Αριθμός 434/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Π. χήρας Α. Μ., το γένος Ε. Ζ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Τ. Μ. του Α. και β) Ν. Μ. του Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πέρο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ LINDOS VIEW", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης, 3) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητα του Νομίμου Εκπροσώπου της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Χήτο-Κιάμο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/6/2012 αίτησή της και τους από 3/12/2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 18/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης της Π. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά τους προσθέτους αυτής λόγους και την απόρριψή της, ως προς τους κύριους λόγους της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, δεν αποτελούν (μεταξύ άλλων) "πράγματα" η αμφισβήτηση της βαρύτητας κάποιου αποδεικτικού μέσου, η αξιοπιστία των μαρτύρων, τα αποδεικτικά μέσα και τα επιχειρήματα των διαδίκων, προς θεμελίωση ισχυρισμών τους. Στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκε η από αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποίων ζητούσε την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης σ' αυτήν και στα ανήλικα τέκνα της, λόγω αδικοπραξίας και ειδικότερα λόγω θανάτου του συζύγου αυτής, ο οποίος εργαζόταν για λογαριασμό των εναγομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Συγκεκριμένα, ισχυριζόταν η ενάγουσα, ότι ο σύζυγος αυτής, οδηγώντας δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που ανήκε στον τρίτο εναγόμενο, προκειμένου να μεταβεί από το ξενοδοχείο "LINDOS VIEW" της Ρόδου, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης εταιρίας, στην πόλη της Λίνδου, για να βοηθήσει στη μεταφορά κλιματιστικού μηχανήματος, καθ'οδόν, έχασε τον έλεγχο της μοτ/τας, με αποτέλεσμα αυτή να εκτραπεί από την πορεία της, να πέσει πάνω σε πέτρες και να υποστεί κρανιογκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του. Ότι το εν λόγω ατύχημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα των εναγομένων-εργοδοτών του θανόντος, οι οποίοι δεν ετήρησαν τα μέτρα ασφαλείας, που είχαν υποχρέωση να λάβουν, προς αποτροπή του και ειδικότερα: α) η ως άνω μοτ/τα, λόγω παλαιότητας της, ήταν ακατάλληλη προς κυκλοφορία και β) δεν είχαν εφοδιάσει τον παθόντα με προστατευτικό κράνος, που θα απέτρεπε τον θανατηφόρο τραυματισμό του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, τελικά, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον έγινε δεκτό ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τους εναγομένους, σχετικά με το ως άνω ατύχημα. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559, αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. και ειδικότερα ότι α) έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, ήτοι ότι "υπήρχαν τρία κράνη στην αποθήκη, όπου βρισκόταν σταθμευμένη η μοτ/τα", χωρίς να διευκρινίζεται, αν στην αποθήκη αυτή είχαν πρόσβαση οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου ή ότι τα κράνη ήταν διαθέσιμα και β) δεν έλαβε υπόψη του κατάθεση μάρτυρος της, με την οποία καταρρίπτεται ο ισχυρισμός ότι η μοτ/τα ήταν σταθμευμένη στην αποθήκη και ότι υπήρχε δυνατότητα άμεσης πρόσβασης "στα διαθέσιμα κράνη". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά στην μεν πρώτη περίπτωση, έχομε άρνηση της αγωγής εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, σε σχέση με την αποδιδόμενη σ' αυτούς υπαιτιότητα και ειδικότερα, καθόσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι δεν είχαν εφοδιάσει τον παθόντα με κράνος και μέσα στα δικονομικά αυτά πλαίσια, το δικαστήριο ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα αυτού (αγωγικού ισχυρισμού), καταλήγοντας, από την αποδεικτική διαδικασία, ότι δεν βαρύνονται, σχετικά με αυτόν, με υπαιτιότητα οι εναγόμενοι (και ήδη αναιρεσίβλητοι), στη δε δεύτερη περίπτωση και πάλι δεν πρόκειται περί αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αλλά για μαρτυρικές καταθέσεις, την αποδεικτική αξία των οποίων, το εφετείο εκτίμησε κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο. Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά", δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος στις ειδικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και αυτή των άρθρων 663 επ. Κ.Πολ.Δικ. (εργατικές διαφορές), κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη, η δε αποδεικτική διαδικασία ολοκληρώνεται σε μία, επ' ακροατηρίου συζήτηση (άρθρο 670 Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως ο δεύτερος, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το εφετείο, χωρίς να διατάξει απόδειξη, δέχθηκε πράγματα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος δεν συνετέλεσε η παλαιότητα της μοτοσυκλέτας, που χρησιμοποίησε ο παθών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, όπως αναφέρθηκε, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην παρούσα διαδικασία των εργατικών διαφορών. Εξάλλου, το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 368 και 670 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με το άνω γεγονός, την οποία, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δεν τη θεώρησε ως αναγκαία, αλλά έκρινε προς τούτο ως επαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίσθηκαν από τα διάδικα μέρη. Κατά το άρθρο 559, αριθ. 20 Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο". "Παραμόρφωση" και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν κάνει λάθος περί την αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας του, όταν δηλαδή κάνει ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, εξαιτίας δε αυτής (εσφαλμένης ανάγνωσης), το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει σε συμπέρασμα εντελώς διαφορετικό από αυτό, που προκύπτει από το έγγραφο, ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος. Για τη θεμελίωση, εξάλλου, του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει, επί πλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, που ασκεί δηλαδή ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ισχυρίζεται ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα της από 3-6-2009 αυτοψίας της τροχαίας, στην οποία "αναγράφεται ως αιτία του ατυχήματος η εκτροπή της μοτοσυκλέτας, η κατάσταση και λειτουργία της οποίας ως "ενδεικτικά καλή" και οι φθορές της ως φυσιολογικές". Ότι, με βάση αυτά, το εφετείο οδηγήθηκε στο πόρισμα ότι η λειτουργία της μοτοσυκλέτας ήταν ενδεικτικά καλή και ότι δεν αποδείχθηκε ότι προϋπήρχαν βλάβες, που να την καθιστούν ακατάλληλη ή επικίνδυνη, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο της εν λόγω αυτοψίας, στην οποία δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο ούτε είχε συμπληρωθεί το συγκεκριμένο "πεδίο". Όμως, με βάση αυτά, δεν πρόκειται για "παραμόρφωση" εκ μέρους του εφετείου, του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου, αφού, υπό τα εκτιθέμενα, δεν υπάρχει σφάλμα περί την ανάγνωση αυτού, εφόσον το περιεχόμενο του , κατά τούτο, αποδίδεται αυτολεξεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά, ενδεχόμενο σφάλμα, περί την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας αυτού και στο από αυτό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το εφετείο. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ.1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι" αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος. Η αμέλεια, εξάλλου, συνίσταται στη μη καταβολή της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Εξάλλου, περίπτωση αντιφατικών αιτιολογιών συντρέχει, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, καθόσον ουσιώδες στοιχείο του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως είναι η έκθεση των περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι τα στοιχεία της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και όχι η αιτιολόγηση του από τις αποδείξεις εξαγομένου πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχεται, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης κα του A. B. του N., Αλβανού υπηκόου, ο τελευταίος εργαζόταν από το έτος 2000 ως εργάτης γενικών καθηκόντων και κηπουρός στο