Αριθμός 2212/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εργοληπτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ Γ. ΑΕ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αναδόχου του έργου της "ΟΤΕ ΑΕ" με τίτλο "ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΠΡΕΒΕΖΑΣ" η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κολοβού. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καυκά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2886/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5515/2008 του Εφετείου Αθηνών Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται για κρίση αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για υποχρέωση καταβολής υπόλοιπου αμοιβής από μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, από σύμβαση έργου, το οποίο η ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει, πως εκτέλεσε. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 275 ΑΚ, δικαιοπραξία που αποκλείει την παραγραφή ή καθορίζει χρόνο συντομότερο ή μακρότερο από τον νόμιμο ή που, γενικά, κάνει τους όρους της παραγραφής βαρύτερους ή ελαφρύτερους, είναι άκυρη. Δηλαδή, απαγορεύεται η συμφωνία με την οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής, ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αυτός ορίζεται μικρότερος του νομίμου (βλ. και ΑΠ 271/1989). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφ' όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Η πιο πάνω αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, περιλαμβάνει την εξωτερική συμβατική ελευθερία, που αφορά την ελευθερία κατάρτισης ή μη της σύμβασης και την ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου και την εσωτερική συμβατική ελευθερία, η οποία αναφέρεται στην ελεύθερη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης (Ολ.ΑΠ 33/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατόπιν της από 11-10-1999 διακηρύξεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, που απευθύνθηκε σε περιορισμένο αριθμό εργοληπτικών επιχειρήσεων, πραγματοποιήθηκε στην Πρέβεζα στις 19-10-1999 μειοδοτικός διαγωνισμός με ενιαίο ποσοστό έκπτωσης επί των τιμών του τιμολογίου για την ανάθεση της εκτέλεσης του έργου "ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΔΙΚΤΥΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΠΡΕΒΕΖΑΣ" συνολικού προϋπολογισμού 147.989.234 δρχ. Στον διαγωνισμό αυτό συμμετείχε και η ενάγουσα, η οποία αναδείχθηκε μειοδότης με την προσφορά έκπτωσης επί του ανωτέρω προϋπολογισμού 12%. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 521111/915/29-10-1999 απόφαση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας κατακυρώθηκε η εκτέλεση του ανωτέρω έργου στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρία και καταρτίσθηκε και υπογράφηκε από τις διάδικες εταιρίες η από 1-11-1999 εργολαβική σύμβαση. Στην σύμβαση αυτή συνομολογήθηκε με τον 3° όρο αυτής ρητώς, σαφώς και αναμφιβόλως (και χωρίς κενά), ότι η εκτέλεση του έργου διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα, εκτός εκείνων για τις οποίες τυχόν άλλως ορίζεται στην διακήρυξη και στα λοιπά συμβατικά τεύχη του εν λόγω έργου και οι οποίες κατισχύουν των διατάξεων της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα. Σημειώνεται, ότι, στην από 11-10-1999 ανωτέρω διακήρυξη για την διενέργεια του ως άνω μειοδοτικού διαγωνισμού είχε περιληφθεί ο όρος, ότι η εκτέλεση του ως άνω προκηρυχθέντος έργου διέπεται από τις διατάξεις για τα δημόσια έργα, όπως αυτές ήθελαν διαμορφωθεί με αποφάσεις του ΔΣ - ΟΤΕ και ορίζονταν στην ως άνω διακήρυξη και στα λοιπά συμβατικά τεύχη του έργου αυτού και από τις γενικές διατάξεις του ΑΚ και λοιπές συναφείς διατάξεις, οι οποίες κατισχύουν των διατάξεων της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα. Και ότι η αποδοχή της ισχύος των διατάξεων αυτών της νομοθεσίας των δημοσίων έργων και της κατισχύος των τροποποιημένων αποτελούσε απαραίτητο όρο για το παραδεκτό της προσφοράς. Μεταξύ των συμβατικών τευχών καταλέγεται και το τεύχος 8, που αφορά την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων, στο άρθρο 38 του οποίου με τίτλο "Ενστάσεις - Αιτήσεις Θεραπείας - Επίλυση Διαφορών" ορίσθηκαν και συμφωνήθηκαν από τα διάδικα μέρη τα ακόλουθα: 1) Ισχύουν γενικά τα αναφερόμενα στα άρθρα 12, 13 και 14 του Ν. 1418/84 και στο άρθρο 57 του Π.