Αριθμός 1025/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." (...) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του τομέα ... του ... σε ότι αφορά στο αντικείμενο και τις αρμοδιότητες εγγυοδοσίας και πιστοδοσίας, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το αρχικά αναιρεσβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...), ως καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...), καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...), τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Δημητρακόπουλο που ανακάλεσε την από 7/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ι. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 29/9/2022 με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 4) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 361/2017 μη οριστική και 253/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1 και 2 αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, το τέταρτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ... δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Ηλείας Α. Α., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στο τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πλην όμως το ως άνω αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν και αυτό παρόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ. Με την κρινόμενη από 7-3-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 253/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει ο πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κατά της 60/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, μετά δε την εξαφάνιση αυτής, δικάζοντας επί της από 20-1-2014 ανακοπής της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσία, απέρριψε την ανακοπή και επέβαλλε σε βάρος της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης- ενακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων - εκκαλούντων καθ ' ων η ανακοπή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί για την ουσιαστική της βασιμότητα. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ869/2022, ΑΠ 1324/2019, ΑΠ 1309/2015, ΑΠ 1274/2014, ΑΠ 126/2012, ΑΠ 395/2004, ΑΠ 902/2008)ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08). Εξάλλου, κατά το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118, και α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου. 2. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται με κοινοποίηση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, τηρουμένων των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ, είναι δε άκυρη εάν τούτο δεν κοινοποιηθεί εντός οκταημέρου προς τον καθού η εκτέλεση, όχι όμως και όταν η επίδοσή του στον τελευταίο γίνεται πριν από την επίδοση αυτού στον τρίτο, οπότε δεν τίθεται ζήτημα οκταήμερης προθεσμίας (Α.Π197/2005). Κατά συνέπεια η πρώτη επίδοση στον τρίτο αποτελεί στοιχείο του υποστατού ή της αντικειμενικής υπόστασης της κατάσχεσης, η οποία σε περίπτωση μη πραγματοποίησής της σύμφωνα με τον οριζόμενο στο νόμο τρόπο, καθίσταται ανυπόστατη και δεν παράγει οποιοδήποτε αποτέλεσμα, ούτε δεσμεύει τον τρίτο ή τον οφειλέτη, καθού η αναγκαστική κατάσχεση. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 95 του νόμου 2362/1995 όπως ίσχυε κατά το χρόνο της εκτελέσεως (19.12.2013) : "Κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου και εκχώρηση "1. Η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων, οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς: α) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, β) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση, όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. 2. Στο κατασχετήριο εις χείρας του Δημοσίου, πρέπει αναγκαίως να αναφέρεται σαφώς η ακριβής αιτία της οφειλής του Δημοσίου, το πρόσωπο του δικαιούχου της σχετικής απαιτήσεως με την ακριβή διεύθυνση του και το ποσό αυτής, καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου τόσο του κατασχόντος, όσο και του καθ` ου η κατάσχεση. 3.α. Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου στην, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη, πρέπει αναγκαίως αφενός μεν να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και αφετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα υπό αρμοδίου δικαστικού επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις ανωτέρω Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου"). β. Η προθεσμία υποβολής της, κατ` άρθρο 985 παραγράφου 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δηλώσεως του Δημοσίου, ως τρίτου, είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως του κατασχετηρίου στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την υποβολή της ανωτέρω δηλώσεως στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου όπου εδρεύει η υπηρεσία. 4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως κατά του Δημοσίου. Η αναγγελία τοιαύτης εκχωρήσεως πρέπει, επι ποινή ακυρότητας αυτής, να καταχωρίζεται στο κάτω μέρος του νόμιμα συντεταγμένου πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου του εκχωρητηρίου εγγράφου. 5. Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατασχέσεως ή της προς αυτό αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα. Επί άκυρης εις χείρας του κατάσχεσης, το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε καμία δήλωση". Οι παράγραφοι 1,2 και 3 αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.4 του άρθρου 28 του Ν.4151/2013 (ΦΕΚ Α 103/29.4.2013). Με το άρθρο 177 του ν 4270/2014,ΦΕΚ Α 143/28.6.2014 οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 108 και του άρθρο 110 του νόμου 2362/1995 καταργήθηκαν. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο: "Οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά στις καταργούμενες κατά τα ανωτέρω διατάξεις νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Οι κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του παρόντος νόμου". Η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει έως και σήμερα μετά την αντικατάσταση του ανωτέρω άρθρου 95 του ν. 2362/1995 από το άρθρο 145 του νόμου 4270/2014. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν.δ/τος 31/1968 "Περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως", το οποίο ορίζει, ότι "κατάσχεσις εις χείρας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ως τρίτων δύναται να επιβληθεί μόνον κατόπιν αδείας του κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου και υπό τας λοιπός ισχύουσας εκάστοτε δια το Δημόσιον προϋποθέσεις". Κατά τα προαναφερόμενα για το κύρος της κατάσχεσης στα χέρια οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ως τρίτου, απαιτείται αφενός μεν συνδρομή των προϋποθέσεων, που απαιτούνται κάθε φορά για την κατάσχεση στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου, δηλαδή των προϋποθέσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 97 του ν.δ/τος 321/1969 και ήδη στο άρθρο 95 του νόμου 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού κτλ", με την κατάλληλη προσαρμογή τους στη φύση και τις ιδιαιτερότητες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, και αφετέρου προηγούμενη άδεια του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία παρέχεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση εκείνου που επιθυμεί να προβεί στην κατάσχεση και κλήτευση του καθ` ου η αίτηση οργανισμού, όπως και του καθ` ου η εκτέλεση και αφού, εκτός των άλλων, πιθανολογηθεί η ύπαρξη της οφειλής του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κατάσχεσης, όπως και η βασιμότητα της ουσιαστικής αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας επιβάλλεται η κατάσχεση, καθόσον πρόκειται για διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, με την αποφυγή της εμπλοκής τους σε ελαττωματικές εκτελεστικές διαδικασίες. Η παραπάνω προϋπόθεση της προηγούμενης άδειας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η ρύθμιση της οποίας, ως μεταγενέστερη, κατισχύει της αντίθετης ρύθμισης του άρθρου 51 αρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ, απαιτείται και όταν η κατάσχεση στα χέρια του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ως τρίτου πρόκειται να επιβληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο για την ικανοποίηση απαίτησής του, αφενός μεν ενόψει του ανωτέρω σκοπού, τον οποίο η προϋπόθεση αυτή εξυπηρετεί και ο οποίος, ενόψει της παραπάνω φύσης του, συντρέχει και όταν φορέας της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας επιβάλλεται η κατάσχεση, είναι το Δημόσιο και αφετέρου, διότι η προϋπόθεση αυτή, στην περίπτωση της κατάσχεσης από μέρους του Δημοσίου, δεν έχει καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από κάποια διάταξη, ούτε από εκείνες του νόμου 2362/1995, με το άρθρο 95 παρ. 1 του οποίου ρυθμίζεται η διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου, στα προνόμια του οποίου, που προβλέπονται από το άρθρο αυτό, παραπέμπει το άρθρο 4 παρ. 2 του νδ 31/1968, αλλά ούτε και από το ν.