Αριθμός 884/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Ρόδου, κατοικοεδρεύοντα στην Ρόδο, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ), συγχωνευθείσα ήδη με την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που μετονομάστηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2005 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/10/2014 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 27/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Κατσιάνης ανέγνωσε την από 24/11/2017 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 06.10.2014 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ύστερα από την υπ' αριθμ. 27/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος....", κατά δε την όμοια του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ίδιου Κώδικα, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Συνακόλουθα τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από τον δεύτερο αναιρεσείοντα Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου είναι απαράδεκτη, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 56/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, αυτός δεν υπήρξε διάδικος στη δευτεροβάθμια (ούτε άλλωστε στην πρωτοβάθμια) δίκη (ΑΠ 1268/2015). Με το νόμο 973/1979 "περί συστάσεως κτηματικής εταιρίας του Δημοσίου" έχει συσταθεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ)" και έδρα την Αθήνα. Η εταιρία αυτή: α) λειτουργεί με την μορφή Ανώνυμης Εταιρίας, από τη σχετική νομοθεσία της οποίας και κατά κανόνα διέπεται, β) λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και γ) έχει σκοπό τον αναφερόμενο στο άρθρο 2 του νόμου και κυρίως τη διοίκηση και αξιοποίηση, εκτός άλλων, και των ακινήτων του Δημοσίου, τα οποία υπάγονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α και β) και τα οποία μπορεί, για την εκπλήρωση των σκοπών της, να τα εκμισθώνει (άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β). Αφότου ίσχυσε ο νόμος (28-10-79), όλα τα ακίνητα του Δημοσίου περιήλθαν αυτοδικαίως στη διοίκηση της εταιρίας (άρθρο 3 ν. 973/79). Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 4 του νόμου ορίζεται, ειδικότερα, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, στη διοίκηση και διαχείριση των οποίων υπάγονται, κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει ο νόμος, τα παραπάνω ακίνητα του Δημοσίου, καθώς και οι αρμόδιοι Νομάρχες, διατηρούν όλες τις αρμοδιότητες για την προστασία των ακινήτων αυτών, καθώς και για την έκδοση πρωτοκόλλων αποβολής και αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση ή την άσκηση αγωγών ή ενδίκων μέσων και για την προσβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου. Τέλος, στη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 5 του ν. 973/79 ορίζεται επιπλέον ότι, αφότου άρχισε να ισχύει ο νόμος, η Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ), έχει την εντολή και πληρεξουσιότητα να επιχειρεί δικαιοπραξίες, οι οποίες αναφέρονται στα παραπάνω ακίνητα (του άρθρου 2 του νόμου), τα αποτελέσματα όμως αυτών επέρχονται στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Κτηματική Εταιρία έχει τη διοίκηση των ακινήτων του Δημοσίου και επιχειρεί κάθε δικαιοπραξία που αναφέρεται στα ακίνητα ως εντολοδόχος και πληρεξούσια του Δημοσίου, στο όνομά του και για λογαριασμό του, παρέχεται δηλαδή σ' αυτήν άμεση από το νόμο εξουσία να αντιπροσωπεύει το Δημόσιο στις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 211), χωρίς η εξουσία αυτή να στερεί το Δημόσιο, ως αντιπρόσωπο και κύριο των ακινήτων, από το δικαίωμα να ενεργήσει αυτό ό, τι έχει σχέση με την προστασία τους. Τούτο προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του νόμου (973/79), με την οποία ρητώς διατηρούνται όλες οι αρμοδιότητες των Δημοσίων Υπηρεσιών (και των Νομαρχών), που αναφέρονται στην προστασία των ακινήτων. Επομένως, από τον παραπάνω χαρακτήρα της ΚΕΔ συνάγεται ότι διάδικος στις σχετικές με τα εν λόγω ακίνητα δίκες εξακολουθεί να είναι το Δημόσιο, αφού αυτό είναι ο συμβαλλόμενος και το υποκείμενο (φορέας) των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 742/2018). Περαιτέρω η κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ έλλειψη της νομιμοποίησης, η οποία (νομιμοποίηση ενεργητική και παθητική) αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της όλης δίκης και η συνδρομή της εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (73 ΚΠολΔ, ΑΠ 831/2010) σε κάθε στάση της δίκης, ως συνέπεια έχει, λόγω ανυπαρξίας συνδέσμου μεταξύ των διαδίκων και της επικαλουμένης έννομης σχέσης, την απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή [...]. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται καθ' όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται προεχόντως κατά των αντιδίκων του αναιρεσείοντος και στην έκταση που αυτός έχει ηττηθεί έναντι εκείνων, μόνον δε εφ' όσον ο αναιρεσείων επικαλείται έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να συνάγεται από τους λόγους αναιρέσεως, είναι παραδεκτό να απευθυνθεί η αίτηση και κατά απλού ομοδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ανακόπτουσα και μη διάδικος στην παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με την από 28-12-2005 ανακοπή της, περί ακυρώσεως της υπ' αριθμ. 