Δ. 609/85, πλην της περίπτωσης ένστασης κατά του "πρωτοκόλλου ελέγχου ποιότητας δικτύου", για την οποία ισχύουν τα αναφερόμενα στο προηγούμενο αυτού άρθρο 37 του εν λόγω τεύχους, 2) Σε εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του Ν. 1418/84 εκδόθηκε για λογαριασμό του ΟΤΕ το Π.Δ. 167/87, που ορίζει τα παρακάτω για τα όργανα, που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν σε θέματα έργων, που εκτελούνται από τον ΟΤΕ: "Αρμόδιοι για την λήψη αποφάσεων κατά τις διατάξεις του Ν. 1418/84 ... και των Προεδρικών Διαταγμάτων, τα οποία εκδίδονται σε εκτέλεση του για έργα, που εκτελούνται από τον ΟΤΕ και όπως ειδικότερα ορίζεται στα επόμενα άρθρα του ανωτέρω Π.Δ. 3) Στις αιτήσεις θεραπείας του αναδόχου, που ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1418/84 αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο Διεύθυνσης ή ο Γενικός Διευθυντής μετά από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Ο.Τ.Ε. για την καθ' ύλη αρμοδιότητα αυτών των οργάνων. Οι αιτήσεις αυτές απευθύνονται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ και επιδίδονται στην "Διευθύνουσα" το έργο Υπηρεσία, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Αιτήσεις θεραπείας του κυρίου του έργου διέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του Ν. 1418/84. Σύμφωνα δε με τις ισχύουσες διατάξεις του ΟΤΕ και το Π.Δ. 58/85 στις αιτήσεις θεραπείας αποφασίζει : α) Ο Γενικός Διευθυντής ΟΤΕ για έργα χρηματικού αντικειμένου μέχρι 50.000.000 δρχ, β) Το Συμβούλιο Διεύθυνσης για έργα χρηματικού αντικειμένου από 50.000.000 δρχ. και μέχρι 200.000.000 δρχ, γ) το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ για έργα χρηματικού αντικειμένου πάνω από 200.000.000 δρχ. και μετά από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την επίδοση αίτησης θεραπείας. Για την εφαρμογή του άρθρου αυτού ως χρηματικό αντικείμενο έργου ορίζεται η δαπάνη του έργου, όπως διαμορφώνεται, κάθε φορά, με τον συνυπολογισμό στην δαπάνη κατακυρώσεως των υπερβάσεων, που έχουν εγκριθεί. Θέματα του τεχνικού συμβουλίου (συγκρότηση - απαρτία) ρυθμίζονται και κανονίζονται στο άρθρο 3 του Π.Δ. για τα αποφαινόμενα όργανα του Ο.Τ.Ε. 4) Για δικαστικές επιλύσεις των διαφορών έχει εφαρμογή το άρθρο 13 του Ν. 1418/84. Από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1418/84 δεν έχουν περιληφθεί στην ένδικη εργολαβική σύμβαση ως όροι αυτής, εκείνες, που προσδιορίζουν το Εφετείο ως καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο, για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων από την εκτέλεση του ως άνω έργου, δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που ρυθμίζουν την καθ' ύλη αρμοδιότητα των Δικαστηρίων, δεν μπορούν να μεταβληθούν με ιδιωτική σύμβαση, ενώ έχει περιληφθεί στην εν λόγω εργολαβική σύμβαση, ως όρος αυτής, η διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 1418/84, που ορίζει προθεσμία δύο (2) μηνών για την άσκηση προσφυγής, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης, που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από την λήξη της τρίμηνης προθεσμίας από την επίδοση της αίτησης θεραπείας, μέσα στην οποία έπρεπε το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας να αποφασίσει επί της αιτήσεως θεραπείας, καθόσον η προθεσμία αυτή, που συνιστά, κατά τα προελεχθέντα την κατά την διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ αποσβεστική προθεσμία μπορεί να αποτελέσει όρο ιδιωτικής συμβάσεως. Επομένως, κατά τον χρόνο της σύναψης της ένδικης σύμβασης έργου υπήρχαν τα συγκεκριμένα όργανα της εναγομένης, όπως διευθύνουσα υπηρεσία, Συμβούλιο Διεύθυνσης, Δ.