Αριθμός 347/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου, περί αναιρέσεως της 49080/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1644/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ και 484 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 166 ΚΠΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά η προθεσμία εμφάνισης των διαδίκων των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο ορίζεται σε δέκα πέντε ημέρες. Αν ο κλητευόμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία αυτή είναι τριάντα ημερών αν η διαμονή του βρίσκεται σε χώρα της Ευρώπης ή της Μεσογείου και εξήντα ημερών σε κάθε άλλη περίπτωση. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της επίδοσης και λήγει την προηγούμενη της ημέρες της δικασίμου. Η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 500 εδ. γ΄ ΚΠΔ ο εισαγγελέας κλητεύει εμπρόθεσμα (άρθρ. 166) εκείνον που ασκεί την έφεση και όλους τους άλλους διαδίκους που παραστάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της εφέσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση κλήτευσης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου που διαμένει στην αλλοδαπή να εμφανισθεί στο ακροατήριο για να υποστηρίξει την έφεσή του, η κατά το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. ε΄ ΚΠΔ επίδοση της σχετικής κλήτευσης σε μόνο τον διορισμένο από αυτόν συνήγορο στην έδρα του οικείου δικαστηρίου ως αντίκλητό του, πρέπει να γίνει με την τήρηση της παραπάνω προθεσμίας που προβλέπεται για τον ίδιο, αφού και στην περίπτωση αυτή καλούμενος θεωρείται ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί της εφέσεως του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, .... , κατά της υπ'αριθ. 15578/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απέρριψε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 49080/2005 απόφασή του τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης (κατ' άρθρ. 174 παρ. 2 ΚΠΔ) εκ του λόγου ότι για την κλήτευσή του στο ακροατήριο, όντος κατοίκου ..... , δεν τηρήθηκε η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 500 εδ. γ΄ (σε συνδυασμό με το άρθρο 166 παρ. 1) ΚΠΔ, με το αιτιολογικό ότι η επίδοση της σχετικής κλήσεως που έγινε τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στον αντίκλητο δικηγόρο του στις 16.6.2005 και αφορούσαν την ορισθείσα για τη συζήτηση της έφεσης δικάσιμο της 15.7.2005, ήτοι προ 29 μόνον πλήρων ημερών, θα μπορούσε να γίνει σε μόνο τον αντίκλητο δικηγόρο του τότε εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) οπότε στην περίπτωση αυτή ισχύει η προθεσμία που τάσσεται για τον κατηγορούμενο κάτοικο ημεδαπής ήτοι η δεκαπενθήμερος τοιαύτη και επομένως η κλήτευση του εκκαλούντος ήτο εμπρόθεσμη. Έτσι όμως κρίνοντας το δικαστήριο αυτό αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως λόγω της μη εμπρόθεσμης κλήτευσης του τότε εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος), γεγονός που, ενόψει των προβληθεισών αντιρρήσεών του στην πρόοδο της δίκης εκείνης είχε ως αποτέλεσμα τη μη κάλυψη της ακυρότητας αυτής (άρθρ. 174 παρ. 2 ΚΠΔ), υπερέβη θετικώς τη δικαιοδοσία του και κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το βάσιμο σχετικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προκειμένου να ερευνηθεί αν η έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως και σε καταφατική μεν περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις φέρονται ότι τελέσθηκαν το έτος 1997) άλλως δε να απορριφθεί η έφεση ως απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 49080/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