Αριθμός 1548/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης .........,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κολονόμο, για αναίρεση της 396/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγουσα την Δευτεροβάθμια Συνεταιριστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ", που εδρεύει στον Αλμυρό Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1041/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων στοιχείων: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β) να περιήλθε αυτό με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στο δράστη από το νόμο, δ) δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει στη δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό. Εξάλλου, η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη-συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης (αρθ.375 Π.Κ.), για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της παράνομης ιδιοποίησης. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορόν του και τείνουν στη άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής νόμου, που θεμελιώνει κατ' άρθρον 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ 396/2006 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που, την εξέδωσε και με την οποία κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα λεπτομερώς κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη στην Αθήνα το χρονικό διάστημα από 15-2-2000 έως 14-6-2000, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας .Πλέον συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕΕ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον Πλάτανο Αλμυρού Μαγνησίας, ενώ με τα υπ' αριθμ....... και .......... έγγραφα της προς την εδρεύουσα στην Αθήνα τράπεζα με την επωνυμία "ΗΥΡΟΕΡΕΙΝΒΑΝΚ" τα οποία κοινοποίησε και στην εγκαλούσα δευτεροβάθμια συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ" που εδρεύει στον Αλμυρό Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. Νικόλαο Λάππα, είχε προβεί στην εκχώρηση της αξίας των υπ' .., ... και ..... τιμολογίων πωλήσεως από 5.049 μάρκα Γερμανίας, 16803 λίρες Αγγλίας και 37.440 μάρκα Γερμανίας αντίστοιχα, προς την ανωτέρω εγκαλούσα Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αλμυρού και όντας ως εκ τούτου υπόχρεη για την κατάθεση του προϊόντος της δραχμοποίησης των ανωτέρω εμβασμάτων στην Εθνική Τράπεζα και στον υπ' αριθμ. ........ τραπεζικό λογαριασμό της ανωτέρω ΕΑΣ Αλμυρού, ωστόσο η ανωτέρω κατηγορουμένη κατακράτησε το αντίστοιχο ποσό που προήλθε από την δραχμοποίηση των ανωτέρω τιμολογίων πωλήσεως πιστώνοντας το σε λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕΕ" εν αγνοία της εγκαλούσας ΕΑΣ Αλμυρού, και δεν το απέδωσε στην ανωτέρω εγκαλούσα παρά τις κατ' επανάληψη οχλήσεις της με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσό αυτό που ως εκ της φύσεως του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας .ενσωματώνοντας το στην περιουσία της. Ο προβληθείς ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι μοναδική αγοράστρια συμβληθείσα με την μηνύτρια ένωση δεν ήταν η εταιρεία ΕΛΙΤΑ της οποίας η κατηγορουμένη ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, αλλά η εταιρεία "gerberpridc-Βιομηχανία χημικών φρούτων Α.Ε" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν άλλο πρόσωπο με το όνομα ........, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων και τούτο διότι, όπως καταθέτουν με κάθε σαφήνεια όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας οι πιο πάνω εταιρείες είναι στην πραγματικότητα μια με διαφορετικές επωνυμίες και ουσιαστική υπεύθυνη μόνον η κατηγορουμένη με την οποία γίνονταν όλες οι συναλλαγές, όχι άλλο πρόσωπο .Οι δύο εταιρείες "είχαν μια είσοδο-έξοδο, ένα γραφείο και ήταν ένα συγκρότημα" σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας .......... Προέδρου της ομάδας παραγωγών. Πρέπει, δε να τονισθεί ιδιαίτερα ότι η κατηγορουμένη με την από 14-12-1999 μη αμφισβητούμενη δήλωση της βεβαιώνει και δηλώνει ότι η ομάδα παραγωγών δεν έλαβε κανένα χρηματικό ποσό και όλη η διαδικασία της ανάληψης και επανακατάθεσης του χρηματικού ποσού που αντιπροσωπεύει την αξία της παραδοθείσας ποσότητας ντομάτας έγινε αποκλειστικά για τη διευκόλυνση της εταιρείας ΕΛΙΤΑ και για να προχωρήσει η διαδικασία λήψεως της σχετικής εκδόσεως και έγκαιρης απόδοσης στους παραγωγούς και για το λόγο αυτό δηλώθηκε εξάλλου από τους τελευταίους ότι έλαβαν τα οφειλόμενα σ' αυτούς χρήματα. Κατόπιν των ανωτέρω απορριπτόμενων όλων των αναληθών και αβασίμων ισχυρισμών της κατηγορουμένης πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.1β Π.Κ. την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. ενόψει και του ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης, όπως προκύπτει από το άρθρο 17 του ΠΚ αποτελεί πραγματικό περιστατικό και είναι αναιρετικά ανέλεγκτος, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ότι επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή την παραγραφή ή ότι προβλήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, αναφέρεται και αναλύεται η ιδιότητα του υπεξαιρεθέντος ποσού ως ξένου εν όλω, η σχέση που συνέδεε την κατηγορουμένη υπό την ως άνω ιδιότητα της με την μηνύτρια εταιρεία, στην οποία ανήκε η κυριότητα του ποσού αυτού, ενώ προσδιορίζεται επακριβώς το υπεξαιρεθέν ποσό, ως αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, και περιγράφεται η εξωτερίκευση της βούλησης της κατηγορουμένης με την ίδια ιδιότητα της να ενσωματώσει στη περιουσία της το ποσό αυτό, καθώς και η δολία προαίρεση αυτής, απορρίπτοντας αιτιολογημένα τους ισχυρισμούς της περί του ότι η εκχωρούμενη απαίτηση δεν είναι ορισμένη και δεν έλαβε χώρα αναγγελία αυτής (απαίτησης) στον οφειλέτη, με λεπτομερή αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη συμβάσεως εκχωρήσεως απαιτήσεως και αναγγελία αυτής στον οφειλέτη . Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. πρώτος, δεύτερος, και τρίτος Α, Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων παραπάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Όσον αφορά το δόλο της αναιρεσείουσας δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη στοιχειοθέτηση του επίδικου εγκλήματος για τους λόγους που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και ο τρίτος Ε λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας 1) ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως είναι αυθαίρετος και 2)ότι αν και υπάρχουν περισσότερες πράξεις ιδιοποιήσεως δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος τελέσεως κάθε μίας είναι απορριπτέες η πρώτη ως αβάσιμη καθόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως είναι πραγματικό περιστατικό και είναι αναιρετικά ανέλεγκτος εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προκύπτει ότι επικαλέστηκε ότι αυτός επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή την παραγραφή ή ότι πρόβαλε αντιρρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου η δε δεύτερη ως .......αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενη δεδομένου ότι υπάρχει μόνο μία πράξη ιδιοποιήσεως. Επίσης η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η αιτιολογία αυτή της απόφασης είναι ελλιπής, διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν αν ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας κατά το καταστατικό της, είναι αβάσιμη, διότι αναφέρεται ότι αυτή ενήργησε με την ιδιότητα του εκπροσώπου της εταιρείας αυτής, κατά την πρόδηλη έννοιατης σχετικής παραδοχής, με βάση σχετική διάταξη τουκαταστατικού της, όπως ορίζεται στο άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2190/1920. Επίσης η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι ηαναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε σιγή τον υποβληθέντα δια των συνηγόρων της αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως σ ' αυτή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.β ή δ είναι αβάσιμος δεδομένου ότι από την επισκόπηση της αποφάσεως αυτής δεν προκύπτει η υποβολή τέτοιου ισχυρισμού. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως οι συνήγοροι της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας προέβαλλαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας που δίκασε κατ' έφεση την προκειμένη υπόθεση, μεταξύ άλλων ότι "αναφέρονται στο περιεχόμενο όλων των ενστάσεων και ισχυρισμών που προέβαλαν στον πρώτο βαθμό που επανεισάγουν ενώπιον του δικαστηρίου". Από τα πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου που δίκασε σε πρώτο βαθμό και τα οποία αναγνώσθηκαν προκύπτει ότι ο συνήγορος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης " ζήτησε την αθώωση της κατηγορουμένης σε συνδυασμό με τα άρθρα 30 λόγω πραγματικής πλάνης και αρθρ. 31 Π. Κ. λόγω νομικής πλάνης της κατηγορουμένης η πράξη δεν πρέπει να καταλογιστεί στην κατηγορουμένη και σύμφωνα με το άρθρο 379 Π. Κ. λόγω απόδοσης του ιδιοποιημένου πράγματος η κατηγορουμένη πρέπει να απαλλαχθεί από κάθε ποινή". Οι ισχυρισμοί αυτοί έτσι διατυπούμενοι δεν είναι σαφείς και ωρισμένοι δεδομένου ότι δεν εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ου ναδικαιολογούν αυτούς και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απορρίψει-αυτούς αιτιολογημένα. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, επέρχεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να ασκήσει το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα του να προβεί σε παρατηρήσεις και δηλώσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και παραβιάζονται οι αμέσως προς το υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού συναπτόμενες αρχές της προφορικότητας της διαδικασίας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα, από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά, προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως προβάλλει η αναιρεσείουσα την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Λάρισας για να καταλήξει, στην περί ενοχής αυτής κρίση του για το προαναφερόμενο έγκλημα, υπό την ανωτέρω ιδιότητα της έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθμ. ..., ...., και ... τιμολόγια πωλήσεως από 5.049 μάρκα Γερμανίας 16.803 λίρες Αγγλίας και 37.440 μάρκα Γερμανίας αντίστοιχα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης τα οποία νομίμως αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των ως άνω τιμολογίων προκύπτει τόσο από το αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής στο οποίο αναφέρονται αυτά όσο και από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού μάρτυρα ........... Επομένως, εφόσον το περιεχόμενο των ανωτέρω τιμολογίων προκύπτει ως ανωτέρω εκτίθεται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προαναφερόμενος λόγος της κρινομένης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητα του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρθηκε το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο εκτός άλλων και τα ακόλουθα έγγραφα "..... 3) το υπ ' αριθμ. ......... έγγραφο (FΑΧ) της ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕΕ, 3) αντίγραφο δήλωσης από ...... της ............ .... και.........5) αντίγραφο ιδιωτικού συμφωνητικού από .......". Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή στα πρακτικά της ταυτότητας των με αριθμούς 3,3 και 5 παραπάνω εγγράφων, δεν νοείται ότι είχε ως συνέπεια τη στέρηση από την κατηγορουμένη του δικαιώματος της να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά, αφού τα εν λόγω έγγραφα αναγνώσθηκαν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω του μη επακριβούς κατά τα ανωτέρω προσδιορισμού των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλλά και ο συναφής έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμπεριέλαβε στα αναγνωστέα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση, την "υπεύθυνη δήλωση του ...........", η οποία κατά την εκδίκαση της υποθέσεως κατατέθηκε στο ακροατήριο από τους συνηγόρους υπερασπίσεως, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι κατατέθηκε προς ανάγνωση η ως άνω δήλωση άλλωστε από την ως άνω παράλειψη του δικαστηρίου καμία ακυρότητα δεν προκλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Κατά το άρθρο 17 στοιχ. Β' αριθμ. Ί, 3 και 4α του ν. 1756/1988 "κώδικας οργανισμού δικαστηρίου και κατάσταση δικαστικών λειτουργών" σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών........οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο.....καταρτίζει πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνονται κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα....στο εφετείο α).....β) των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων..... Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για το Εφετείο Λαρίσης, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε εφετών, το τριμελές ποινικό εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του εφέτη που κληρώθηκε, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση, η έκδοση πράξεως του διευθύνοντος το Εφετείο, με την οποία ορίζεται ο προεδρεύων εφέτης. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία-στο ακροατήριο, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ.), με την αιτίαση ότι η σύνθεση του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων, διότι προήδρευσε η Εφέτης Βαρσαβέ Βαλτούδη, χωρίς στην απόφαση να αναφέρεται η πράξη του διευθύνοντος το Εφετείο Λαρίσης, με την οποία διορίσθηκε στη συγκεκριμένη δικάσιμο η ως άνω προεδρεύουσα Εφέτης, αλλά και τα κωλύματα του Προέδρου Εφετών και των αρχαιότερων Εφετών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 26/31 Μαΐου 2006 αίτηση της ........., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 396/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