Σ. και κατά συνέπεια προσαρμόζονται προς την εν λόγω σύμβαση έργου οι κανόνες για τα δημόσια έργα. Στην συνέχεια, σε εκτέλεση των όρων της ένδικης σύμβασης, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία εγκαταστάθηκε στον τόπο της εκτέλεσης του ανατεθέντος έργου, στις 2-11-1999, οπότε έγινε και η έναρξη των σχετικών εργασιών. Ακολούθως με την από 10-7-2000 συμπληρωματική σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 52/294/10-7-2000 αποφάσεως του αρμόδιου οργάνου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει τις αναφερόμενες σ' αυτή συμπληρωματικές εργασίες, συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης 52.690.037 δρχ. Περαιτέρω, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία αποπεράτωσε την εκτέλεση του έργου στις 30-9-2000 και το παρέδωσε στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία και καταρτίσθηκε το από 11-3-2002 πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής αυτού. Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία υπέβαλε στην εναγόμενη με το υπ' αριθμ. 4915/31-10-2000 έγγραφο τις τελικές επιμετρήσεις του έργου, στις οποίες είχε συμπεριλάβει και την εργασία "ΔΟΚΙΜΗ ΚΑΙ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΜΕΝΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ" σε 41.294 ζεύγη καλωδίων, για τα οποία η συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόταν, βάσει του 1ου πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ) στο ποσό των 1214 δρχ για κάθε ζεύγος Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία που επέστρεψε στην ενάγουσα στις 24-9-2002 τις προδιαληφθείσες επιμετρήσεις από την εργασία αυτή είχε περικόψει τα 38.758 ζεύγη καλωδίων, για τα οποία δεν αναγνώρισε την αντιστοιχούσα σε αυτά αμοιβή, με την αιτιολογία, ότι, η ένδικη σύμβαση αφορούσε μόνον τα ζεύγη καλωδίων από γραμμές ενεργών συνδρομητών και όχι καλώδια από γραμμές ανύπαρκτων συνδρομητών, καθόσον αυτό δεν είχε συμφωνηθεί και δεν περιλαμβανόταν στον 1° ΠΚΤΜΝΕ. Αντίθετα, η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι οι γραμμές αυτές περιλαμβάνονταν στο 1° ΠΚΤΜΝΕ και για τον λόγο αυτό κατά της ανωτέρω περικοπής άσκησε την υπ' αριθμ. 4713/3-10-2002 ένσταση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 521.113/429/19-11-2002 απόφαση του Τμήματος Τεχνικών Θεμάτων Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Ηπείρου, η οποία απέρριψε την ανωτέρω υποβληθείσα ένταση. Κατά την απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την από 10-12-2002 "αίτηση θεραπείας", που συζητήθηκε ενώπιον του Τεχνικού Συμβουλίου της εναγόμενης στις 17-1-2002, το οποίο γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της αποδοχής της ως άνω αίτησης θεραπείας, αλλά ο Γενικός Διευθυντής Περιφερειών της εναγόμενης δεν εξέδωσε την προβλεπόμενη από την σύμβαση απόφαση μέχρι τον χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής. Με βάση τα εκτιθέμενα αλλά και τα συμφωνηθέντα με την ένδικη σύμβαση έργου, η ενάγουσα έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του Ν. 1418/1984 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 279 και 280 ΑΚ, να ασκήσει την ένδικη αγωγή, η οποία έχει όμοιο χαρακτήρα με την προσφυγή σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από την λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του άρθρου 12 του Ν. 1418/1984 δηλ. της επίδοσης της αίτησης θεραπείας. Συγκεκριμένα, ενώ η ενάγουσα άσκησε την από 10-12-2002 αίτηση θεραπείας, που επιδόθηκε στις 11-12-2002 στην Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία αυτής δηλ. το Τεχνικό Τμήμα Περιφέρειας Πρέβεζας ... κατέθεσε την κρινόμενη αγωγή στην Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 4-8-2004 και την επέδωσε στην εναγομένη στις 12-8-2004 ... δηλαδή μετά την παρέλευση δύο μηνών από την λήξη της τρίμηνης προθεσμίας από την επίδοση της αίτησης θεραπείας, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικώς το δικαίωμα της δικαστικής προσφυγής - ασκήσεως της ένδικης αγωγής, η οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως ως προς την ανωτέρω αποσβεστική προθεσμία της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα κατ' ουσία. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του Ν. 1418/84, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 279 και 280 ΑΚ προκύπτει ότι, αν το αρμόδιο να κρίνει την αίτηση θεραπείας όργανο δεν εκδώσει την απόφαση του μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των τριών μηνών, παύει να έχει σχετική εξουσία, η δε τυχόν έκδοση απόφασης μετά την πάροδο του τριμήνου δεν επιμηκύνει την προθεσμία, αυτή, ούτε μεταθέτει την αφετηρία της, ούτε την αναβιώνει ... Επομένως, τα ισχυριζόμενα από την εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ότι η ένδικη αγωγή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, καθόσον στις 25-8-05 της κοινοποιήθηκε το υπ' αριθμ. 521/145957/25-8-05 έγγραφο της Υποδ/νσης Υποδομής της Δ/νσης Συντ. και Ελέγχου Κατασκευών της Γενικής Δ/νσης Περιφερειών του ΟΤΕ, με το οποίο της γνωστοποιήθηκε η απόρριψη της αίτησης θεραπείας και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 4-8-2004, αφού η έκδοση της απόφασης επί της αίτησης θεραπείας δεν επιμηκύνει την αποσβεστική προθεσμία των τριών μηνών, ούτε μεταθέτει την αφετηρία της και ούτε την αναβιώνει, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσία". Σύμφωνα με τις πιο παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε τις αναφερόμενες σ' αυτή διατάξεις. Εξ άλλου: α) η αναιρεσείουσα δεν μνημονεύει με σαφήνεια, για ποιο λόγο είχε εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση η διάταξη του άρθρου 250 παρ. 1 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στις αξιώσεις εμπόρων, βιομηχάνων και χειροτεχνών για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την επίτευξη εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν, β) ουδόλως, μνημονεύεται, αν ο παραπάνω ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ώστε να κριθεί, αν αυτός είναι νόμιμος και παραδεκτός. Και βέβαια, η πιο πάνω διάταξη αφορά ισχυρισμούς και όχι νομικούς κανόνες, όμως, και στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο διάδικος να εκθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη δημιουργία τους (ΑΠ 435/1994, ΑΠ 898/1990), πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει, γ) ουδόλως, σε κάθε περίπτωση, μνημονεύεται, πως συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός, εξ άλλου, πως ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν βαρύνει, εν όψει των προεκτεθέντων (ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 1663/2005 βλ. ειδικά για την παραγραφή ΑΠ 2075/2007). Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 πλημμέλειες (για την από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια δεν γίνεται ορισμένη μνεία), είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Σύμβαση προσχώρησης είναι εκείνη, κατά την οποία ο συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα ή μη της σύμβασης, αλλά σε περίπτωση που αποφασίσει να συμβληθεί με συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, προσχωρεί σε, εκ των προτέρων διατυπωμένους από τον αντισυμβαλλόμενό του συμβατικούς όρους. Εδώ ο αντισυμβαλλόμενος ευρίσκεται στην ανάγκη να αποδεχθεί τους τυποποιημένους συμβατικούς όρους (Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ), που, κατά το άρθρο 2 §1 του Ν. 2251/1994, είναι όροι που είχαν εκ των προτέρων διατυπωθεί για μελλοντικές συμβάσεις. Ο έλεγχος των πιο πάνω συμβάσεων, ως προς τα θέματα ελέγχου της διαπραγματευτικής δύναμης των συμβαλλομένων, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 3587/2007, ενώ, συμπληρωματικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ. Η αναιρεσείουσα εταιρεία, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής της προβάλλει, πως η ένδικη σύμβαση ήταν, όντως, σύμβαση προσχώρησης και συγκεκριμένοι όροι της δεν την δεσμεύουν, γιατί ήταν καταχρηστικοί. Όμως: α) ουδόλως, όπως προηγούμενα, αναλυτικά εκτίθεται, γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις του άρθρου 562 §2 Κ.Πολ.