', δ ΚΠΔ η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει αντίθετα όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημ/κών, κατά το άρθρο 232 παρ.2 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπ' αριθμ. 61-64/2011 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία σε ποινή καθείρξεως 20 ετών και 8 μηνών, προκύπτει ότι κατά την έναρξη της συζήτησης και μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος "Η πρόεδρος, αφού διαπίστωσε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος αγνοεί εντελώς την Ελληνική γλώσσα, αλλά γνωρίζει τη Βουλγαρική, διόρισε, σύμφωνα με το άρθρο 233 του ΚΠΔ διερμηνέα για την εξέταση αυτού και ειδικότερα τον T. A. του K. που γεννήθηκε το 1964 στη ... και κατοικεί στα ... ... ο οποίος πριν αναλάβει τα καθήκοντά ως διερμηνέας της Βουλγαρικής γλώσσας προς την Ελληνική γλώσσα και αντίστροφα, ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠΔ, ότι θα ερμηνεύσει ακριβώς και πιστά όλα όσα ειπωθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και τα αναγνωστέα έγγραφα". Ο διορισμός του διερμηνέως αυτού έγινε κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, όπως ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται, όμως σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (14-12-2011) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημ/κών Λαμίας. Επομένως, αφού ο διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει το λόγο εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος δεν δημιουργεί απόλυτα ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει ειδικά τον διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους πράγμα που έπρεπε να κάνει σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη μόνο στη περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός του πίνακα. Άλλωστε ο διορισμός έγινε από την ίδια την διευθύνουσα τη συζήτηση. Επομένως ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Δ ΚΠΔ με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα άλλως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το διορισμό διερμηνέα και συγκεκριμένα, γιατί δεν διευκρινίζεται αν ο διερμηνέας που διορίσθηκε περιλαμβανόταν στο σχετικό πίνακα διερμηνέων, δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία για τον διορισμό του διερμηνέως και δεν υποβλήθηκε σχετική πρόταση του εισαγγελέως ούτε δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ότι δεν του διερμηνεύθησαν τα αναγνωστέα έγγραφα σύμφωνα με το άρθρο 233 - 235 ΚΠΔ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει με σημείωση που υπάρχει στο τέλος αυτής σελ. 31, ότι, "όλα τα παραπάνω διερμηνεύτηκαν πιστά και με ακρίβεια στο κατηγορούμενο, από το διορισθέντα για το σκοπό αυτό διερμηνέα" άρα και τα αναγνωστέα έγγραφα, οι μαρτυρικές καταθέσεις, η πρόταση του Εισαγγελέα η απόφαση του Δικαστηρίου και γενικά ότι έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο μέχρι και την έκδοση της αποφάσεως. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (αρ.93 παρ.3) και του Κ.Π.Δ. (αρ. 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου η σε μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο δηλ. με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης, σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στη προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατέθεσε εγγράφως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αυτοτελείς ισχυρισμούς και συγκεκριμένα: α)ότι την πράξη της ανθρωποκτονίας αποφάσισε και εκτέλεσε βρισκόμενος εν βρασμό ψυχικής ορμής, β)ότι την πράξη αυτή την τέλεσε βρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, αλλά καθ 'υπέρβαση των ορίων αυτής, γ)ότι η πράξη του αυτή πρέπει να χαρακτηρισθεί θανατηφόρος σωματική βλάβη, δ)ότι μέχρι της τελέσεως της πράξης αυτής έζησε έντιμο βίο, ότι μετά την πράξη συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα και ε)ότι στη πράξη αυτή ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του κατά λέξη τα εξής: "... Αποδείχθηκαν ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και το θύμα D. S. του S., αμφότεροι υπήκοοι Βουλγαρίας ήταν συγγενείς εξ αγχιστείας, καθόσον ο δεύτερος είχε παντρευτεί την αδελφή του πρώτου, με την οποία μάλιστα είχε αποκτήσει και ένα τέκνο. Επειδή, όμως, τον Οκτώβριο του έτους 2008 ο D. S., που βρισκόταν στην ..., συνδέθηκε