δ/μα 356/1974, "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", ενώ, παράλληλα, με το άρθρο 30 του τελευταίου αυτού ν.δ/τος ρυθμίζεται η διαδικασία κατάσχεσης από μέρους του Δημοσίου στα χέρια τρίτου και όχι η διαδικασία και οι προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του τρίτου, για το κύρος της κατάσχεσης, που επιβάλλεται στα χέρια του, θέματα τα οποία ρυθμίζονται για μεν το Δημόσιο από το άρθρο 95 του νόμου 2362/1995, για δε τους ΟΤΑ από το ως άνω άρθρο καθώς και από το άρθρο 4 παρ. 2 του νδ 31/1968. Κατόπιν τούτου, το θέμα, που ρυθμίζει το άρθρο 30 του ν.δ/τος 356/1974 είναι διάφορο του θέματος, που ρυθμίζει το ν.δ/μα 31/1968 με το άρθρο 4 παρ. 2 και ο νόμος 2362/1995 με το άρθρο 95, γι` αυτό και οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 του νδ. 31/1968 δεν έχουν καταργηθεί σιωπηρά με το άρθρο 95 παρ. 2 του νδ. 356/1974, με το οποίο καταργήθηκε τόσο το π.δ/μα της 24/27-8-1931 "περί κωδικός του νόμου περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων", όσο και κάθε διάταξη, η οποία ρυθμίζει θέματα, που διέπονται από το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα ή είναι αντίθετη στις διατάξεις του, χωρίς να υπολογίζεται, ότι στην περίπτωση αυτή με το ν.δ/μα 356/1974 θα είχε καταργηθεί και το ν.δ/μα 321/1969, που ίσχυε τότε (βλ. ΑΠ 783/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20.1.2014 ανακοπή της η ανακόπτουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", υποστήριξε ότι έχουν εκδοθεί και έχουν ισχύ δεδικασμένου οι υπ' αρ. 20 και 19/2012 διαταγές πληρωμής του δικαστή του δικαστηρίου Ηλείας σε βάρος του δεύτερου των καθ ών η ανακοπή τρίτου αναιρεσιβλήτου και έτσι τυγχάνει εγχειρόγραφη δανείστρια αυτού, ότι ο τελευταίος διατηρεί απαίτηση σε βάρος του τέταρτου των καθ' ων η αναίρεση ύψους τουλάχιστον 63.853,15 ευρώ από σύμβαση έργου που συνήψε με αυτό και ότι δυνάμει του από 19.12.2013 κατασχετηρίου εγγράφου του πρώτου των καθών, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν το πρώτο και δεύτερο των καθών ως καθολικοί του διάδοχοι, επέβαλε κατάσχεση εις χείρας τρίτου - του τέταρτου αναιρεσίβλητου - με εκτελεστούς τίτλους την υπ' αρ. 86134/2013 απόφαση βεβαίωσης οφειλών του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης εγγυοδοσίας και πιστοδοσίας του ... και την υπ άρ. ... απόφαση βεβαίωση οφειλής της διεύθυνσης εισφορών των τομέων Μηχανικών και εργοληπτών Δημοσίου έργων ..., αν και η κατασχεθείσα απαίτηση αποτελούσε εργολαβικό αντάλλαγμα για την κατασκευή έργου το οποίο δεν έχει αποπερατωθεί κατά παράβαση του άρθρου 4 του ν. 4694/1930, χωρίς να λάβει προηγουμένως άδεια από το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, και χωρίς να προβεί στην επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 ν. 2362/1995 όπως ίσχυε κατά το χρόνο της κατασχέσεως. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αρ. 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας που έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της, μη εξεταζομένων των λοιπών, και ακύρωσε την επιβαλλόμενη κατάσχεση σε χείρας του τέταρτου των αναιρεσίβλητων. Επί της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 17.4.2015 έφεση του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, η οποία συζητήθηκε και εκδόθηκε η υπ' αρ. 361/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη κλήτευσης των μη ασκησάντων έφεση αναγκαίων ομοδίκων του εκκαλούντος, τρίτου και τετάρτου αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια μετά από κλήση εκδόθηκε στις 15.06.2020 η υπ' αρ. 253/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου το οποίο δίκασε με απόντα τον τέταρτο των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, κατά πλάσμα δικαίου εκπροσωπήθηκε από τους παριστάμενους νομίμους ομοδίκους του, και αφού έκανε δεκτή την έφεση απέρριψε την ανακοπή. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, (561 παρ. 2 του ΚΠολ), της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν αιτήσεως της ανακόπτουσας εναντίον του δεύτερου των καθ' ων η ανακοπή εκδόθηκαν σε βάρος του τελευταίου οι υπ' αριθμ. 