Δ., β) δεν αναφέρεται, γιατί, ακριβώς, δεν την δεσμεύουν οι όροι της σύμβασης, που υπέγραψε, αφού ουδεμία αναφορά στις προϋποθέσεις του πιο πάνω νόμου γίνεται, και, εντελώς αόριστα αναφέρεται, πως οι όροι της ήταν καταχρηστικοί, γ) άλλωστε, συμβατικά τα μέρη, όπως είχαν κάθε δικαίωμα (άρθρ. 361 ΑΚ), παρέπεμψαν σε νόμιμες προθεσμίες (βλ. και άρθρο 279 ΑΚ). Κατά ταύτα και ο πιο πάνω, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 (αναφερόμενο, ωσαύτως, χωρίς οιαδήποτε αιτιολόγηση), Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. IV. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, πως αυτή, όχι μόνο δεν διαπίστωσε κενό στη σύμβαση, ώστε να προσφύγει στις σχετικές διατάξεις των άρθρων 200 173 ΑΚ, αλλά΅, αντίθετα, κάνει λόγο, για "σαφή, ρητή και αναμφίβολη (χωρίς κενά)" συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης. Ούτε εμμέσως προκύπτει προσφυγή σ' αυτές, και η διατύπωση για ύπαρξη κενών και ασαφών σημείων. Το ότι σε άλλο σημείο αναφέρεται, πως συγκεκριμένες διατάξεις κατισχύουν των διατάξεων της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα, ενώ, στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 1418/1984, ουδόλως μπορεί να έχει, ούτε όντως, έχει την έννοια, πως υπάρχει εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων (ερμηνευτικών) που δεν μνημονεύτηκαν, ούτε πως, το δικαστήριο της ουσίας αντιφατικά ερμήνευσε τη σύμβαση, χωρίς να αναφέρει την ύπαρξη κενού. Η αναιρεσείουσα, πέραν των παραδοχών του Εφετείου, με σειρά νομικών συλλογισμών εκθέτει το, κατ' αυτήν, νομικό συμπέρασμα. Τούτο όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση, ούτε αντιφατικά εκτίθεται, ούτε κατά τρόπο μη πληρούντα τους όρους του νόμου. Αντίθετα, από τα προαναφερθέντα στοιχεία, με πλήρη νομική και λογική ακολουθία, το δικαστήριο της ουσίας, οδηγήθηκε στο συμπέρασμά του, και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. V. Το Εφετείο, διαλαμβάνει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς το εμπόθεσμο της ένδικης αγωγής και, ειδικότερα, ως προς το χρόνο άσκησης αυτής, αναφορικά με το χρόνο έκδοσης απόφασης, επί ασκήσεως αίτησης θεραπείας. Ήδη, η αναιρεσείουσα προβάλλει, πως ο δεύτερος λόγος της έφεσής της, είχε διαφορετικό περιεχόμενο και το Εφετείο, δεν απάντησε, για το αν αυτή μπορούσε να έχει, εύλογα ή μη, την εντύπωση, πως η άσκηση θεραπείας της είχε γίνει δεκτή. Όμως, ήδη, το συγκεκριμένο παράπονο στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, το Εφετείο, έκρινε, επί του συγκεκριμένου θέματος. Απορρίπτοντας δε το σχετικό λόγο έφεσης, είναι πρόδηλο, πως, χωρίς να χρειάζεται η χρησιμοποίηση πανηγυρικών εκφράσεων, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Άρα και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος εκθέτει τις από το άρθρο 559, παρ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. VI. Το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του Ν. 1410/1984, εφ' όσον ρητά αναφέρεται, πως υπάρχει ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών, από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 12 §7 του πιο πάνω νόμου. Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο απορριπτέο συμπέρασμα, ότι θα μπορούσε να ασκηθεί προσφυγή (αγωγή) και επί σιωπηρής, αλλά και επί ρητής απόρριψης της αίτησης θεραπείας, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται από πλευράς ασφάλειας δικαίου. Τούτο δε, πρόδηλα, δεν αντιβαίνει, ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού ούτε αποκλείει, ούτε περιορίζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, εφ' όσον απλά τίθεται, όπως σε σωρεία άλλων περιπτώσεων, χρονικός προσδιορισμός στην άσκηση του σχετικού αγωγικού δικαιώματος προς αποφυγήν διαιώνισης δικαστικών εκκρεμοτήτων. Άλλωστε, ουδόλως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, πως, αν το αρμόδιο να κρίνει την αίτηση θεραπείας όργανο, δεν εκδώσει απόφαση μέσα στο παραπάνω χρονικό διάστημα, αλλά αργότερα, η έκδοση της απόφασης επιμηκύνει την προθεσμία άσκησης προσφυγής (αγωγής) (βλ. σχετ. και Ολ.ΑΠ 145/1970). Άρα και πέμπτος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.9.2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ Γ. ΑΕ", προς αναίρεση της 5515/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