ερωτικά με άλλη γυναίκα ομοεθνή του και εγκατέλειψε την ως άνω σύζυγο του, η οποία στη συνέχεια επέστρεψε με το ανήλικο τέκνο τους στη Βουλγαρία, οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο ήταν τεταμένες και επανειλημμένως είχαν διαπληκτισθεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 30-12-2008 και περί ώρα 20.30 ο D. S. και ο S. K. του G., επίσης υπήκοος Βουλγαρίας, βρισκόντουσαν σε υπαίθριο χώρο αναψυχής στην .... Αφού παρέμειναν εκεί επί μισή περίπου ώρα αναχώρησαν προκειμένου έκαστος εξ αυτών να επιστρέψει στην κατοικία του. Καθώς απομακρυνόντουσαν, συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο, ο οποίος απευθυνόμενος στον D. S. ζήτησε απ' αυτόν να συνομιλήσουν ιδιαιτέρως. Όταν αυτοί απομακρύνθηκαν πέντε περίπου μέτρα από τον ως άνω S. K., άρχισαν να λογομαχούν, κατά τη διάρκεια δε της λογομαχίας, που είχαν, ο κατηγορούμενος έβγαλε από την τσέπη του ένα μαχαίρι μήκους είκοσι εκατοστών με πτυσσόμενη λάμα. Στη θέα του μαχαιριού ο D. S., κτύπησε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο, πλην όμως δεν μπόρεσε να τον αποφύγει, αυτός δε (ο κατηγορούμενος) τον έπληξε δύο φορές στην κοιλιακή χώρα προξενώντας του τραύματα α)πλησίον του ομφαλού, άνωθεν αυτού, μήκους 0,7 εκ. περίπου και β) αριστερό πλάγιο κοιλιακό τοίχωμα, μήκους 2,4 εκ. περίπου, με εξόδου επιπλόου. Αμέσως μετά ο D. S. άρχισε να τρέχει αιμόφυρτος προκειμένου να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον ακολούθησε τρέχοντας, φωνάζοντας "θα σε σκοτώσω". Βρήκε καταφύγιο στην οικία του ομοεθνούς του, I. A. του K.. Από εκεί δε μεταφέρθηκε με ΙΧΕ αυτοκίνητο από τον παραπάνω S. K., ο οποίος είχε ακολουθήσει τον D. S. και τον μετέφερε στο Κ.Υ. Αταλάντης, όπου και απεβίωσε εξαιτίας των ως άνω τραυμάτων, που του είχε προκαλέσει ο κατηγορούμενος με το μαχαίρι. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του κατηγορουμένου σαφώς συνάγεται από τον τρόπο, με τον οποίο ενήργησε, το μέσο που χρησιμοποίησε, τον τόπο και τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, ήτοι κατάφερε δύο πλήγματα με μαχαίρι και μάλιστα σε καίριο και ευπαθές σημείο του σώματος (κοιλιακή χώρα) και ενώ το θύμα δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί, αφού αιφνιδιάστηκε, αμέσως δε μετά την πράξη του καταδίωξε το θύμα, που έτρεχε αιμόφυρτο και προκειμένου να ολοκληρώσει την πράξη του, δηλαδή να αφαιρέσει τη ζωή του θύματος. Συνεπώς, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε σε κατάσταση άμυνας (την οποία υπερέβη), διότι από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενεργούσε σε κατάσταση άμυνας, αλλά επιτέθηκε προς το θύμα με σκοπό να το σκοτώσει. Πρέπει, εδώ, να σημειωθεί, ότι το πλήγμα, που κατάφερε το θύμα με το χέρι του στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, έγινε αφότου το πρώτο αντιλήφθηκε το μαχαίρι, που ανέσυρε ο τελευταίος από την τσέπη του. Ούτε άλλωστε προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ως άνω περιστατικό υποδηλώνουν, ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Η παραπάνω ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου και η έλλειψη αντίστοιχα βρασμού ψυχικής ορμής προκύπτουν από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, χωρίς το θύμα να του προκαλέσει με συμπεριφορά τέτοια, που να δικαιολογεί την ψυχική του υπερδιέγερση, συνειδητά από αφορμή, για την οποία επανειλημμένως στο παρελθόν είχε λογομαχήσει με το θύμα για το ίδιο θέμα (ήτοι την εγκατάλειψη της αδελφής του), επιτέθηκε εναντίον του θύματος με ετοιμότητα και βαναυσότητα παρά το γεγονός ότι το τελευταίο ήταν ανυποψίαστο. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι αυτός εκτέλεσε την ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας, προκειμένου να αποτρέψει άμεσο κίνδυνο κατά του προσώπου του από το θύμα και ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής κρίνονται απορριπτέοι. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, κατά την ομόφωνο κρίση του Δικαστηρίου, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, με το ελαφρυντικό όμως της μετεφηβικής ηλικίας, καθόσον το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων του είχε συμπληρώσει το 18°, αλλά όχι το 21° έτος της ηλικίας του, δεδομένου ότι αυτός γεννήθηκε, στις 8-8-1989 και συνεπώς στις 30-10-2008, που τέλεσε τις ως άνω πράξεις, ήταν 19 ετών, 1 μηνός και 22 ημερών (αρθρ. 133 και 83 ΠΚ), δεκτού γενομένου, ως βασίμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο βουλγαρικής υπηκοότητας, A. S. του A., δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο και ότι αυτός προσπάθησε (ο κατηγορούμενος) με το μαχαίρι, που κρατούσε να τον πλήξει και να του δημιουργήσει βαριά σωματική βλάβη. Εξετέρου, πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί : α)περί υπέρβαση άμυνας εξαιτίας φόβου και β)του ότι τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Περαιτέρω, πρέπει κατά την επίσης ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων: α)του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2 εδ.α' του ΠΚ) και β) του ότι μετά τις πράξεις, που τέλεσε, συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα (αρθρ. 84 παρ. 2 περ.ε του ΠΚ), αφού οι ισχυρισμοί αυτοί ουδόλως αποδείχθηκαν." Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια: α)ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κατά τον χρόνο τελέσεως της ανωτέρω πράξεως της ανθρωποκτονίας ήταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση "η έλλειψη αντίστοιχα βρασμού ψυχικής ορμής προκύπτει από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χωρίς το θύμα να τον προκαλέσει με συμπεριφορά τέτοια, που να δικαιολογεί την ψυχική του υπερδιέγερση, συνειδητά, από αφορμή για την οποία επανειλημμένως στο παρελθόν είχε λογομαχήσει για το ίδιο θέμα, επιτέθηκε εναντίον του θύματος με ετοιμότητα και βαναυσότητα παρά το γεγονός ότι το τελευταίο ήταν ανυποψίαστο", β)ότι κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως από αυτόν της ανθρωποκτονίας δεν βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας την οποία υπερέβη, αλλά αντίθετα αυτός επιτέθηκε πρώτος στο θύμα "με σκοπό να το σκοτώσει", γ)ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε ανθρωποκτόνο σκοπό ο οποίος συνάγεται από τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε "το μέσο που χρησιμοποίησε" τα πλήγματα που του προξένησε σε καίριο και ευπαθές σημείο του σώματος (κοιλιακή χώρα) "και ενώ το θύμα δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί, αφού αιφνιδιάστηκε, αμέσως δε μετά την πράξη του καταδίωξε το θύμα...για να το σκοτώσει" σε καμία περίπτωση δε ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος αφού δεν εκδηλώθηκε τέτοια από το θύμα, δ)Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ως προς την απόρριψη των δύο ελαφρυντικών του άρθρου 842α και 842ε Π.Κ. πρέπει να λεχθούν τα εξής: Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στη περίπτωση α της παρ.2 του άρθρου 84 Π.Κ. Δηλονότι δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η προαναφερόμενη ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ούτε η μέχρι τότε συνήθης συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι στο πρόσωπό του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. "διότι μέχρι τις 30-10-2008 που τέλεσε τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκα, έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, καθόσον ποτέ δεν ενόχλησα κανέναν, εργαζόμουν συνετώς, δεν κατηγορήθηκα ποτέ για κάποια άδικη πράξη δεν απασχόλησα ποτέ τις αρχές" είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά έντιμης ζωής του και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς εκτός της επαγγελματικής και οικογενειακής αποκατάστασής του, που να τον θεμελιώνει σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σκέψη. Παρά ταύτα όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει λόγω της αοριστίας του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό. Όσον αφορά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2Ε Π.Κ., ο αναιρεσείων όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου της ουσίας επικαλέσθηκε μόνο την καλή διαγωγή του στη φυλακή. Ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν αρκεί μόνο για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού "η καλή συμπεριφορά στη φυλακή" αλλά απαιτούνται και άλλα θετικά στοιχεία τα οποία δεν επικαλείται ο αναιρεσείων. Επομένως το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει λόγω της αοριστίας του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-4-2012 αίτηση του A. D. του Y. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61-64/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