19 και 20/2012 διαταγές πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, σύμφωνα δε με τις συνταχθείσες, κάτωθι αντιγράφου του πρώτου απογράφου εκτελεστού καθεμιάς εξ αυτών, από 24/1/2012 και 8/11/2013 αντίστοιχα επιταγές προς πληρωμή και κοινοποιηθείσες στον δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή, ο τελευταίος επιτάχθηκε να καταβάλει στην ανακόπτουσα τα ποσά των 38.308,38 και 80.014,64 ευρώ μετά τόκων και δικαστικών εξόδων αντιστοίχως, οι οποίες (διαταγές πληρωμής) μετά την παρέλευση απράκτων των τασσομένων από τον ΚΠολΔ προθεσμιών προς άσκηση ανακοπής απέκτησαν ισχύ δεδικασμένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. ... απόφασης-Βεβαίωσης οφειλών του Προϊσταμένου της Δ/νσης Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του ...-Τομείς Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων για ληξιπρόθεσμες οφειλές του δευτέρου των καθ' ων η ανακοπή από προμήθειες εγγυητικών επιστολών συνολικού ποσού 40.399,21 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των λοιπών προσαυξήσεων, η οποία επιδόθηκε νομότυπα σε αυτόν μαζί με την υπ' αριθμ. ... ατομική ειδοποίηση για την πληρωμή της άνω οφειλής και της υπ' αριθμ. ... απόφασης - Βεβαίωσης της Διεύθυνσης Εισφορών των Τομέων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων ... για ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές συνολικού ποσού 13.538,96 ευρώ συμπεριλαμβανομένων και των προσθέτων τελών, η οποία επιδόθηκε νομότυπα σε αυτόν μαζί με την υπ' αριθμ. 86046/2013 ατομική ειδοποίηση για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής βεβαιώθηκε σε βάρος του δεύτερου των καθ' ων η ανακοπή οφειλή συνολικού ποσού 53.938,17 ευρώ. Ακολούθως το πρώτο των καθ' ων η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." και ήδη Εκκαλούν στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά την άσκηση της έφεσης 1) Το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "... ως καθολικός διάδοχος του Τομέα ... σε ό,τι αφορά στο αντικείμενο και τις αρμοδιότητες εγγυοδοσίας και πιστοδοσίας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 86 επ. του Ν. 4387/2016 και των διατάξεων του άρθρου 27 του Καταστατικού του ... που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 58192/2153/2016 (ΦΕΚ 4212 Β 2016) απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και 2) Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...) ως καθολικός διάδοχος του σε ό,τι αφορά ασφαλιστικά - συνταξιοδοτικά θέματα, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 51, 53 και 70 του Ν. 4387/2016,.το οποίο (...) υπήρξε καθολικός διάδοχος του "..." (...), δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 25 και 38 του Ν. 3655/2008 διά του Α αντιπροέδρου του και προέδρου της "..." με το από 19/... κατασχετήριο έγγραφο που επιδόθηκε νομίμως στο τρίτο των καθ' ων η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "..." κατέσχεσε στα χέρια του τελευταίου, ως τρίτου, μέχρι του ποσού των 53.938,17 ευρώ, μέρος του οφειλόμενου από αυτό προς τον δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή ανταλλάγματος για την εκτέλεση του δημοτικού έργου " Επεκτάσεις δικτύου ομβρίων Δήμου ..." το οποίο (έργο) του ανατέθηκε ως εργολάβου δημοσίων και δημοτικών έργων. Το τρίτο των καθ' ων η ανακοπή υπό την ιδιότητα του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση με την υπ' αριθμ. 4/2014 θετική δήλωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πύργου, δήλωσε ότι οφείλει στο δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή το ποσό των 68.853,15 ευρώ. Το επίμαχο έργο "Επεκτάσεις δικτύου ομβρίων Δήμου ..." με ανάδοχο τον δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή περαιώθηκε στις ... (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση από ... έγγραφο υπό τον τίτλο "ΑΝΑΦΌΡΑ ΠΕΡΑΤΩΣΗΣ ΕΡΓΌΥ-ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΠΕΡΑΤΩΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ" της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Περιβάλλοντος-Τμήμα Τεχνικών Έργων του Δήμου Πύργου (κυρίου του έργου). Η ανακόπτουσα ως εγχειρόγραφη δανείστρια του δευτέρου των καθ'ων η ανακοπή (οφειλέτη) και ήδη καθ' ου η εκτέλεση και έχουσα έννομο συμφέρον για την προσβολή του κύρους της επιβληθείσας κατάσχεσης εις χείρας του τρίτου των καθ' ων η ανακοπή, ως τρίτου, συνιστάμενο στο όφελος που προσδοκά από την ακύρωση της προσ6αλλόμενης πράξης, άσκησε την κρινόμενη ανακοπή με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έργο δεν είχε περαιωθεί μέχρι την επιβολή της κατάσχεσης (19/...) και ότι κατά συνέπεια απαγορευόταν η κατάσχεση των οφειλομένων από το τρίτο των καθ' ων η ανακοπή στον δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή ως ανταλλάγματος της εκτέλεσης του έργου. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα (νομική) σκέψη που προηγήθηκε, ωστόσο κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, το έργο περαιώθηκε στις ..., όπως αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο έγγραφο και παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μηνός από την περαίωση του μέχρι την επιβληθείσα κατάσχεση και ως εκ τούτου πληρούται η προϋπόθεση του νόμου που απαιτεί ολοκλήρωση των εργασιών του έργου και όχι οριστική παραλαβή αυτού η οποία συνιστά διάφορη διοικητική διαδικασία εκείνης της Βεβαίωσης περάτωσης των εργασιών. Τούτων δοθέντων, εφόσον το έργο είχε περαιωθεί ήδη από τις ... και είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μηνός από την αποπεράτωσή του μέχρι την επιβληθείσα κατάσχεση που έλαβε χώρα στις 19/..., δεν υπήρχε απαγόρευση κατάσχεσης του εργολαβικού ανταλλάγματος. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμο και ακύρωσε την επιβληθείσα εις χείρας του τρίτου των καθ' ων η ανακοπή κατάσχεση, ως τρίτου, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος από ουσιαστική άποψη ο τρίτος λόγος της έφεσης, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 ΚΠολΔ), να δικαστεί η ανακοπή και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αυτής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε έναν λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης και ευδοκιμήσει η έφεση του ηττηθέντος διαδίκου, το Εφετείο πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο τους λοιπούς μη ερευνηθέντες λόγους της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, αφού κάθε λόγος της ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση. Στην περίπτωση αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με αυτή, αλλά εκτείνεται - κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 ΚΠολΔ - και στις βάσεις εκείνες που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως δεδομένου ότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η ανακοπή (ΑΠ 1248/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 939/1990, ΕΕΝ 58.374). Ως εκ τούτου οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της έφεσης με τους οποίους προβάλλονται εκ μέρους του πρώτου των καθ' ων η ανακοπή και ήδη εκκαλούvτος ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν προβλήθηκαν με το δικόγραφο της ανακοπής, αλλά το πρώτο με τις καταθέσεις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν στην παρούσα δίκη που έχει ως αντικείμενο την προαναφερόμενη ανακοπή και δεν εξετάζονται ως απαράδεκτοι δεδομένου ότι μόνο οι λόγοι ανακοπής που περιέχονται στο κυρίως δικόγραφο της ανακοπής οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και το κατ' έφεση επιλαμβανόμενο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται παραδεκτώς με το δικόγραφο της ανακοπής (6λ. ΑΠ 1025/2003/ΑΠ, 1943/2009 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 4 παρ. 2 ΝΔ 31/1968 κατάσχεση εις χείρας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ως τρίτων δύναται να επιβληθεί μόνον κατόπιν αδείας του κατά τόπο αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά δε το άρθρο 30 του νεώτερου ΝΔ 356/1974 περί Κ.Ε.Δ.Ε. η υπό του Ελληνικού Δημοσίου κατάσχεση εις χείρας τρίτων ενεργείται από τον αρμόδιο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου διαλαμβάνοντας τα στο άρθρο αυτό αναφερόμενα στοιχεία χωρίς άδεια οιουδήποτε Δικαστηρίου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ.2 του ως άνω ΝΔ ρητώς καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη αντικείμενη στις διατάξεις αυτού. Τούτων δοθέντων και αν η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 ΝΔ 31/1968, βάσει της οποίας απαιτείται άδεια Δικαστηρίου για την υπό του Ελληνικού Δημοσίου κατάσχεση εις χείρας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, είναι ειδική, ρητώς καταργήθηκε από τη νεώτερη διάταξη του άρθρου 95 παρ.2 του άνω Ν.