ξενοδοχείο "LINDOS VIEW", που η πρώτη εναγομένη διατηρεί στη θέση "ΚΡΑΝΑ" της περιοχής Λίνδου της νήσου Ρόδου. Ο ανωτέρω, ο οποίος είναι σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας των δύο ανηλίκων τέκνων της, εργαζόταν κατά την τουριστική περίοδο κάθε έτους, ήτοι κατά τους μήνες από Μάιο μέχρι Οκτώβριο, καθημερινά με ωράριο από 13.00' μέχρι 21.30' και με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν το έτος 2009 σε 1.050 ευρώ, παράλληλα δε ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ για όλους τους ασφαλιστικούς κλάδους. Για τις ανάγκες της εργασίας του ο παραπάνω εργαζόμενος χρησιμοποιούσε συχνά, με εντολή και άδεια των νομίμων εκπροσώπων της εργοδότριας του πρώτης εναγομένης, την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..., μάρκας YAMAHA, μοτοσυκλέττα, ιδιοκτησίας της. Την 3.6.2009, περί ώρα 19.30-20.00', εντός του ωραρίου εργασίας του, αναμφισβήτητα με τη γνώση και έγκριση των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, έλαβε εντολή από την προστηθείσα υπάλληλο της υποδοχής, με το όνομα Τ., να μεταβεί από το παραπάνω ξενοδοχείο στην πόλη της Λίνδου, σε συγκρότημα τουριστικών διαμερισμάτων (στούντιο) που εκμεταλλεύονται οι εναγόμενοι, με σκοπό να αντικαταστήσει ένα μηχάνημα εξαερισμού (αιρ-κοντίσιον) του άνω συγκροτήματος. Για την εκτέλεση της εντολής αυτής ο ανωτέρω εργαζόμενος χρησιμοποίησε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..., μάρκας YAMAHA, μοτοσυκλέττα, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης. Κατά την πορεία του προς τη Λίνδο, οδηγώντας την παραπάνω μοτοσυκλέττα και κινούμενος επί ανωνύμου δημοτικής οδού στην περιοχή Αγίου Παύλου, χωρίς να φέρει κράνος, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, εκτράπηκε από την πορεία του και έπεσε στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος πάνω σε πέτρες, με συνέπεια να υποστεί κακώσεις εγκεφάλου, συνεπεία των οποίων επήλθε στις 10.6.2009 ο θάνατος του (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 291/25.9.2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομίας). Το ένδικο ατύχημα είναι εργατικό, κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 551/1915, καθώς έλαβε χώρα, υπό ευρεία έννοια, κατά την εκτέλεση και εξ αφορμής της εργασίας του θανόντος, επομένως σχετίζεται αιτιωδώς με την εργασία του, αφού δεν θα είχε επέλθει αν ο θανών δεν εκτελούσε την ως άνω ανατεθειμένη σ' αυτόν εργασία από την πρώτη εναγομένη, της οποίας, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, νόμιμοι εκπρόσωποι και υπεύθυνοι για την τήρηση των επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων ήταν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων. Οι ισχυρισμοί των τελευταίων ότι ουδέποτε έδωσαν εντολή στον άνω εργαζόμενο να μεταβεί για εργασία στη Λίνδο χρησιμοποιώντας την παλαιά μοτοσυκλέττα της πρώτης εναγομένης και ότι αυτός μόνος του (με δική του πρωτοβουλία) τη χρησιμοποίησε, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο γιατί ο ανωτέρω εργαζόμενος δεν μπορούσε από μόνος του να φύγει από την εργασία του στο ξενοδοχείο, κατά τη διάρκεια του ωραρίου του, όπως συνάγεται ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ., που εξετάστηκε, επιμέλεια της ενάγουσας, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος εργαζόταν στο ίδιο ξενοδοχείο με τον παραπάνω εργαζόμενο και καταθέτει χαρακτηριστικά: "... Γνώριζα το μακαρίτη, δούλευε ως κηπουρός και έκανε και άλλες εργασίες, όπως μάζευε τις καρέκλες από την πισίνα και άλλα. Πήγαινε να μεταφέρει κάποιο αιρ-κοντίσιον, σίγουρα η εργοδοσία του, χωρίς την άδεια δεν έβγαινε κανείς, ήταν δουλειά της επιχείρησης ...". Περαιτέρω, το ένδικο ατύχημα έγινε περί ώρα 20.30" κατά μήνα Ιούνιο, που επικρατούσε φωτισμός ημέρας, σε σημείο όπου η οδός ήταν ευθεία με μικρή κλίση κατωφέρειας και η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή. Για τις συνθήκες του ατυχήματος δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, ώστε να διευκρινιστούν οι αιτίες της πρόκλησης του και παραμένει άγνωστη η αιτία, για την οποία ο οδηγός έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε και εκτράπηκε από την πορεία του. Ο μοναδικός μάρτυρας Αναστάσιος Νεοφύτου, δημοτικός υπάλληλος, ο οποίος εκινείτο στην προαναφερθείσα οδό με το υπηρεσιακό του μοτοποδήλατο, δεν είδε πώς συνέβη το ατύχημα, αλλά διαπίστωσε ότι η παραπάνω μοτοσυκλέτα βρισκόταν πεσμένη στη δεξιά πλευρά του δρόμου κοντά στις πέτρες και ο οδηγός της ήταν πεσμένος πλάγια, διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του και καλούσε σε βοήθεια (βλ. την από 6.7.2009 προανακριτική του κατάθεση). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε η παλαιότητα της μοτοσυκλέτας δεν αποδείχθηκε. Στην προσκομιζόμενη με επίκληση έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και στο σχετικό σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκαν στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε για την έρευνα των συνθηκών του ατυχήματος, αναγράφεται ως αιτία του ατυχήματος η εκτροπή της μοτοσυκλέτας, η κατάσταση και λειτουργία της οποίας αναφέρεται ως "ενδεικτικά καλή" και οι φθορές της ως φυσιολογικές, εξ αιτίας του ατυχήματος. Μόνη η παλαιότητα της παραπάνω μοτοσυκλέτας, της οποίας το έτος πρώτης κυκλοφορίας ήταν το 1992, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση για το ακατάλληλο και επικίνδυνο της λειτουργίας αυτής. Προϋφισταμένη του ατυχήματος βλάβη αυτής, που να συνδέεται αιτιωδώς με την ανατροπή του οδηγού της στο οδόστρωμα και συνακόλουθα με την πρόκληση των σωματικών βλαβών, που επέφεραν το θάνατο του, δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο θανών δεν φορούσε κράνος, κατά την οδήγηση της άνω μοτοσυκλέτας, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμελή συμπεριφορά των εναγομένων, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί δεν τον εφοδιάσαν με κράνος. Αντιθέτως, η μάρτυρας που εξετάστηκε, επιμέλεια των εναγομένων, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Φ. Π. κατέθεσε ότι υπήρχαν τρία κράνη στην αποθήκη του ξενοδοχείου, όπου βρισκόταν σταθμευμένη η ζημιογόνα μοτοσυκλέτα, γεγονός που δεν αντικρούεται από το μάρτυρα της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) των εναγομένων στην επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια το θάνατο του παθόντος, δεν θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας και των ανηλίκων τέκνων της κατά των εναγομένων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν εξ αιτίας του θανάτου του παραπάνω προσφιλούς προσώπου τους, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας". Με βάση αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, ως προς την επέλευση του ως άνω ατυχήματος, με συνέπεια να απορρίψει την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε απορρίψει την, περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σύμφωνα με αυτά, το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα της, ήτοι ότι δεν συνέτρεχε υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, ως προς την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος και του από αυτό θανατηφόρου αποτελέσματος του ως άνω εργαζομένου, αφού δέχεται με σαφήνεια ότι δεν συνέτρεχαν τα στοιχεία υπαιτιότητας, που τους αποδίδονται με την ένδικη αγωγή. Ειδικότερα δέχεται το εφετείο, α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε η παλαιότητα και, γενικά, η μηχανική κατάσταση της μοτοσυκλέτας, β) ότι αιτία του ατυχήματος ήταν η εκτροπή της μοτοσυκλέτας και γ) ότι, σχετικά με το γεγονός ότι ο θανών δε φορούσε κράνος, δεν αποδίδεται υπαιτιότητα, γι' αυτό, στους αναιρεσείοντες, αφού δέχεται ότι στην αποθήκη του ξενοδοχείου, όπου ήταν σταθμευμένη και η μοτοσυκλέτα, υπήρχαν τρία κράνη, προσιτά, συνεπώς, στον θανόντα (και, επομένως, ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε, ως όφειλε, κάποιο από αυτά). Με βάση τις παραδοχές αυτές, εξάλλου, το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 914, 932 Α.Κ. Επομένως οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες τα αντίθετα υποστηρίζουν, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, με τους προσθέτους λόγους της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-6-2012 αίτηση, με τους προσθέτους επ' αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