20935/18-11-2005 ατομικής ειδοποίησης καθώς και της περιεχομένης σ' αυτήν ταμειακής βεβαίωσης ποσού 12.663.047,05 ευρώ της ΔΟΥ Ρόδου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά α) του πρώτου των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) της δεύτερης καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΕΔ)",συγχωνευθείσας ήδη με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που μετονομάσθηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", ιστορούσε ότι με την τελευταία εταιρεία είχε συνάψει σύμβαση μίσθωσης σε τμήμα επιφάνειας 2.101.848 τ.μ. της ΚΜ 5000 γαιών Κατταβιάς, που ανήκει στο πρώτο καθού Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να χρησιμοποιήσει την έκταση αυτή για την εγκατάσταση ήπιων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ότι το ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 125.000.000 δρχ. ή 366.837,86 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά 5% ανά έτος, με συνολική διάρκεια της μίσθωσης είκοσι έτη. Ότι δεν της παραχωρήθηκε το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, διότι, όπως προέκυψε από σχετικό έγγραφο της δασικής υπηρεσίας, η έκταση που εκμισθώθηκε ήταν δασική και έτσι δεν κατέστη δυνατό να χρησιμοποιήσει το μίσθιο. Ότι, εντούτοις, εκδόθηκε σε βάρος της ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, ποσού 12.663.047,05 ευρώ για τα μισθώματα, που της κοινοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 20935/18-11-2005 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών. Ζητούσε δε να ακυρωθεί η ως άνω ατομική ειδοποίηση και η περιεχόμενη σε αυτήν ταμειακή βεβαίωση. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 2002/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία απέρριψε την ανακοπή ως προς τη δεύτερη καθής ΚΕΔ ελλείψει παθητικής της νομιμοποίησης και ως προς το πρώτο καθού Ελληνικό Δημόσιο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθεί έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου αποδεικνύον την ταμειακή βεβαίωση σε βάρος την ανακόπτουσας ποσού 12.663.047,05 ευρώ. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους του πρώτου των καθών Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 56/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Με αυτήν, η έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της πρώτης εφεσίβλητης αντιδίκου του ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Η ίδια έφεση, όμως έγινε δεκτή τυπικά, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της δεύτερης εφεσίβλητης ομοδίκου του και δεύτερης καθής η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΕΔ). Κατόπιν, το Ελληνικό Δημόσιο, ως ηττηθέν έναντι της ανακόπτουσας, άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, την οποία δεν στρέφει κατά της τελευταίας, αλλά, αντίθετα την απευθύνει κατά της ομοδίκου του ως άνω δεύτερης καθής, η οποία φέρεται ως αναιρεσίβλητη και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση προς απόκρουση της αιτήσεως, με δικηγόρο που κατέθεσε προτάσεις. Παρατηρείται, όμως, ότι στην ένδικη αίτηση διατυπώνεται μόνο ένας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αβάσιμα η πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 5 του ν.973/1979, 68 ΚΠολΔ, 91 του ν.δ 356/1974 και 28 παρ.7 του ν.2579/1998, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, καθόσον ναι μεν η Κτηματική Εταιρεία έχει αυτοδικαίως την διοίκηση και διαχείριση των ακινήτων του Δημοσίου και μπορεί να επιχειρεί κάθε δικαιοπραξία που αναφέρεται στα ακίνητα ως εντολοδόχος και πληρεξούσια του Ελληνικού Δημοσίου επ' ονόματι και για λογαριασμό του, παρέχεται δηλαδή σ' αυτήν άμεση από το νόμο εξουσία να αντιπροσωπεύει το Δημόσιο στις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 211), χωρίς, ωστόσο, η εξουσία αυτή να στερεί το Δημόσιο, ως αντιπρόσωπο και κύριο των ακινήτων, από το δικαίωμα να ενεργήσει ό,τι έχει σχέση με την προστασία τους. Εξάλλου, ουδεμία πλημμέλεια αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη για την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος ως προς την πραγματική του αντίδικο ανακόπτουσα εταιρεία με την επωνυμία "...", την οποία, όπως προεκτέθηκε δεν καθιστά και διάδικο στην αναιρετική δίκη. Επομένως το αναιρεσείον, αφού δεν επικαλείται βάσιμο έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης έναντι της απλής ομόδικής του και ήδη αναιρεσίβλητης, η ένδικη αίτηση είναι απαράδεκτη ως προς αυτήν και πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του Ν.Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931(ΦΕΚ Α' 239/1931), σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Το αναιρεσείον, όμως, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, κατ' άρθρο 22 Ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 06.10.2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 56/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