Δ. 356/974, εφόσον οιαδήποτε κατάσχεση του Ελληνικού Δημοσίου εις χείρας τρίτων ειδικώς ρυθμίστηκε από το άρθρο 30 του νεώτερου τούτου Ν.Δ. και ρητώς με αυτό καταργείται κάθε ειδική διάταξη η οποία αντίκειται στην ανωτέρω ειδική ρύθμιση, όπως συμβαίνει και με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 ΝΔ 31/1968, η οποία πλέον δεν ισχύει ως προς το Ελληνικό Δημόσιο. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής περί ακυρότητας της επιβληθείσας κατάσχεσης εις χείρας του τρίτου των καθ' ων η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", ως τρίτου, λόγω μη επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου στον αρμόδιο για την οφειλή Υπουργό, στην αρμόδια για την πληρωμή Δ.Ο. Υ. και στις Δ.Ο. Υ. του αναδόχου του έργου και του Δήμου κατ' άρθρο 95 Ν.2362/1995 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.2 ΝΔ 31/1968 (περί δικών Δημοσίου) αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 ΝΔ 356/1974 με την οποία ως νεώτερη καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 ΝΔ 31/1968, ορίζεται ότι σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου με ΚΕΔΕ (όπως στην ένδικη περίπτωση) η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου δεν γίνεται στον οφειλέτη, παρά μόνο στον τρίτο όταν κατάσχον είναι το Δημόσιο, (πρβλ. ΕΑ6720/1986 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, όσον αφορά τον τρίτο λόγο της ανακοπής περί ακυρότητας της επιβληθείσας κατάσχεσης εις χείρας του τρίτου των καθ'ων η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", ως τρίτου, λόγω μη λήψης αδείας από το Δικαστήριο και τούτος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε δεν απαιτείται άδεια Δικαστηρίου, όταν κατάσχον είναι το Δημόσιο (βλ. ΕΑ6720/1986 ΝΟΜΟΣ)." Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτό το τρίτο λόγο έφεσης και απέρριψε ως αβάσιμη στο σύνολό της την ανακοπή. Από τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ επέβαλε κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α. Δήμου Πύργου, ως τρίτου, για την ικανοποίηση απαίτησής του κατ' αυτού, δυνάμει του από 19-12-2013 κατασχετηρίου, ότι η κατασχεθείσα απαίτηση αποτελούσε εργολαβικό αντάλλαγμα για την κατασκευή έργου, χωρίς να λάβει προηγουμένως άδεια από το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, και χωρίς να προβεί στην κοινοποίηση του κατασχετηρίου στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση, όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 ν. 2362/1995 όπως ίσχυε κατά το χρόνο της κατασχέσεως. Κρίνοντας έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 95 του νόμου 2362/1995 και του άρθρου 4 παρ.2 του ν.δ/τος 31/1968 δια της μη εφαρμογής των, καθόσον αυτές έπρεπε να εφαρμοσθούν και για το αναναιρεσίβλητο ως προς το οποίο προϋπόθεση για την επιβολή κατάσχεσης προς ικανοποίησή του, στα χέρια του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ως τρίτου, είναι η προηγούμενη άδεια του κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου και η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση, όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες πάσχουσας της κατασχέσεως απολύτου ακυρότητας σύμφωνα με το άρθρο 159 παρ. 1 ΚΠολΔ. Συνεπώς, εσφαλμένως το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του ν.δ/τος 31/1968 και εκτίμησε, ότι και μετά τη θέσπιση του ν.δ/τος 356/1974 για την επιβολή από το αναιρεσίβλητο κατάσχεσης στα χέρια ΟΤΑ ως τρίτου δεν απαιτείται άδεια του μονομελούς πρωτοδικείου και είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης για αναίρεση της 253/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών για πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αναίρεσης. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 2407/2018 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατάθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, 22 του Ν.3693/1957, 52 αρ.18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ, 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 και άρθρ.2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 253/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία και κωλυομένης της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης