Αριθμός 1403/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Λ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 4) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 6) Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2117/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4121/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/10/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 17/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 6/10/2011 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, εφόσον δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.- Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από τις, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα, 5149/11-7-2012, 5159/17-7-2012, 5142/10-7-2012, 5148/11-7-2012, 5144/10-7-2012 και 5154/1-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως, για αναίρεση της 4121/2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 29-1-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., με επιμέλεια αυτής (αναιρεσείουσας), προς τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, η δε αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο μετά την αναβολή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτήν, κατ' άρθρ. 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, παρά τη δικονομική απουσία τους, να συζητηθεί και να ερευνηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και εκείνοι παρόντες (άρθρ. 576 παρ.2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοστεί μολονότι, κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοστεί μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εφαρμοστεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση, που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ.1 Α.Κ., "για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή, αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή, σε αμφότερες όμως τις περιπτώσεις με τον πρόσθετο περιορισμό, ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως, αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και, συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσεως, αίτημα δε της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ειδικότερα, ότι για τη γένεση της αξιώσεως για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο η άσκηση της κύριας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου, όπως αρκεί, κατ' άρθρ. 346 Α.Κ., η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου, που ζητείται με την αγωγή) αλλ' απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), αφού το αίτημα καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερούμενων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαιτήσεως, τούτο δε (ότι δηλ. απαιτείται η άσκηση ξεχωριστής αγωγής) προδήλως έχει την έννοια, ότι δεν είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με τα άρθρα 283 και 525 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., η υποβολή του αιτήματος για την καταβολή τόκων επί των τόκων το πρώτον με τις προτάσεις είτε κατά την πρωτόδικη είτε κατά την κατ' έφεση δίκη ή με πρόσθετο λόγο εφέσεως (Ολ.Α.Π. 10/2007) και όχι ότι είναι απαράδεκτη η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση (άρθρ. 218 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και του αιτήματος, με την αντίστοιχη βάση, για την καταβολή τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων του κεφαλαίου (εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις), οι οποίοι είναι ήδη δεδουλευμένοι (ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί), όπως οι τόκοι, που οφείλονται λόγω της παρόδου της δήλης ημέρας προς εκπλήρωση οφειλόμενης παροχής, αφού και στην περίπτωση αυτή ασκείται ιδία αγωγή για την απαίτηση αυτή. Τέλος, από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλόμενων τόκων αγωγή, πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., εκτός των άλλων, σαφή έκθεση α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης, β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ' ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και γ) της ασκήσεως της αγωγής μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, με την από 2-1-2005 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, εκτός άλλων, το μεν να υποχρεωθεί η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα εργοδότριά τους (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, ως αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία τους κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν Σάββατα, Κυριακές και αργίες χωρίς να τους χορηγηθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε αντίστοιχου μήνα, κατά τον οποίο κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, το δε να επιδικασθούν σ' αυτούς και τόκοι επί των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας των αιτούμενων μισθολογικών διαφορών από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε μετά από εφέσεις των διαδίκων εκατέρωθεν, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, κατ' επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάσθηκαν στους αναιρεσιβλήτους και τόκοι επί των τόκων του επιδικασθέντος σε καθένα από αυτούς μέρους του αιτηθέντος κεφαλαίου, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της υποβολής του αιτήματος αυτού με την αγωγή για την κύρια απαίτηση, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το νόμο, άρα ότι το αίτημα αυτό παραδεκτά είχε υποβληθεί ως άνω σωρευτικά με την αγωγή για την κύρια απαίτηση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 296 παρ.1 Α.Κ. ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω του τρόπου υποβολής του αιτήματος ανατοκισμού και, επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το αίτημα περί ανατοκισμού δεν μπορούσε να υποβληθεί μαζί με την αγωγή για την κύρια απαίτηση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα. Είναι, όμως, βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του αυτού ως άνω άρθρου, περί παρά το νόμο μη κηρύξεως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της σωρευθείσας αγωγής ανατοκισμού, η οποία προτάθηκε και με λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, αφού πραγματικά η αγωγή αυτή, στην οποία δεν αναφέρεται το ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων, επί του οποίου ζητήθηκαν τόκοι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, έπασχε από ποσοτική αοριστία. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος, δηλαδή ως προς το πληττόμενο με την υπό κρίση αίτηση κεφάλαιό της, που αναφέρεται στην αγωγική αξίωση για την επιδίκαση τόκων επί των καθυστερουμένων τόκων (ανατοκισμό) και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, μετά την κατά τα άνω μερική παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ.1 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, την 4121/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